(LUBEN DiARIO)-ANTHOLOGY FROM SPANISH LITTERATURE

(LUBEN DiARIO)-ANTHOLOGY FROM SPANISH LITTERATURE
(LUBEN DIARIO)-LITERATURA CLASICA DE ESPANA

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ RAMIRO DE MAEZTU=[[ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ ΝΑ ΛΕΜΕ ΟΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΟΤΑΝ Ο ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΤΗΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΠΛΟΥΤΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΟΥΣ ΟΛΙΓΑΡΧΕΣ]]- - -[[Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΞΙΑ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΤΙΜΑΤΑΙ ΑΠΟ ΟΣΑ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΟΝΤΑΙ ΜΕΣΩ ΑΥΤΗΣ]]- - - [[ΠΕΘΑΙΝΩ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΦΟΝΙΑΔΩΝ ΜΟΥ]]- - - - - - - - - - - -_-_-_- - - - - - - -Πέδρο Αντόνιο ντε Αλαρκόν (1833-1891) Ο Θάνατος κι ο φίλος του είναι μία «φανταστική ιστορία» όπως επιγράφεται από τον ίδιο τον Αλαρκόν στον υπότιτλό της. Διαδραματίζεται στην Ισπανία των αρχών του 17ου αιώνα και παίρνει ως αφορμή ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός: ο Ισπανός βασιλιάς Φίλιππος Ε’ παραιτείται από τον θρόνο βάζοντας στη θέση του τον νεαρό πρωτότοκο γιο του Λουδοβίκο Α’, καθώς ο ίδιος εποφθαλμιά το γαλλικό στέμμα που πιστεύει ότι θα φορέσει σύντομα, αφού, ο επίσης νεαρός Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ’ είναι ετοιμοθάνατος. Όμως, όπως συμβαίνει συνήθως με τα σχέδια, τόσο των απλών θνητών όσο και των γαλαζοαίματων, τα πράγματα δεν εξελίσσονται ομαλά: σύντομα αρρωσταίνει βαριά και ο Λουδοβίκος Α’ και το ζήτημα που θα κρίνει ποιος θα φορέσει το γαλλικό και ποιος το ισπανικό στέμμα έγκειται στο ποιο παιδί θα πεθάνει πρώτο. Αυτή είναι η πληροφορία που χρειάζεται να ξέρει με σιγουριά ο κυνικός Φίλιππος Ε’ προκειμένου να μη βρεθεί εκτός πολιτικής εξουσίας. Ποιος όμως μπορεί να προβλέψει τον θάνατο; Σε αυτό το ερώτημα του βασιλιά αναλαμβάνει να απαντήσει ο κεντρικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Χιλ Χιλ. Νόθος γιος ενός ευγενούς, μεγάλωσε ως βαλές στο αρχοντικό του κόντε Ρίο ντε Νουέβο, όπου ερωτεύτηκε την όμορφη και πλούσια Έλενα Μοντεκλάρο. Ο Χιλ Χιλ μορφώνεται με λατινικά, ξιφασκία και σκάκι και κάνει όνειρα να παντρευτεί την αγαπημένη του Έλενα, όταν ξαφνικά ο θάνατος σαρώνει τη ζωή του: ο προστάτης του αποδημεί εις Κύριον και η χήρα κοντέσα Ρίο ντε Νουέβο τον πετά στο δρόμο. Ο Χιλ Χιλ αναγκάζεται να αναλάβει το παλιό τσαγκαράδικο του πατέρα του για να επιβιώσει. Πάμφτωχος και απελπισμένος, καθώς δεν μπορεί καν να πλησιάσει πια την αγαπημένη του, επιχειρεί να δώσει τέρμα στη ζωή του. Την κρίσιμη στιγμή, λίγο πριν καταπιεί το δηλητήριο που θα τον απαλλάξει από τα βάσανά του, εμφανίζεται μπροστά του ένα μαυροντυμένο πλάσμα που του προσφέρει τη φιλία του. Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Αλαρκόν τη φιγούρα του Θανάτου: δεν πρόκειται για μία προσωποποίηση του κακού αλλά μάλλον για το αντίθετο ακριβώς: Ήταν ένα πλάσμα γύρω στα τριάντα, τριάντα τρία, ψηλό, όμορφο, χλωμό, ντυμένο με ένα μακρύ χιτώνα και μια μαύρη κάπα. Τα μακριά μαλλιά του καλύπτονταν από έναν, επίσης πένθιμο, φρυγικό σκούφο. Δεν είχε ούτε ίχνος τριχοφυΐας, και εντούτοις, δεν έμοιαζε με γυναίκα. Ούτε με άντρα όμως έμοιαζε, παρά την αρρενωπή και δυναμική του έκφραση. Αυτό που πραγματικά φαινόταν να είναι, ήταν ένα πλάσμα άφυλο, ένα σώμα χωρίς ψυχή ή καλύτερα, μια ψυχή χωρίς καθορισμένο φθαρτό σώμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν μια άρνηση προσώπου. Ο Θάνατος, λοιπόν, γίνεται φίλος με τον Χιλ Χιλ και του προσδίδει το μοναδικό χάρισμα να προβλέπει με απόλυτη ακρίβεια ασθένειες και θανάτους. Ο Χιλ Χιλ γρήγορα γίνεται γνωστός ως ο καλύτερος γιατρός και έτσι καταφτάνει στην αυλή του Ισπανού βασιλιά: είναι ο μόνος που μπορεί να υποδείξει στον Φίλιππο ποιο στέμμα θα ελευθερωθεί πρώτο. Αυτή η ιστορία του Αλαρκόν δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στον Τύπο της εποχής και χαρακτηρίζεται από έντονο μεταφυσικό στοιχείο. Ο Θάνατος δεν παραλείπει να πάει τον μικρό προστατευόμενό του μία βόλτα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, κάνοντας μια ξεχωριστή στάση στην Ιερουσαλήμ, όπου περιγράφεται η καθυπόταξη του Θανάτου στον Θεό μετά από μία σκληρή μάχη κατά την ανάσταση του Χριστού. Όμως και ο συγγραφέας δεν παραλείπει να δώσει εντέλει στον ήρωά του μία μεταθανάτια ευκαιρία εξιλέωσης για το τρομερό έγκλημα στο οποίο θα οδηγηθεί, όντας υπό την τρομερή επιρροή του σκοτεινού του Φίλου... Μεταφραστικά, το βιβλίο ήταν μια μικρή πρόκληση, δεδομένου της χρονικής απόστασης των δύο αιώνων που μας χωρίζει από το πρωτότυπο, αλλά ήταν μια απολαυστική λογοτεχνική εμπειρία για εμένα, και ελπίζω και για τους αναγνώστες! Δήμητρα Σταυρίδου_- - - - -- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -_-_-_-_-_ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΓΙΟΥ=[[ Τί είναι σε μια ζωή δυσφορικής μεν, «ηθελημένης» δε, στασιμότητας; Τί είναι σε μια ζωή- προσωπική ή κοινωνική- χωρίς πνοή, χωρίς όραμα, με αδιανόητη την ελπίδα για κάτι που ζεσταίνει ή δροσίζει την ψυχή, μέρα μπαινει μέρα βγαίνει, με έμφαση στενά στη στεγνή υλικότητα του «ζην», επομένως μακριά από την ευφορικότητα του «ευ ζην»; Τί τη γεννάει, και γιατί μπορεί να κρατάει τόσο πολύ χρονικά, κάποιες φορές και για όλη τη διάρκεια ενός ανθρώπινου βίου; Ζωές «πακτωμένες» στον Χώρο Το ζήτημα είναι αχανές. Στοχαστές μεγάλης εμβέλειας το έχουν αναλύσει θεωρητικά, εισάγοντας την έννοια της «αλλοτρίωσης», που πολύ σχηματικά σημαίνει «αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του». Όμως αυτά τα θέματα όχι μόνο δεν εξαντλούνται, μα συχνά εκδηλώνονται με καινούριο τρόπο, έτσι όπως η ανθρωπότητα πυρετωδώς μεταλλάσεται, ζητώντας αλλιώς την προσοχή μας. Στο παρόν κείμενο θα προσεγγίσουμε το ζήτημα διά της Λογοτεχνίας (και επικουρικά από άλλες Τέχνες), κάτι που κατ’αρχάς δεν είναι εύκολο, αφού η Λογοτεχνία και οπωσδήποτε το Μυθιστόρημα είναι σύμφυτο με την εξέλιξη- ακόμα και στο επίπεδο της πλοκής, πόσο μάλλον αναφορικά με τους χαρακτήρες και τις σχέσεις μεταξύ τους- και όχι τη στασιμότητα που χαρακτηρίζει το ψυχικό τοπίο της αλλοτρίωσης. Στο πεδίο της Λογοτεχνίας ιδιαίτερη είναι η συμβολή του Ισπανού συγγραφέα Χαβιέρ Μαρίας, την οποία θα αναπτύξουμε σταδιακά στη συνέχεια. ** * Ψηλαφώντας τα χαρακτηριστικά μιας ζωής δυσφορικής μεν, μα «ηθελημένης» στασιμότητας, έχουμε αναπόφευκτα να κάνουμε με τον «Χώρο»: μια τέτοιου είδους ζωή εξελίσσεται- συμβολικά ή κυριολεκτικά- στον ίδιο και απαράλλαχτο Χώρο, όχι μόνο από την άποψη του υλικού, αλλά και του άϋλου περιβάλλοντος, αυτό των αντιλήψεων και των συμπεριφορών. Έτσι κι αλλιώς, η σχέση μας με τον Χώρο, τον τρόπο που βιώνουμε έναν Χώρο, δεν είναι χωρίς προβλήματα. Γράψαμε αλλού (στον «Αναγνώστη», και στο βιβλίο μου «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων») για την «ποίηση της εξαναγκασμένης αποξένωσης», που αφορά κυρίως φαινόμενα εξορίας ή αποκλεισμού από τον Χώρο, μιας μερίδας του πληθυσμού από μια άλλη. Σ’αυτή τη συνθήκη, ένας άνθρωπος ή μια ολόκληρη κοινότητα βρίσκεται θεσμικά «εκτός» χωρίς να επιτρέπεται- έτσι ή αλλιώς- να εισέλθει στον Χώρο. Εδώ, τώρα, θα μιλήσουμε για την (όχι πολύ τραγουδισμένη, ούτε πολύ μελετημένη, ενδεχομένως ακόμα και αποσιωπημένη) συνθήκη του εγκλωβισμού σε έναν χώρο- όχι με την έννοια του στρατοπέδου συγκέντρωσης ή της απαγωγής, ούτε σαν την απαίσια συνθήκη του εγκλεισμού του κοριτσιού από την οικογένειά του στο Κωσταλέξι, που έχει κοινά στοιχεία με ανάλογες ασφυκτικές ταινίες του Χόλυγουντ, μα μιας (σχεδόν) «οικειοθελούς» εσαεί παραμονής σε έναν σταθερά ανηδονικό χώρο: όπου ενώ η πόρτα είναι ανοιχτή, εσύ δεν βγαίνεις, σου είναι αδιανόητο να βγείς. Εξολοθρευτής Άγγελο Η ταινία «Εξολοθρευτής Άγγελος» του Λουΐ Μπουνιουέλ είναι χαρακτηριστική αυτής της συνθήκης, που προσομοιάζει στην «πάκτωση». Σ’αυτό το έργο, οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε ένα Μέγαρο όπου έχουν προσκληθεί σε μια γιορτή. Παρά το ότι η παρατεταμένη αναγκαστική συναναστροφή εξελίσσεται με φριχτό τρόπο, παρά το γεγονός ότι υποτίθεται ότι τους περιμένει μια ζωή «εκεί έξω», και παρά το ότι κανείς δεν τους εμποδίζει να βγουν, τους είναι αδιανόητο απλά να ανοίξουν την πόρτα και να φύγουν. Ούτε οι «απ’έξω» μπορούν να βοηθήσουν: καμμιά εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να το κάνει, όσο οι ίδιοι αισθάνονται ότι είναι αδύνατο κάτι τέτοιο. *** Η συνθήκη της «πακτωμένης» ζωής υφίσταται παντού γύρω μας. Στα βιβλία μου, και κυρίως στο «Αποτύπωμα γυναίκας» αναδεικνύεται η περίπτωση μιας γυναίκας που περνάει ολόκληρη τη ζωή της ως συγκεκριμένη φιγούρα συγκεκριμένου ζωγραφικού πίνακα. Σε έναν πίνακα μάλιστα που δεν του έχουν βάλει μια κορνίζα ώστε να αναρτηθεί κάπου αξιοπρεπώς- γι’αυτό μοιάζει με μουτζούρα ακουμπισμένη σε έναν τοίχο. Σε ένα άλλο βιβλίο μου, με τίτλο «Χορός μεταμφιεσμένων»- το οποίο πάντως είναι ένα μυθιστόρημα εξέλιξης του ψυχισμού- η υπόθεση ξεκινάει με έναν άνδρα που μέχρι τότε, για μια ολόκληρη φάση, ζεί σε ένα κλουβί. Φορές φορές δυσθυμεί (ενίοτε μέχρις ασφυξίας) που βρίσκεται εκεί, μα δεν σκάβει για να βγει, ούτε λιμάρει τα κάγκελα μήπως και τα κόψει. Η πραγματική του αγωνία είναι μήπως μεγαλώσει και δεν χωράει στο κλουβί. Είναι από τα κείμενά μου που πολύ τα αγαπώ, μα πέφτοντας επάνω (κυριολεκτικά: συνέβη εξαίφνης στην Ισπανία) στον συγγραφέα Χαβιέρ Μαρίας, συνειδητοποίησα ότι τα δικά μου είναι γραμμένα, θα λέγαμε σχηματικά, από τη σκοπιά «του ιππότη που θέλει να σώσει μια εγκλωβισμένη νέα γυναίκα», μια θεώρηση πολύ παλιά, που κρατάει από την εποχή που ζωγράφιζαν τον Άγιο Γεώργιο στη Δύση. Μια θεώρηση που την ενδιαφέρει να είναι επεμβατική υπέρ του απεγκλωβισμού. Αντιθέτως, ο Μαρίας γράφει «ζώντας τον χώρο από μέσα», από τη σκοπιά της (οικειοθελώς) εγκλωβισμένης ή έστω από τη σκοπιά κάποιου που- χωρίς απαραίτητα να είναι πρωταγωνιστής- πάντως είναι κι αυτός «μέσα» και παρατηρεί. Τον συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει ευθέως η «έξοδος», μα ο φωτισμός της συνθήκης της καθήλωσης, της μη επέμβασης στα πράγματα. Αλλά ας δούμε τα γραφόμενα από τον Μαρίας πιο συστηματικά. Ο τρόπος του Χαβιέρ Μαρίας Γνώρισα το συγγραφικό έργο του Μαρίας, πολύ μετά την πρώτη φάση της παραγωγής του. Μου το σύστησαν φίλοι Ισπανοί, και ιδιαιτέρως ο Νίκολας Σάντσεθ, Καθηγητής της Μεταφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια, γιός του τελευταίου Υπουργού Δικαιοσύνης της νόμιμης κυβέρνησης της Ισπανίας, τη δεκαετία του 1930, πριν καταλάβει την εξουσία ο Φράνκο. Ο πατέρας του Νίκολας, επιφανής νομικός, αρχικά φυλακίστηκε από το καθεστώς Φράνκο, και στη συνέχεια βιοπορίστηκε εργαζόμενος σε επισκευαστήριο ποδηλάτων, μέχρι που επινόησε μια πατέντα για νέου τύπου οχήματα, και βελτίωσε έτσι τα οικονομικά της οικογένειάς του. Τα γράφω αυτά, μαζί με την επισήμανση του Καθηγητή ότι τόσα χρόνια μετά το τέλος του δικτάτορα, το αποτύπωμα του φρανκικού ολοκληρωτισμού είναι ακόμα παρόν και βαρύ στην Ισπανία, γιατι αυτά τα βιογραφικά στοιχεία συνδέονται με αντίστοιχα του Μαρίας. Ο Χαβιέρ Μαρίας, γεννήθηκε το 1951 στη Μαδρίτη, και πέθανε εκεί το 2022, από τον κορονοϊό. Πατέρας του ήταν ο φιλόσοφος Julián Marías, ο οποίος φυλακίστηκε από το καθεστώς Φράνκο, και στη συνέχεια του απαγορεύτηκε η πανεπιστημιακή σταδιοδρομία, επειδή ήταν μαθητής του εμβληματικού Ισπανού φιλοσόφου Ortega y Gasset, οπότε για χρόνια βιοπορίστηκε παραδίνοντας ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ αργότερα δίδαξε ως επισκέπτης Καθηγητής στα αμερικάνικα πανεπιστήμια Harvard και Yale. Η μητέρα του Χαβιέρ ήταν η συγγραφέας Dolores Franco Manera. Η λογοτεχνική, δοκιμιακή και μεταφραστική παραγωγή του Χαβιέρ είναι τεράστια. Το έργο έχει μεγάλη απήχηση στη χώρα του, μεταφράστηκε επίσης και κυκλοφόρησε σε πολλές χώρες, ενώ παράλληλα ο ίδιος δίδαξε και σε φημισμένα Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Εννοείται ότι το παρόν κείμενο δεν έχει σχέση με μια συνολική αποτίμηση του έργου του. Εστιαζόμαστε σε συγκεκριμένα βιβλία, προκειμένου να αναδείξουμε και να επωφεληθούμε από την πολύτιμη συνεισφορά του στην ανάδειξη του πεδίου της «οικειοθελώς πακτωμένης ζωής». Όπως γράφει ο ίδιος, στο μυθιστόρημα «Έτσι αρχίζει το κακό», σε μετάφραση Έφης Γιαννοπούλου, εκδόσεις Πατάκη, μιλάει για ζωές ολόκληρες όπου: «…δεν υπήρχε θεραπεία, ούτε επανόρθωση, ούτε εκκαθάριση…(απέμεινε) μια ιστορία, σε κάποιες περιπτώσεις. Μια ασήμαντη και τις περισσότερες φορές μια ανείπωτη ιστορία, γιατί συνήθως κανείς δεν αφηγείται τις ιστορίες της ιδιωτικής ζωής- ή ίσως να τις αφηγείται, όμως ψιθυριστά, για να μην είναι κιόλας σαν να μην έγιναν ποτέ, ούτε να μείνουν στο βουβό μαξιλάρι πάνω στο οποίο πιέστηκε το δακρυσμένο πρόσωπο, ούτε να είναι ορατές μόνο στο ψυχρό μάτι της ψυχρής σκοπού, της σελήνης». *** Τα βιβλία του Χαβιέρ, μεταφρασμένα στα ελληνικά, από όπου αντλεί το παρόν κείμενο, είναι (χωρίς χρονολογική σειρά συγγραφής ή έκδοσης): «Μπέρτα Ίσλα»,από τις εκδόσεις Πατάκη, «Έτσι αρχίζει το κακό», από τις εκδόσεις Πατάκη, «Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», από τις εκδόσεις Σέλας, «Αισθηματικός άνδρας», από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Όλα έχουν να κάνουν με μια «συνθήκη κλεισούρας», ενός φαύλου κύκλου συμβίωσης χωρίς μια δημιουργική διάθεση για εξέλιξη της σχέσης ή του εαυτού ή μια κίνηση για ουσιαστική επέμβαση στα πράγματα, που θα αντιμαχόταν την αέναη, παθητική δυσφορία. Μια γυναίκα που κυκλοφορεί σαν το φάντασμα στο σπίτι, υπό την περιφρόνηση του άνδρα της. Μια νεανική σχέση που μετατρέπεται σε μια μόνιμη παγωμένη ερημιά αποξένωσης και αλλοτρίωσης. Μια ερωτική έξαψη ενός άνδρα για μια παντρεμένη γυναίκα, ο στιβαρός, με πυγμή, άνδρας της οποίας απουσιάζει συχνά- μα μια έξαψη η οποία πελαγοδρομεί χωρίς να κορυφώνεται ή να συγκροτείται σε κάτι. Οι συνέπειες μιας βραδιάς όπου ένας άνδρας βρίσκεται στο σπίτι μιας παντρεμένης γυναίκας, και αυτή πεθαίνει απρόσμενα στην αγκαλιά του, με το μωρό της να βρίσκεται στο άλλο δωμάτιο, και ο σύζυγός της να τηλεφωνεί και να ξανατηλεφωνεί από το Λονδίνο. Τίποτα από αυτά δεν λειτουργεί ως δράμα- δεν υπάρχει αιχμή-, πολύ περισσότερο ως τραγωδία- η κάθαρση είναι αδιανόητη. Η συγκάλυψη, η αποσιώπηση, δίνουν τον τόνο, αναπαράγοντας την «κλεισούρα» έτσι ή αλλιώς. Ο χώρος στον οποίο εξελίσσονται όλα αυτά μπορεί να είναι απλά ένα σπίτι ή ένα συμβολικό «κλουβί», όπου οι άνθρωποι μπορεί να κυκλοφορούν έξω από τους τοίχους του σπιτιού τους, μα είναι στο μυαλό τους απολύτως δεσμευμένοι να υπάρχουν, να σκέφτονται και να δρουν μόνο στα πλαίσια ενός «χωριού», που είναι εγκατεστημένο στη σκέψη τους. Ο τρόπος που είναι γραμμένα τα μυθιστορήματα αντανακλά θαυμαστά την κατάσταση στο πεδίο: η γραφή είναι σχοινοτενής (ο αγγλικός όρος «tedious» αντιστοιχεί με επάρκεια εδώ), αργόσυρτος (ενίοτε μια φράση απλώνεται σε δυο σελίδες), ενώ τα αντικείμενα του περιβάλλοντος μικρή σημασία έχουν, λειτουργούν περισσότερο ως ντεκόρ μιας ζωής που δεν έχει ουσιαστικό κίνητρο. Δεν υπάρχει «πνοή» σε ένα τέτοιο σπίτι. Πέρα από τους ανθρώπους- φαντάσματα που κυριαρχούν στο σύμπαν του Χαβιέρ Μαρίας, υπάρχουν και κάποιοι που λειτουργούν ως παρατηρητές: παρατηρούν συστηματικά τα όσα συμβαίνουν στο «σπίτι»- χωρίς φυσικά να επεμβαίνουν στη ροή- με γνωστικό κίνητρο («μήπως και καταλάβουν το γιατί»), όπως και ορισμένοι σκοτεινοί, φόβιοι χαρακτήρες, οι οποίοι ναι μεν δεν είναι εγκατεστημένοι στον πυρήνα του «σπιτιού» μα είναι «εκεί κοντά», κάποιες φορές ως «γιατροί», και έχουν τον τρόπο να ρίξουν τη βαριά σκιά τους, διαιωνίζοντας και εμβαθύνοντας τον εγκλεισμό. Το τελευταίο παραπέμπει στον τρόπο που λειτουργεί η μεγαλύτερη από το «σπίτι» κοινωνία, επηρεάζοντας τον τρόπο που λειτουργεί ένας συμβιωτικός χώρος. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι εγκλωβισμένοι, μα κανένα «σπίτι» δεν είναι μόνο του, απομονωμένο, αφού υπάγεται σε κάποιους γενικούς κανόνες λειτουργίας. Υπάρχει μια συγκεκριμένη μόνιμη σκληρή συνθήκη βίωσης του ευρύτερου Κόσμου για τους πρωταγωνιστές του Χαβιέρ: το καθεστώς του Φράνκο, είτε στην εποχή της κυριαρχίας του, είτε- κι αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον- μετά και παρά το τέλος του: μεγάλο το βάρος του αποτυπώματος που άφησε η βιοπολιτική του στην κοινωνία. Το προσδιορίζω ως «καθεστώς», παρά ως «δικτατορία», που μπορεί να λειτουργήσει εξομοιωτικά με άλλες καταστάσεις αλλού, μη αποδίδοντας την πραγματικότητα εκείνης της εποχής για την Ισπανία. Πολύ συνοπτικά: το καθεστώς που επικράτησε με το πραξικόπημα του Φράνκο κατά της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας, σε συνδυασμό με την πολύ μεγάλη διάρκειά του, χαρακτηρίζεται από έναν πολύ σκοτεινό ολοκληρωτισμό, την επιβολή της λειτουργίας της λογικής και της πρακτικής του στρατώνα σε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτό δεν μπορεί να μην έχει επίπτωση σε όλα τα επί μέρους. *** Πρέπει να πούμε εδώ ότι, ανάμεσα στα άλλα, υπάρχει και ένα βιβλίο του Χαβιέρ Μαρίας, που πολύ αγαπώ, διαφορετικής ατμόσφαιρας από τα προηγουμένως αναφερθέντα, με τίτλο «Όταν ήμουν θνητός», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Σέλας. Στο πολύ ζωντανό, παλλόμενο αυτό βιβλίο, η κατάσταση δεν είναι ακίνητη, μα κυριαρχείται από ανατροπές. Σε μια από τις ιστορίες, γυναίκες ξεπαστρεύουν τους άνδρες τους- αποφεύγοντας τις περιπλοκές που μπορεί νάχει ένα διαζύγιο-, καλώντας έναν ειδικό γι’αυτή τη δουλειά γιατρό, που κάνει μια θανατηφόρο ένεση στους συζύγους την ώρα που κοιμούνται τη νύχτα! Σε μια άλλη, ενώ ένας άνδρας σε μπαλκόνι ξενοδοχείου παρακολουθεί από απόσταση με κυάλια τα σχεδόν γυμνά σώματα όσων κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, και ενώ έχει την εντύπωση ότι το ίδιο κάνει ένας άλλος άνδρας από άλλο μπαλκόνι του ίδιου ξενοδοχείου, ξαφνικά διαπιστώνει ότι ο άλλος μόλις σκότωσε κάποιον στην παραλία- με αυτό που έμοιαζε με κυάλια, μα ήταν θανατηφόρο όπλο. Αν ο Χαβιέρ συνδύαζε αυτό το βιβλίο του με τα άλλα, σε κάτι ενιαίο, θα προέκυπτε ενδεχομένως ένα μυθιστόρημα σαν τις ταινίες του Μπουνιουέλ, μα ο συγγραφέας έχει τον δικό του τρόπο. Με αυτή την έννοια, το συγκεκριμένο βιβλίο λειτουργεί μάλλον ως συλλογή φαντασιώσεων ανθρώπων που κατά τα άλλα ζουν μια «πακτωμένη» ζωή. Η επιρροή ενός καθεστώτος ρύθμισης και μετά την κατάργησή του Αξίζει να επιμείνουμε λίγο σ’αυτό που, όπως προείπαμε, αναδεικνύει εναργέστατα με το έργο του ο Χαβιέρ Μαρίας, μαζί με την “ψυχική οικονομία ενός περιβάλλοντος πακτωμένης ζωής”: ότι δηλαδή ακόμα και μετά την κατάργηση μιας συνθήκης διαμόρφωσης της κατάστασης πραγμάτων- και μια δική του αναφορά είναι το καθεστώς Φράνκο, μετά το τέλος του/ μα εμείς μπορούμε να το δούμε και σε πολλές άλλες ιστορικές εφαρμογές/- οι συνέπειές της συνθήκης αυτής διαρκούν για πολύ, καθορίζοντας ακόμα και πολλές διαστάσεις αυτού του «μετά». Με όρους Φουκώ, θα λέγαμε ότι παρά την αντικατάσταση μιας βιοπολιτικής από μια άλλη, η προηγούμενη εξακολουθεί να έχει την επίδρασή της. «Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε…» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης το 1966. Μια τέτοια θεώρηση αφορά ολόκληρες κοινωνίες, και απαντά σε πολλές διερωτήσεις του τύπου «μα γιατί δεν αντιδρούν οι άνθρωποι;». Η καταφυγή στο «οικείο», «σ’αυτό που γνωρίζουμε»- κι ας είναι σχετικά ή πολύ δυσάρεστο, κι ας μή βγάζει πουθενά («το έχουμε συνηθίσει»), είναι κοινός τόπος στην Ιστορία του ανθρώπου. Κι έπειτα, όπως έχει γράψει ο Mc Luhan, ένας από τους πιο ιδιαίτερους στοχαστές του 20ου αιώνα: «Είναι φόβιο να κοιτάς κατάματα το παρόν: εκεί βρίσκεται η πρώτη γραμμή του Μετώπου, εκεί σκάνε όλες οι βόμβες!». Γι’αυτό, συμπληρώνει ο ίδιος, συχνά οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σαν να οδηγούν το αυτοκίνητό τους με το βλέμμα στον καθρέφτη που δείχνει πίσω, τον καθρέφτη οπισθοπορείας, παρά να κοιτάζουν μπροστά. Η στάση αυτή δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια ολοκληρωτική παθητικότητα. Μπορεί να εκδηλωθεί και ως παθητικότητα (προσκόλληση, πάκτωση σε ένα παλιό, α/σύγχρονο σύστημα αντιλήψεων) μεταμφιεσμένη σε ενεργητικότητα. Στο μυθιστόρημά μου «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008, με την Αθήνα να καίγεται στο εξώφυλλο της Αλέξιας Οθωναίου: μπροστά στην απειλητική οικονομική κρίση, του 21ου αιώνα αυτή τη φορά, οι Έλληνες γκρεμίζουν οι ίδιοι τις πόλεις τους για να τις ξαναχτίσουν και να βγάλουν χρήματα έτσι, όπως έγινε μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην κατάληξη του μυθιστορήματος, ο στόχος επετεύχθη- όντως, βγήκανε λεφτά-, μα το χτισμένο τοπίο που προέκυψε είναι εφιαλτικό. Η προσκόλλησή μας σε μια αναχρονιστική πια κατάσταση πραγμάτων- και μάλιστα στη στεγνή υλικότητά της-, πότε από φόβο και τρόμο προς το άγνωστο καινούριο, και πότε εξωραΐζοντάς την φαντασιακά και παραπλανητικά ως «Χρυσή Εποχή», μπορεί να αποδειχθεί ολέθρια. Κατευνασμός του ανυπόφορου της συνθήκης Σε ατομικό επίπεδο, το οικοσύστημα της “πακτωμένης” ζωής έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, και γεννά συγκεκριμένους ανθρωποτύπους- που ενίοτε προσομοιάζουν σε ρομπότ, με όλες τις παθολογικές συνέπειες που μπορεί αυτό να έχει, τόσο στους ίδιους, όσο και σε όσους μπορεί να επηρεάζονται από αυτούς. Βεβαίως, καθώς είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε ρομπότ, προκύπτουν κάποιες καταφυγές μήπως και γίνει πιο ανεκτή μια ρηχή, ά/πνοη ζωή. Ο Χαβιέρ δεν αναφέρεται πολύ σ’αυτά, εστιάζοντας και αξιοποιώντας λογοτεχνικά την ωμότητα της “γυμνής ζωής”, μα μια ανάδειξη αυτής της πτυχής μπορεί να φωτίσει περισσότερο τη συνθήκη του «οικειοθελούς» εγκλεισμού. Σε σχέση με τις μορφές που μπορεί να πάρουν οι καταφυγές: στο μυθιστόρημά μου “Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;” οι άνθρωποι ζουν μια “Άλλη- από την πραγματική- Ζωή” μετέχοντας εντατικά σε δύο “αντίπαλης πολιτικής ιδεολογίας” διαδραστικά Video Games, ξεφορτώνοντας εκεί- συχνά με ένταση- τα πάθη τους. Στο καθηλωμένο περιβάλλον του άλλου μυθιστορήματός μου “Χορός Μεταμφιεσμένων”- όπου όλα διαδραματίζονται σε ένα κτίριο- οι (οικειοθελώς εγκλωβισμένες) κοπέλλες υποδύονται- σε βαθμό ταύτισης- τις “νεράϊδες”. Η υιοθέτηση ενός ρόλου σε μόνιμη βάση, ως υποκατάστατο μιας πραγματικά δημιουργικής ζωής, συνιστά μια καταφυγή. Και στις δυο περιπτώσεις ο κατευνασμός ορισμένως λειτουργεί, βυθίζοντας όμως ακόμα περισσότερο τους χαρακτήρες στην αλλοτρίωση, την αποξένωση από τον εαυτό τους. Πάντως, παρά το εγκαθιδρυμένο καθεστώς Ανηδονίας σ’αυτά τα περιβάλλοντα, τίποτα δεν είναι τελειωμένο και απολύτως προσαρμοσμένο- ιδίως όταν πρόκειται για ζωές σε «πακτωμένους» χώρους και όχι ζωές «πακτωμένες» καθ’εαυτές, το οποίο συνιστά βεβαίως μια διαφορετική συνθήκη, άλλη από αυτή του παραιτημένου «οικειοθελούς εγκλωβισμού. Στα καθ’ημάς, τα γραπτά του Μάριου Χάκκα, που εκδίδονται ξανά επιμελώς από την «Άγρα», αναδεικνύουν αυτή τη συνθήκη: την περίπτωση ενός ανθρώπου που «χτυπιέται» κυριολεκτικά και αδιέξοδα, ασφυκτιώντας στο πολλαπλά «πακτωμένο» περιβάλλον της μετεμφυλιακής κατάστασης της Ελλάδας. Πρόκειται για μια περίπτωση παντελούς απουσίας κατευνασμού. *** Ο Χαβιέρ Μαρίας, στα δικά του, δίνει βάρος, όπως προείπαμε, στον παρατηρητή, ο οποίος είναι μεν εγκατεστημένος «μέσα» στο εγκλωβισμένο σύστημα, μα παρακολουθεί συστηματικά και καταγράφει, μήπως και «καταλάβει» τί είναι όλο αυτό. Και μόνο η παρουσία του παρατηρητή συνιστά κάποιου είδους «λοξού» έστω κατευνασμού, καθώς οι παρατηρητές μπορεί να είναι εν δυνάμει στοιχεία της αλλαγής, της Εξόδου. Αυτή την πτυχή επιχειρώ να αποδώσω στο δικό μου μυθιστόρημα «Έξοδος», που κυκλοφορεί στα αγγλικά ως «Naes Anaes», με τον χαρακτήρα του ^κουνιάδου^, που ενώ είναι έγκλειστος για χρόνια, εξ αιτίας μιας δραστικής απογοήτευσης στα προσωπικά του, στο ακραία κλειστοφοβικό σπίτι των γονιών του (μια μονοκατοικία με σκεπασμένα τα παράθυρα- για να μην τους βλέπουν απ’έξω-, με οθόνες όπου προβάλλουν οι κάμερες ό, τι συμβαίνει στον δημόσιο χώρο της περιοχής του, παράλληλα ζει μελετώντας και καταγράφοντας, εξελίσσοντας έτσι τον εαυτό του, μέχρι που η έλευση στο σπίτι του «κατεστραμμένου» γαμπρού του, τον παρακινεί να συνεργαστεί μ’αυτόν και με άλλους ανάλογους «έξω» για μια συναρπαστική και κοινωνικά επιδραστική Έξοδό τους στα της κοινωνίας. Εδώ ο κατευνασμός αποδίδει καρπούς σε βάθος χρόνου............Στον πολυσύνθετο κόσμο που ζούμε, στη μια και μοναδική ζωή που μας δόθηκε, είναι σημαντικό να αντιλαμβανόμαστε- κατά το δυνατόν- τη φύση των φαινομένων, και ο Χαβιέρ Μαρίας μας προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία στο πεδίο της σημασίας, του βάρους, της διάρκειας που μπορεί να έχει ένα σύστημα καθηλωτικής «ρύθμισης της ζωής μας, συλλογικής και προσωπικής». Μιας ρύθμισης βεβαίως που έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όσον αφορά τους ανθρώπους που την υφίστανται. Στο μυθιστόρημα «Μπέρτα Ίσλα», ο Μαρίας καταλήγει, σε σχέση με το θέμα του: «Και ίσως να σκέφτεται ότι σε τελική ανάλυση ανήκει στο είδος των ανθρώπων που δεν είναι πρωταγωνιστές ούτε στην προσωπική τους ιστορία , που γράφεται από άλλους εξαρχής, που ανακαλύπτουν στα μισά της διαδρομής πως όσο μοναδικοί κι αν είναι όλοι τους, η δική τους ιστορία δεν θα αξίζει να τη διηγηθεί κανείς, ή θα αποτελεί μόνο υποσημείωση στη διήγηση της ζωής κάποιου άλλου, μιας ζωής πιο πολυτάραχης και εντυπωσιακής, και κυρίως πιο συνειδητά επιλεγμένης. Ούτε καν για να περάσει η ώρα σ’ένα τραπέζι μετά το φαγητό, ή μια νύχτα δίχως ύπνο κοντά στη φωτιά. Αυτό συμβαίνει συνήθως με τη ζωή όλων των ανθρώπων που, όπως εγώ, όπως κι εκείνος, μα και τόσοι και τόσοι άλλοι στην πραγματικότητα, απλώς υπάρχουν και περιμένουν». *** Εννοείται πως το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Ενώ το κείμενο ολοκληρώνεται, προκύπτουν αναρίθμητες καινούριες διερωτήσεις. Μεταξύ πολλών (πάρα πολλών) άλλων, μπορούμε να πούμε στα πλαίσια μιας εν εξελίξει διερεύνησης, ότι παρά την τεράστια βαρύτητα της όποιας κεντρικής για την κοινωνία βιοπολιτικής, έχει φυσικά τη σημασία της και μια «βιοπολιτική» του στενότερου περιβάλλοντός μας. Το μυθιστόρημα «Το κρίνο στην κοιλάδα» του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, όπου ολόκληρη η ζωή δύο ανθρώπων διαδραματίζεται καθηλωτικά ανηδονικά υπό το βάρος μιας νεανικής τους εμπειρίας, είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτού του πεδίου. Μα εδώ εξαντλείται η δυναμική του μεμονωμένου συγγραφέα. Το παρόν κείμενο επιχειρεί να ανοίξει το ζήτημα, συμβάλλοντας σε μια εμβαθυμένη συζήτηση που θα ήταν ιδανικό να γίνει γύρω από το ζήτημα..

 






Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

H SKIA TOY BENITO PEREZ GALDOS ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟ 2015 ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ- - Το 1985, σε μια από τις πιο σουρεαλιστικές δημιουργίες του Γούντι Άλεν, ο Τομ Μπέξτερ (Τζεφ Μπρίτζες), πρωταγωνιστής στην ταινία "Το πορφυρό ρόδο του Καΐρου" κατεβαίνει από την οθόνη για να παρηγορήσει την κακοποιημένη από το σύζυγό της Σεσίλια (Μία Φάροου). 115 χρόνια νωρίτερα, το 1870, στη νουβέλα "Η σκιά του Γκαλντός" ο μυθικός Πάρης βγαίνει από έναν πίνακα που κρέμεται στο σαλόνι του ιδιόρρυθμου δόκτορα Ανσέλμο για να του σπείρει αμφιβολίες για τη σύζυγό του. Ο αποδιοργανωμένος δόκτωρ θα εξιστορήσει την εξωφρενική περιπέτειά του σ' έναν ακροατή που ψάχνει λογικές εξηγήσεις. Ένα αριστουργηματικό λογοτεχνικό -ή και πρώιμα ψυχαναλυτικό- δοκίμιο για την ερωτική ζήλια. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


 

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

O ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΝΕΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ[ΚΑΙ ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟ ΝΑ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΕΠΕΤΑΙ ΑΥΤΗΣ]




 (1) Facebook

ΥΠΑΡΧΟΥΝ 2 ΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΖΩΡΤΖ ΣΑΝΤΑϋΑΝΝΑ ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΑΠΟΛΥΤΑ Η ΜΙΑ ΛΕΕΙ ΠΕΡΙΠΟΥ ΟΤΙ ΣΤΟ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΜΕΤΑΞΥ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ[ΠΑΝΤΑ ΜΟΥ ΑΥΤΟ ΕΠΡΑΤΑ].Η ΑΛΛΗ ΛΕΕΙ ΟΤΙ=[[ΑΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΕΙΣΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΖΗΣΕΙΣ]]-[ΤΗΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ Ο ΛΕΣΛΙ ΤΣΑΡΤΕΡΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΟΣΤΑΛΓ0ΥΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ]]- - - - - - - - - - - - - - - - -Ο Louis Bunuel (1900-1983), ένας από τους πλέον πληθωρικούς σκηνοθέτες του παγκόσμιου Κινηματογράφου, χαρακτηρίστηκε αιρετικός και βλάσφημος για τη σκληρή κριτική που άσκησε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Προέρχεται από μια οικογένεια εύπορη και με αυστηρές αρχές. Μεγάλωσε στην πόλη Σαραγόσα, μια πόλη με ισχυρή θρησκευτική παράδοση. Η καθολική μόρφωση που έλαβε από το σχολείο των Ιησουιτών σημάδεψαν την μετέπειτα πορεία του. Το πρώτο πλήγμα στην πίστη ήρθε στα δεκαεπτά του όταν διάβασε τη δαρβινική θεωρία για τη εξέλιξη των ειδών255. Τη θρησκευτική του ταυτότητα την απέρριψε επειδή έθιγε την ηθική ελευθερία του γι’ αυτό και ασπάστηκε τον Σουρεαλισμό ο οποίος δεν έθετε στη 255Louis Bunuel, My last sigh: The Autobiography of Luis Bunuel, Translator Abigail Israel, (U.S.A.: University of Minnesota Press, 2003), 34. 61 φαντασία του κανένα περιορισμό256. Οι ταινίες του αποτελούν την αξεδιάλυτη συνάντηση Σουρεαλισμού και Καθολικισμού. Παρόλο που δήλωνε άθεος, σε αυτόν αποδίδεται το ευφυολόγημα «δόξα τῷ Θεῷ, είμαι άθεος», η θρησκεία διαπερνά όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και της φιλμογραφίας του. Ο ίδιος ξεκαθάρισε πως «πολιτιστικά είμαι χριστιανός, οι θρησκευτικές εμπειρίες σημάδεψαν τη ζωή μου και το θρησκευτικό συναίσθημα ακόμα με προσδιορίζει»257. Ο λόγος του Louis Bunuel είναι ο λόγος ενός μυστικιστή που αναζητάει την αλήθεια στη ζωή και τη ζωή στην αλήθεια, ενός οραματιστή του αγώνα με το μυστήριο258. Εξερευνά το μυστήριο της θρησκείας επηρεασμένος έντονα από την αγωνιώδη πίστη του Miguel de Unamuno259. Ο αγαπημένος του συγγραφέας Unamuno συνειδητοποιεί στο «Τραγικό συναίσθημα της ζωής» πως ο άνθρωπος οφείλει να αποδεσμευθεί από «τέσσερα πράγματα: από τα πλάσματα, από τα εφήμερα πράγματα, από αυτές τις δωρεές του αγίου Πνεύματος, από τον εαυτό του και τέλος από τον ίδιο τον Θεό ώστε όταν κάποιος απολεσθεί μέσα στον Θεό να επιτύχει να βρει τον εαυτό του»260. Η ηθική του, επισημαίνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης, «είναι σπινοζική, αυτάρκης και «αυτοφυής» στηρίζεται στον κοινό νου, στο ένστικτο και την απεριόριστη πίστη του στις δημιουργικές ικανότητες του ανθρώπου»261. Οφείλουμε ωστόσο να τονίσουμε εξαρχής πως το φιλμικό έργο του προσφέρεται για πολλαπλές μεθολογίες και παραμένει ανοικτό σε ερμηνείες δείχνοντας τον δρόμο της έντονης αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης. Ο Bunuel κατακρίνει τον αστικό εφησυχασμό, τη θρησκευτική και την κοσμική εξουσία. Εξισώνει τη θρησκευτικότητα με την πολιτική και τη ψυχολογική καταπίεση και με μια λανθασμένη φιλανθρωπία. Θεωρεί τους εκπροσώπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας «ανθρώπους της υποκρισίας, του βρώμικου κέρδους και μόνιμους συνεργάτες της εκάστοτε εξουσίας»262. Ποτέ όμως δεν προβάλλει τον αθεϊσμό σαν 256Jed Lipinski, «Thank God I’m an atheist. The films bu Louis Bunuel», https://brooklynrail.org/2007/9/film/thank-god-im-an-atheist-two-films-by-lui, (Ημερ. Ανάκτησης: 7- 11-2018). 257Tomás Pérez Turrent, Buñuel por Buñuel, (Madrid : Plot, 2002), 6. 258Jean-Claude Carriere, «Η ιστορία των αιρέσεων στον ΄΄Γαλαξία΄΄ του Μπουνιουέλ», μτφρ. Ευαγ. Κόρρα, στο Σύγχρονος Κινηματογράφος, 5 (1970), 28. 259 Hugo N. Santander, «Louis Buñuel, Existential Filmmaker», https://webs.ucm.es/info/especulo/numero20/bunuel2.html, (Ημερ. Ανάκτησης :7-11-2018). 260Miguel de Unamuno, Το τραγικό συναίσθημα της ζωής, μτφρ. Ηλ. Νικολούδης, (Αθήνα: Printa, 1993), 268. 261 Βασιλ. Ραφαηλίδης, Λεξικό ταινιών, τ.3, (Αθήνα: Αιγόκερως, 1982), 39. 262 John Baxter, Buñuel, (U.S.A.:Da Capo Press, 1998), 10. 62 θέση263. Η στάση του εκφράζει την αδυναμία του να συλλάβει τον Θεό ή μάλλον την αγωνία του μπροστά στο μυστήριο της πίστεως και της ζωής264. Οι ταινίες του καταγράφουν μια θεολογία (λόγο για τον Θεό) ανοιχτή σε μια πορεία συνάντησης με Αυτόν τον μεγάλο άγνωστο, πέρα από τις όποιες θεσμικές και δογματικές απολυτοποιήσεις. Εδώ εξάλλου κρύβεται και η ομορφιά των ταινιών του καθώς ξεδιπλώνεται όχι μια αλύγιστη βεβαιότητα, αλλά μια μοναδική εμπειρία ανιχνεύσεων, νυχτερινής περιπλάνησης προς το άπειρο265. Ο Manuel Alcala μάλιστα αποκαλεί τον Bunuel «μεγαλοφυή τραγουδιστή της απελπισίας» αφού η κρίση του δεν είναι καθόλου κρίση πίστεως αλλά μια έλλειψη ελπίδας. Δεν αμφισβητεί την πίστη όσο τη λειτουργία της Καθολικής Εκκλησίας, τη θεσμική της εκφορά και παρουσία στον κόσμο και την κοινωνία. Αντιτίθεται στις λανθασμένες εκφορές της πίστης και στην αλλοίωση της ευαγγελικής διδασκαλίας. Θα λέγαμε πως μέσα από την πολυσημία των φιλμικών κειμένων του αυτός ο σκεπτικιστής διαλέγεται με την Εκκλησία και πως μέσα από τις «ιεροσυλίες» του αποδεικνύεται τελικά αυτό που απαρνιέται, η ανάγκη του για μια ζωή με ηθικό νόημα. Δεν είναι καθόλου τυχαία η ιδιαίτερη αδυναμία του στον Χριστό και την Παναγία, η ανάδειξη της ανθρώπινης πλευράς του Ιησού στις ταινίες του, αναγνωρίζοντας πως τον αφορά λιγότερο η ήπια πλευρά Tου και περισσότερο η δυναμική Tου όπως εκφράζεται στο λόγιο «πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν»266. Ο ίδιος μάλιστα ομολογεί σε μια συνέντευξη του πως θα ήθελε να κάνει μια ταινία με τη ζωή του Χριστού πιστή στα Ευαγγέλια, και στην οποία θα προέβαινε σε μια εκρηκτική, σχεδόν βίαιη παρουσίαση του προσώπου του Χριστού267. Μπορεί να μην αξιώθηκε να φτιάξει μια ταινία για τον Χριστό και τη διδασκαλία του, όπως κατόρθωσε ο άλλος «αιρετικός» του σινεμά Πιερ Πάολο Παζολίνι, αλλά στα 1959 μάς δίνει την ταινία «Ναζαρέν» στην οποία ο παπάς Ντον Ναζάριο είναι η ενσάρκωση του Ναζωραίου. Βρισκόμαστε στο Μεξικό στα τέλη του 19ου αιώνα, υπό το δικτατορικό καθεστώς του Πορφύριου Ντιαζ. Ο πάτερ Ναζαρέν δεν έχει δικιά του ενορία, ζει σε μια φτωχική πανσιόν προσπαθώντας να εφαρμόσει στην καθημερινή του ζωή τη διδασκαλία του Χριστού. Προσφέρει καταφύγιο στην πόρνη Άνταρα η οποία καταζητείται για απόπειρα δολοφονίας. Βοηθά τη 263Τελείως διαφορετική άποψη «ο Μπουνιουέλ είναι οριστικά, ειλικρινά άθεος» καταθέτει ο Jean- Claude Carriere, Όπ.π., 27. 264Πλ. Ριβέλλης, Όπ.π.,123. 265 Νικ. Ματσούκας, Ο θαμπός καθρέφτης, (Θεσσαλονίκη:Πουρναράς, 2000), 36. 266Père Jean-Robert Armogathe, «Buñuel : un drôle de pelerine», https://www.eleves.ens.fr/aumonerie/en_ligne/noel03/seneve013.html, (Ημερ. Ανάκτησης: 7-11-2018). 267 M. Michel, «Συνέντευξη», στο K. Eder, κ.α. Μπουνιουέλ, (Αθήνα: Πλέθρον, 2003), 47. 63 χωριατοπούλα Μπεατρίς η οποία έκανε απόπειρα αυτοκτονίας όταν την εγκατέλειψε ο εραστής της. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δεχτεί τις αυστηρές επικρίσεις της τοπικής εκκλησιαστικής εξουσίας. Φτάνει μέχρι και τη φυλακή όταν αντιστέκεται στην υποκρισία και την απάνθρωπη εξουσία κλήρου και κράτους. Ο Ναζαρέν αποφασίζει να περάσει τη ζωή περιπλανώμενος ως «φτωχούλης του Θεού» και να ζει με τις ελεημοσύνες. Τον ακολουθούν οι δυο γυναίκες προκαλώντας τα αρνητικά σχόλια ανθρώπων που αδικούν και ανθρώπων που αδικήθηκαν. Η πίστη του κλονίζεται και παρόλη την πίκρα της εγκατάλειψής του συνεχίζει τον Γολγοθά του268. Η ταινία που σκηνοθέτησε ο Bunuel είναι μια ομολογία πίστεως269. Συμπεριλαμβάνεται στη λίστα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησία με τις δεκαπέντε καλύτερες θρησκευτικές ταινίες270. Το όνομα του ιερέα μάς παραπέμπει στον ίδιο τον Ναζωραίο Ιησού αλλά και η ίδια η πορεία της ζωής του μοιάζει με αυτήν του προτύπου του. Μέσα από τη ζωή και τα πάθη του Ναζαρέν επικαιροποιούνται η ζωή και τα πάθη του Χριστού271. Υπάρχουν η πόρνη, οι ταπεινοί και οι καταφρονεμένοι, το θαύμα ενός άρρωστου παιδιού, οι Φαρισαίοι, οι ληστές την ώρα της Σταύρωσης, ο χλευασμός και η απόρριψη, η πολιτική εξουσία, η φυλάκιση και η ανοδική πορεία προς το πάθος και τη Σταύρωση. Ο ήρωας του έχει μια καθαρότητα και μια αληθινή ποιότητα η οποία διακατέχεται από αγάπη, συμπόνια, συγχώρεση, ταπεινοφροσύνη, η πίστη και ελπίδα. Ο πατήρ Ναζαρέν δίνει καθημερινές μάχες για να υλοποιήσει την ευαγγελική διδασκαλία του Χριστού, μια αγάπη που αγκαλιάζει όλη την πλάση272. Άλλες φορές αδυνατεί να χειριστεί τις δεισιδαιμονίες των ανθρώπων273, άλλες πάλι νιώθει αναποτελεσματικός ακόμη και στην άσκηση της φιλανθρωπίας274. Όσο εξελίσσεται η ταινία, ο ιερέας απομονώνεται σταδιακά από όλους, κλήρο και λαό, περιθωριακούς και εργάτες. Στο τέλος παραλαμβάνοντας τον ανανά σύμβολο του εδεμικού μήλου συνειδητοποιεί την απόλυτη μοναξιά του σε ένα κόσμο που τον 268«νὰ σοῦ πῶ γιὰ κάποιον ποὺ δὲ̀ν τὸν ἀγάπησε κανείς/ καὶ πέρασε όὃλη τὴ ζωὴ του μέσα στὴν καταφρόνια κὰι τὴ μοναξιά/ μέχρι ποὺ σώθηκε». Τ. Λειβαδίτης, Ποίηση, τ.1, (Αθήνα: Μετρονόμος, 2015), 222. 269Klaus Eder , Σχολιασμένη φιλμογραφία, στο K. Eder, κ.α. Μπουνιουέλ, (Αθήνα: Πλέθρον, 2003), 118. 270 Η λίστα ταινιών του Βατικανού, http://decentfilms.com/articles/vaticanfilmlist, (Ημερ. Ανάκτησης: 8-11-2018). 271 «Προσφέρω την υγεία μου και τη ζωή μου και δέχομαι τις δυσκολίες, τις αρρώστιες και τον πόνο που μπορούν να βρουν έναν άνθρωπο», λέει ο Ναζαρέν πάνω από το κρεβάτι του άρρωστου παιδιού. Louis Bunuel, Ναζαρέν, (Μεξικό: Barbachano Ponce, 1959), 44:59-45:15. 272 Όπ.π., 1:08: 29. 273 Όπ.π., 45:15- 46:21. 274 Όπ.π., 1:01:26 - 1:01:37. 64 αποβάλλει ως ξένο στοιχείο275. Είναι τόσο έκδηλη η απελπισία του σε αυτή τη σκηνή που νομίζουμε πως η πλέον αντίστοιχη σκηνή απελπισίας ανθρώπου σε έναν κόσμο τόσο απάνθρωπο και τόσο ερμητικά κλειστό στη μεταφυσική σιωπή είναι το τέλος από την ταινία «La strada» του Φρεντερίκο Φελίνι276. Ορισμένοι κριτικοί ερμήνευσαν την προσπάθεια του Ναζαρέν ως μια εσωτερική ακαμψία πνευματικής καθοδήγησης στις αντιλήψεις του Καθολικισμού277. Και άλλοι διείδαν πίσω από τη δράση και την αναποτελεσματικότητά του μια ευσεβή ανικανότητα και ένα έλλειμμα ουσιαστικής πίστης278. Αληθινά όμως ο Louis Bunuel σε μια τέτοια ταινία κάλεσμα σε ενδελεχή σκέψη και αναστοχαστική δέσμευση διαλόγου παίζει με το ερώτημα αν μπορεί σε έναν τέτοιο κόσμο να σταθεί ένας τέτοιος «καθαρός» και αληθινός Χριστιανισμός279. Σε ένα κόσμο που συνεχώς αλλάζει από τη δύναμη και τις εξελίξεις της τεχνολογίας, από τον υλισμό και την ισοπεδωτική αμφισβήτηση, από την άρνηση των παραδοσιακών αξιών και διδασκαλιών, ένας σύγχρονος Ιησούς τι και πώς θα μπορούσε να μιλήσει και να επικοινωνήσει, πόσο θα μπορούσε με την μαξιμαλιστική διδασκαλία του να μεταμορφώσει αυτόν τον κόσμο. Ο Bunuel νομίζω πως θαυμάζει τον ήρωα του, αυτόν τον Δον Κιχώτη της Χριστιανικής πίστης, έναν γνήσιο μιμητή του Χριστού που αγωνίζεται να ουσιοποιήσει τις ευαγγελικές διδαχές. Ίσως να τον βλέπει και ως έναν συναγωνιστή στην αντιμετώπιση της υποκρισίας, της διαφθοράς της εκκοσμικευμένης Εκκλησίας και της θεοποιημένης κοσμικής εξουσίας280. Δεν είναι η πρώτη φορά που ασκούσε κριτική στη θεσμική Εκκλησία. Στην «Βιριδιάνα» επιχειρεί την αποδόμηση του ηθικισμού της Καθολικής Εκκλησίας και κυρίως την απομυθοποίηση των χριστιανικών συμβόλων. Ο σταυρός που είναι θήκη για μαχαίρια281, το ξεπουπουλιασμένο περιστέρι282, το κάψιμο του ακάνθινου 275 L. Bunuel, «Nazarin», https://www.youtube.com/watch?v=6yyeztfxOFU, (Ημερ. Ανάκτησης: 9-11- 2018). 276 Fr. Felini «La Strada. Fellini. Final Scene», https://www.youtube.com/watch?v=rR-JvfjXS9M, (Ημερ. Ανάκτησης: 9-11-2018). 277J. K. Bramann, «Nazarin», https://faculty.frostburg.edu/phil/forum/Nazarin.htm, (Ημερ. Ανάκτησης: 9-11-2018). 278 St. D. Greydanus, «Nazarin», http://decentfilms.com/reviews/nazarin, (Ημερ. Ανάκτησης: 9-11- 2018). 279 Ed Gonzalez, «Nazarin», https://www.slantmagazine.com/film/review/nazarin, (Ημερ. Ανάκτησης: 9-11-2018). 280J. B. Cribbs, «Nazarin Louis Bunuel», https://thepinksmoke.com/nazarin.htm, (Ημερ. Ανάκτησης: 9- 11-2018). 281L. Bunuel, Viridiana, (Ισπανία: Films Sans Frontières, 1961), 59:17. Αυτά τα στιλέτα που έβγαιναν μέσα από σταυρούς παράγονταν μαζικά στην Ισπανία και κανένας δεν θεωρούσε αυτήν την πρακτική βλασφημία. Βλ. Louis Bunuel, Παρατηρήσεις για τη Βιριδιάνα, στο K. Eder, κ.α. Μπουνιουέλ, (Αθήνα: Πλέθρον, 2003), 57. 65 στεφανιού283 αλλά κυρίως εκείνος ο ανεπανάληπτος «Μυστικός δείπνος» με όλους τους ρακένδυτους λούμπεν και ο σπαραχτικός χορός με το «Αλληλούια» του Χαίντελ ήταν μια πρωτάκουστη ιεροσυλία και προκάλεσαν την έντονη διαμαρτυρία της Καθολικής Εκκλησίας284. Στην ταινία του «Ο θάνατος σε αυτόν τον κήπο» ο πάτερ Λιζάρντι ξεχνάει κάθε μεταφυσική διάσταση της πίστης και το μόνο που του απομένει με τη Βίβλο του είναι να ανάψει με τις σελίδες της φωτιά. Στον «Γαλαξία» ένας νεαρός μοναχός καταδικάζεται γιατί τόλμησε να ρωτήσει εάν το κάψιμο των αιρετικών είναι σύμφωνο με τη θέληση του αγίου Πνεύματος. Στον «Εξολοθρευτή Άγγελο» η μεγάλη πόρτα μιας έπαυλης της οδού «θείας Πρόνοιας» ανοίγει για να υποδεχτεί την μπουρζουαζία285. Η φιλοξενία όμως θα γίνει εγκλεισμός ο οποίος θα οδηγήσει τους αστούς στο έσχατο σημείο του ηθικού ξεπεσμού και της κοινωνικής αποσάθρωσης. Όταν θα ξανασυναντηθούν σε μια δοξαστική τελετή στην εκκλησία για να υλοποιήσουν το τάμα τους, η εμπλοκή θα γίνει ακόμα πιο εφιαλτική. Κανείς από το εκκλησίασμα δεν μπορεί να βγει έξω, όπως συνέβει και στο σπίτι. Οι καμπάνες χτυπούν, πλήθη τρέχουν στους δρόμους και η αστυνομία πυροβολεί τους διαδηλωτές. Μια αγέλη προβάτων κατευθύνεται στην εκκλησία286. Στο «Ναζαρέν» στοχοποιεί την κληρικαλιστική νοοτροπία η οποία είναι έτοιμη να ελέγξει και να καταδικάσει οποιαδήποτε αστοχία παρά να μπει στη διαδικασία της κατανόησης και του ελέους287. Οι ηγέτες της τοπικής εκκλησίας είναι διεφθαρμένοι, χειραγωγούν τα πλήθη με τον εκφοβισμό και τη ψυχολογική βία, συνεργάζονται με τις δυνάμεις ενός δικτατορικού καθεστώτος288, και ενδιαφέρονται μονάχα για τη φήμη και την υλικη τους ανεση παντα σε βαρος της ακεραιοτητας της ιδιας τους της πίστης

 





Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Gustavo Adolfo Bécquer φράσεις που θα λατρέψετε [AYTOS KAI O KPITIKOS LARA EINAI OI 2 ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ] Είμαι εγώ, που περιστασιακά διασχίζω τον κόσμο, χωρίς να σκέφτομαι από πού προέρχομαι ή πού θα με πάρουν τα βήματα μου. Λέτε ότι έχετε μια καρδιά, και το λέτε μόνο επειδή νιώθετε τον ρυθμό τHS. Αυτό δεν είναι καρδιά ...; Είναι ένα μηχάνημα που, στο ρυθμό που κινείται, κάνει θόρυβο. Οι στεναγμοί είναι αέρας και πηγαίνουν στον αέρα! Τα δάκρυα είναι νερό και πηγαίνουν στη θάλασσα! Πες μου, γυναίκα, όταν ξεχνάμε την αγάπη, ξέρεις πού πηγαίνει; Τα όνειρα είναι το πνεύμα της πραγματικότητας με τις μορφές ψεμάτων. Είναι απαραίτητο να ανοίξει ο δρόμος για τα βαθιά νερά, τα οποία τελικά θα σπάσουν το ανάχωμα, που αυξάνεται καθημερινά από μια ζωντανή πηγή. Η ποίηση δεν είναι τίποτα άλλο από μελαγχολική και αόριστη φιλοδοξία που αναστατώνει το πνεύμα σας με την επιθυμία για μια αδύνατη τελειότητα. Ειλικρινά μιλώντας: υπάρχουν τρομακτικές ανισότητες σε αυτόν τον κόσμο. Είναι απαραίτητο να ανοίξει ο δρόμος για τα βαθιά νερά, τα οποία τελικά θα σπάσουν το ανάχωμα, που αυξάνεται καθημερινά από μια ζωντανή πηγή. Στο μαγευτικό σύνολο της δημιουργίας, δεν υπάρχει τίποτα που με συγκινεί τόσο βαθιά, που χαϊδεύει το πνεύμα μου και δίνει τη φαντασία μου ασυνήθιστη πτήση, όπως το γαλήνιο και αμυδρo φως της Σελήνης. Έχω πίστη στο μέλλον. Μην πείτε ότι, αφού εξαντλήθηκε ο θησαυρός του, για θέματα που λείπουν, η λύρα έμεινε σιωπηλή. μπορεί να μην υπάρχουν ποιητές. αλλά θα υπάρχει πάντα ποίηση. Περπατώντας στο αδιάφορο πλήθος αυτή η σιωπηλή καταιγίδα στο κεφάλι μου. Στις σκοτεινές γωνίες του εγκεφάλου μου, κουρασμένος και γυμνός, τα υπερβολικά παιδιά της φαντασίας μου κοιμούνται σιωπηλά περιμένοντας την τέχνη να τα δει από στόμα σε στόμα, ώστε να μπορούν να παρουσιαστούν με αξιοπρέπεια στη σκηνή του κόσμου. Δεν ξέρω αν αυτός ο κόσμος των οραμάτων ζει έξω ή πηγαίνει μέσα μας. Η αγάπη είναι ένα χάος φωτός και σκοταδιού. η γυναίκα, ένα αμάλγαμα ψευδορκίας και τρυφερότητας. άνθρωπος, μια άβυσσοs μεγαλείου και μικρότητας. Η ζωή, εν συντομία, μπορεί να συγκριθεί με μια μακρά αλυσίδα με συνδέσμους από σίδηρο και χρυσό. Εδώ είναι, σήμερα, ό, τι επιδιώκω: να είμαι μια σύγκριση στην τεράστια κωμωδία της Ανθρωπότητας. και τελείωσα τον ρόλο μου να μαζεύω, να ξεφεύγω από τα παρασκήνια χωρίς να σφυρίζω ή να χειροκροτούμε, χωρίς κανείς να παρατηρεί ότι έφευγα. Και η σκέψη είναι απαραίτητη για την άσκησή της, πρέπει κάθε μέρα και ξανά και ξανά να σκέφτονται, να διατηρούν τη ζωή της σκέψης. Για μια ματιά ένας κόσμος. για ένα χαμόγελο, έναν ουρανό · για ένα φιλί ... Δεν ξέρω τι θα σου έδινα για ένα φιλί! Όλα είναι ψέματα: η δόξα, ο χρυσ[t]ός. Αυτό που λατρεύω ισχύει μόνο: Ελευθερία! Το θέαμα των όμορφων, σε οποιαδήποτε μορφή παρουσιάζεται, ανεβάζει το μυαλό σε ευγενείς φιλοδοξίες. Ο Θεός, αν και αόρατος, έχει πάντα ένα χέρι απλωμένο για να σηκώσει από τη μία πλευρά το βάρος που κατακλύζει τους φτωχούς. Όσο η επιστήμη δεν ανακαλύπτει τις πηγές της ζωής, ενώ στη θάλασσα ή στον ουρανό, υπάρχει μια άβυσσος που είναι ανθεκτική στον μαθηματικό υπολογισμό, αρκεί η ανθρωπότητα στη συνεχή πρόοδό της να αγνοεί πού πηγαίνει, όσο υπάρχει είναι ένα μυστήριο γι 'αυτόν! θα υπάρξει MESA STHN ποίηση! Η όμορφη γυναίκα, όταν γυαλίζει χάλυβα και μελετά την εικόνα της, χαίρεται για τον εαυτό της. αλλά στο τέλος ψάχνει άλλα μάτια για να διορθώσει τα δικά του, και αν δεν τα βρει, βαριέται. Η ύπαρξή μου, μειωμένη μέχρι σήμερα, επιπλέει στον ωκεανό δημιουργημένων πραγμάτων όπως ένα από αυτά τα φωτεινά άτομα που κολυμπούν στην ακτίνα του ήλιου. Κρίμα που η Αγάπη σε ένα λεξικό δεν έχει πού να βρει πότε η υπερηφάνεια είναι απλά υπερηφάνεια και όταν είναι αξιοπρέπεια! Θα ήθελα να σφυρηλατήσω για τον καθένα από εσάς μια υπέροχη στάμπα υφασμένη με εξαιρετικές φράσεις, στις οποίες θα μπορούσατε να τυλίξετε τον εαυτό σας με υπερηφάνεια, όπως σε ένα μωβ μανδύα. Θα ήθελα να μπορέσω να σμιλέψω το σχήμα που θα σας περιέχει, καθώς το χρυσό γυαλί που κρατάει ένα πολύτιμο άρωμα είναι σμιλεμένο. Αυτός που έχει φαντασία, πόσο εύκολα τραβάει έναν κόσμο από το τίποτα. Η μοναξιά είναι πολύ όμορφη ... όταν έχεις κάποιον να πειs kati. Η αγάπη είναι ένα μυστήριο. Όλα σε αυτH είναι φαινόμενα στα οποία είναι ανεξήγητα. όλα για αυτH είναι παράλογa, όλα για αυτH είναι ασαφή και παράλογa. Ο ήλιος μπορεί να είναι αιώνια συννεφιασμένος, η θάλασσα μπορεί να στεγνώσει για μια στιγμή, ο άξονας της γης μπορεί να σπάσει σαν ένα αδύναμο γυαλί ... Όλα θα συμβούν! Ο θάνατος μπορεί να με καλύψει με το νεκρικό κρεπi TOY, αλλά η φλόγα της αγάπης σου δεν μπορεί ποτέ να σβήσει μέσα μου.-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΕΣ [ΕΦΙΠΠΕΣ] ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΕΣ[Coridas rejones] ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΣΧΕΤΙΚΟ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΙΒΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟ ΟΠΟΥ Ο ΕΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΣΤΑΤΙΚΟΣ ΕΝΩ Ο ΑΛΛΟΣ ΕΧΕiΠΙΟ ΠΟΛΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ.................................................. .............. Πολ Μπ. Πρεθιάδο Ο Πολ Μπ. Πρεθιάδο, (γεννημένος το 1970 στο Burgos, της Ισπανίας)[2] είναι ένας σύγχρονος συγγραφέας, φιλόσοφος και επιμελητής του οποίου το έργο επικεντρώνεται στα εφαρμοσμένα και θεωρητικά θέματα που σχετίζονται με την ταυτότητα, το φύλο, την πορνογραφία, την αρχιτεκτονική και τη σεξουαλικότητα.[3] Πολ Μπ. ΠρεθιάδοΓέννηση11 Σεπτεμβρίου 1970 ΜπούργοςΕπάγγελμα/ ιδιότητεςσυγγραφέας, φιλόσοφος, επιμελητής εκθέσεων, αρθρογράφος, ακτιβιστής ΛΟΑΤ, διδάσκων πανεπιστημίου[1], σκηνοθέτης κινηματογράφου και queer theoristΥπηκοότηταΙσπανίαΣχολές φοίτησηςΠανεπιστήμιο του Πρίνστον. Ο Πρεθιάδο φοίτησε στο Νέο Σχολείο στη Νέα Υόρκη με υποτροφία Fulbright απο την Ισπανία όπου και απέκτησε μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφία. Ο Jacques Derrida και η Agnes Heller υπήρξαν μέντορες για τον Πρεθιάδο. Το 1999, ο Derrida προσκάλεσε τον Πρεθιάδο να διδάξει ένα σεμινάριο στο Παρίσι σχετικό με την συγχώρεση και το δώρο κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού. Αργότερα, επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ολοκληρώσει το Διδακτορικό του στη Φιλοσοφία και την Θεωρία της Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, γράφοντας μια διατριβή που ονομάζεται, Pornotopía: Architecture and Sexuality in Playboy During the Cold War in 2010.[4] Ο Πρεθιάδο υπήρξε καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας του Σώματος, Θεωρίας Φύλου και Ιστορίας της Performance στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού VIII και ήταν ο διευθυντής του Ανεξάρτητου Προγράμματος Σπουδών (PEI), στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Βαρκελώνης (MACBA).[5]. Σήμερα είναι επιμελητής του Δημόσιου Προγράμματος της documenta 14, στο Κάσελ και την Αθήνα. Από τον Ιανουάριο του 2013, ο Πρεθιάδο είναι τακτικός συντάκτης στην ιστοσελίδα της γαλλικής εφημερίδας Libération: Liberation.fr. Στην στήλη του, τα επικρατέστερα θέματα είναι αυτά που πραγματεύονται το φύλο, την σεξουαλικότητα, την αγάπη και την βιοπολιτική.[6] Γνωστός αρχικά ως γυναίκα συγγραφέας και αυτο-προσδιοριζόμενος ως λεσβία, ο Πρεθιάδο ανακοίνωσε το 2014, ότι βρισκόταν σε περίοδο επαναπροσδιορισμού φύλου και τον Ιανουάριο του 2015, άλλαξε το μικρο του όνομά σε Πολ. Ο Πρεθιάδο διατήρησε σχέση με την Γαλλίδα συγγραφέα-σκηνοθέτη, Virginie Despentes από το 2005 έως το 2014.  "); background-color: var(--color-subtle,#54595d); transform: scaleY(-1); margin-right: 6px; max-height: 32px;">Είμαι το τέρας που σας μιλά (2022)Επεξεργασία Τον Νοέμβριο του 2019 ο Πωλ Μπ. Πρεθιάδο μιλά μπροστά σε 3.500 ψυχαναλυτές στο ετήσιο συνέδριο της Σχολής του φροϋδικού αιτίου στο Παρίσι. Στέκεται απέναντι στο επάγγελμα που τον αντιμετωπίζει ως ένα ψυχικά άρρωστο άτομο το οποίο πάσχει από δυσφορία φύλου και ξεκινά την ομιλία του αντλώντας έμπνευση από την Αναφορά σε μια Ακαδημία του Κάφκα, στην οποία ένας πίθηκος εξηγεί σε ένα επιστημονικό συνέδριο πώς, για να επιβιώσει στην ανθρώπινη κοινωνία, αναγκάστηκε να κλειστεί στο κλουβί της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, να βυθιστεί στη θλίψη και τον αλκοολισμό. Μιλώντας από το δικό του «μεταλλαγμένο» κλουβί, ο Πρεθιάδο επιχειρεί να δείξει ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία αλλάζει το επιστημολογικό παράδειγμα της έμφυλης διαφοράς και επομένως τα επιστημονικά εργαλεία και οι θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Η κρίση αυτή αποκαλύπτει την ιστορικότητα και άρα τη σχετικότητα των ψυχαναλυτικών εννοιών, καθώς και τις βαθιές σχέσεις τους με την πατριαρχία και την αποικιοκρατία. Ο Πρεθιάδο καλεί σε έναν ριζικό μετασχηματισμό των ψυχιατρικών και ψυχαναλυτικών ­λόγων και πρακτικών, υποστηρίζοντας μια νέα επιστημολογία που θα αποδέχεται την πολλαπλότητα των σωμάτων χωρίς να τα ανάγει στην αποκλειστικά ετεροφυλοφιλική αναπαραγωγική τους ικανότητα, και χωρίς να νομιμοποιεί την ετεροπατριαρχική και αποικιοκρατική βία. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε μετάφραση Αναστασίας Μελίας Ελευθερίου τον Μάρτιο του 2022 από τις εκδόσεις Αντίποδες. "); background-color: var(--color-subtle,#54595d); transform: scaleY(-1); margin-right: 6px; max-height: 32px;">Testo Junkie (2008)Επεξεργασία Το 2008 δημοσιεύθηκε στην Ισπανία και στη Γαλλία το βιβλίο: Testo Junkie: sex, drugs, and biopolitics in the pharmacopornographic era, στο οποίο ο ίδιος ο Πρεθιάδο αφηγείται την εμπειρία του κατά την αυτο-χορήγηση τεστοστερόνης.[7] Το έργο μεταφράστηκε αργότερα το 2013 στα αγγλικά. Ο Πρεθιάδο λαμβάνει ένα τοπικό φαρμακευτικό προϊόν ονόματι Testogel, ως φόρο τιμής προς τον κοντινό ομοφυλόφιλο Γάλλο φίλο και συγγραφέα Guillaume Dustan, ο οποίος μολύνθηκε από τον ιό του AIDS και πέθανε από μια κατά λάθος υπερβολική δόση ενός φάρμακου που λάμβανε. Ο Πρεθιάδο διερευνά την πολιτικοποίηση του σώματος, από αυτό που αποκαλεί φαρμακοπορνογραφικό καπιταλισμό (pharmacopornographic capitalism).  Ο Πρεθιάδο περιγράφει την πράξη της λήψης τεστοστερόνης ταυτόχρoνα ως πολιτική και performance, με στόχο να αναιρέσει την ιδέα σύμφωνα με την οποία το φύλο βρίσκεται κωδικοποιημένο εξ αρχής στο σώμα από

 

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

 Ο Ραμόν Λιουλ ή Ραϊμούνδος Λούλιος (Ramon Llull1232 - 1315) ήταν φιλόσοφοςεπιστήμονας της λογικής και συγγραφέας από τη Μαγιόρκα. Πιστεύεται ότι έγραψε το πρώτο σημαντικό έργο της καταλανικής λογοτεχνίας. Θεωρείται επίσης πρωτοπόρος της θεωρίας υπολογισμού, ιδιαίτερα λόγω της επιρροής του στον Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς.[1][2]

Είναι ο πιο πολυγραφότατος συγγραφέας του Μεσαίωνα· έγραψε στα καταλανικά, τα οξιτανικά, τα λατινικά και τα αραβικά και θεωρείται ο πρώτος σημαντικός λογοτέχνης της καταλανικής γλώσσας. Επίσης υπήρξε ο πρώτος συγγραφέας που δημοσίευσε ηθικό μυθιστόρημα και που χρησιμοποίησε μια ρομανική γλώσσα για να μεταδώσει επιστημονικές και θεολογικές γνώσεις, όντας πρωτοπόρος της εκλαϊκευμένης επιστήμης.[3] Έδωσε το όνομά του στο ομώνυμο πολιτισμικό ινστιτούτο προβολής της καταλανόφωνης κουλτούρας.

Γεννήθηκε στην Πάλμα, την πρωτεύουσα του Βασιλείου της Μαγιόρκα που πρόσφατα είχε ενσωματώσει στο Στέμμα της Αραγόνας ο βασιλιάς Ιάκωβος Α΄. Αγνοείται η ακριβής ημερομηνία γέννησής του αλλά πιθανότατα ήταν μεταξύ των τελών του 1232 και των αρχών του επόμενου έτους.[4] Ήταν γιος του Ραμόν Αμάτ Λιουλ και της Ισαβέλ δ' Ερίλ, μελών μιας σημαντικής οικογένειας της Βαρκελώνης.[4]

Σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Έκο, ο τόπος γέννησης του Λιουλ υπήρξε σημαδιακός καθώς η Μαγιόρκα της εποχής ήταν ένα «σταυροδρόμι των τριών πολιτισμών, του χριστιανικού, του ισλαμικού και του εβραϊκού, στο σημείο που η πλειοψηφία των έργων του να είναι γραμμένα είτε στα μαγιορκινικά [καταλανικά] είτε στα αραβικά»[5]

Ο Λιουλ στην αυλή του Ιακώβου Α΄

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν να παντρευτεί, εντάχθηκε στην αυλή του βασιλιά της Αραγόνας ως συνοδός του δεύτερου γιου του, μελλοντικού Ιακώβου Β΄ της Μαγιόρκα. Σύντομα οι ευγενείς αντιλήφθηκαν την ιδιαίτερη εξυπνάδα του και τον μετέτρεψαν σε δάσκαλο του πρίγκιπα. Η ζωή του στην αραγονική αυλή ήταν αρκετά ελεύθερη και πλήρης απολαύσεων, πολυτελειών και ερωτικών σχέσεων. Εκείνη την περίοδο ο Λιουλ συνέγραψε πολλά ερωτικά τραγούδια.

Γύρω στο 1267, στην ηλικία των 30, ο Λιουλ έζησε μια ολική μεταστροφή της ζωής του. Ο ίδιος περιγράφει τα πέντε διαδοχικά οράματα με τον Χριστό να σταυρώνεται για πέντε διαδοχικές νύχτες.[6] Πούλησε την ιδιοκτησία, χαρίζοντας τα κέρδη στη γυναίκα και τα παιδιά του, τους οποίους κι εγκατέλειψε για να ακολουθήσει μια ζωή κηρύγματος. Έπειτε απομονώθηκε σε ένα σπήλαιο στο όρος Ράντα της Μαγιόρκα για να αφιερωθεί στον συλλογισμό, ώσπου εισήλθε στο κιστερκιανικό μοναστήρι της Λα Ρεάλ, όπου έμαθε λατινικά, γραμματική και καθολική και ισλαμική φιλοσοφία. Παρέμεινε λαϊκός και δεν έγινε επίσημα μοναχός μέχρι το 1295.

Ιεραποστολικό έργο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1274 ο πρίγκιπας Ιάκωβος, τέως μαθητής του Λιουλ, τον κάλεσε στο κάστρο του στο Μονπελιέ, όπου, με τη χορηγία του πρίγκιπα συνέγραψε το Ars demostrativa ('Αποδεικτική τέχνη'). Τα χρήματα που του δόθηκαν ως βραβείο τα επένδυσε στην κατασκευή του μοναστηριού του Μιραμάρ στη Μαγιόρκα. Σκοπός του μοναστηριού έγινε η προετοιμασία ιεραποστόλων για να εκχριστιανίσουν τους Άραβες. Η προετοιμασία περιείχε μαθήματα αραβικής γλώσσας και διαλεκτικής και προκάλεσε τον θαυμασμό και το δημόσιο έπαινο του πάπα Ιωάννη ΚΑ΄ το 1276.

Όταν ο επόμενος Πάπας, Νικόλαος Δ΄, έδειξε αδιαφορία για την προκήρυξη νέας σταυροφορίας, ο Λιουλ ξεκίνησε μια προσωπική προσπάθεια που θα τον έφερνε διαμέσω της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία) στους Αγίους Τόπους, τη Μικρά Ασία και το Μαγκρέμπ. Η τόλμη του τον οδήγησε πολλές φορές να προσπαθήσει να προσηλυτίσει ακόμη και στις εισόδους των τεμένων και των συναγωγών. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του συνέγραψε πλήθος βιβλίων γύρω από τα λάθη των αλλόδοξων φιλοσόφων ενώ θέλησε να ιδρύσει και καθολικά μοναστήρια στις περιοχές από όπου πέρασε.

Το 1286 έλαβε τον τίτλο του ακαδημαϊκού καθηγητή από το Πανεπιστήμιο του Παρισιού κι έναν χρόνο αργότερα μετέβη στη Ρώμη για να ενημερώσει τον ποντίφικα για τα σχέδιά του περί αναμόρφωσης της εκκλησίας. Η αδιαφορία των ανώτερων στελεχών της για τα σχέδιά του περιλάμβανε και μια εκ νέου απόρριψη της κήρυξης σταυροφορίας και της παροχής οικονομικής στήριξης για τον προσηλυτισμό των αλλόδοξων στους Αγίους Τόπους. Ως αποτέλεσμα της παραπάνω αδιαφορίας, το 1295 εντάχθηκε στους φραγκισκανούς. Το 1299 ο Ιάκωβος Β΄ της Μαγιόρκα του επέτρεψε να κηρύττει στα τεμένη και τις συναγωγές του βασιλείου. Για πρώτη φορά θα μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις του μπροστά σε Χριστιανούς.

Το 1305 δημοσίευσε τη δεύτερη έκδοση του σχεδίου του περί ανάκτησης των Αγίων Τόπων: ένας χριστιανός βασιλιάς θα ηγείτο των ενοποιημένων στρατιωτικών ταγμάτων και, ξεκινώντας από την Αλμερία και τη Γρανάδα, θα κατέληγαν διαμέσου της Βόρειας Αφρικής στην Αίγυπτο. Προφανώς στο νου του είχε τον Ιάκωβο Β΄ της Αραγόνας που μόλις είχε κατακτήσει της Μούρθια και είχε εγκαταστήσει εμπορικές επαφές με την Αλεξάνδρεια.[7] Εν τέλει η μόνη κίνηση που έλαβε χώρα ήταν η αποτυχημένη εκστρατεία του Ιακώβου Β΄ εναντίον της Αλμερία.[8

SΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Νοέμβριος 2017

  • Εορτές: Ανάργυρος, Ανάργυρη, Αναργυρούλα, Δαβίδ (όσιος Εύβοιας), Δαυίδ, Δαμιανός, Δαμιανή, Διόνυσος, Κοσμάς

δείτε περισσότερες εκδηλώσεις

ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΓΑMΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝ/ΑΠΕΞΩ ΜΑΣ


Pablo Picasso - Vingt Poemes de Gongora, Circa...

Jorje Sembrun

Jorje  Sembrun
BLUE PERIOD

PICASSO

aralal

Η ατυχία του Δον Κιχώτη δεν ήταν η φαντασιοπληξία του, αλλά ο Σάντσο Πάντσα.

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει τη δική του άποψη, αρκεί να συμφωνεί με τη δική μου.

lorca

lorca

picasso

picasso
Www.poytsoi.blogspot.com

PICASSO

PICASSO
PABLO

PICASSO

PICASSO
ZAQUELLINE

PICASSO

PICASSO
PABLO

picasso

picasso
joven

picasso

picasso
joven

picasso

picasso
joven mujer

picasso

picasso
ritratto de un joven

pablo

pablo
picasso

olga

olga
-

picasso

picasso
-

ili0metron



picasso

Οι Τρελοί της Βαλένθια Θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή 2ος Χρόνος 2016 Σκηνοθεσία Μιχ...

Η sold out ξεκαρδιστική Αναγεννησιακή κωμωδία του 2015 του Λόπε Ντε Βέγκα επιστρέφει στο Θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή έ...





«Οι Τρελοί της Βαλένθια» στο θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή

«Οι Τρελοί της Βαλένθια» του Λόπε Ντε Βέγκα ανεβαίνουν για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή σε σκηνοθεσί...



PEDRO MUNOZ SECA

picasso

picasso
sylvette david

picasso

PICASSO

unamuno

«Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Δεν γνωρίζω καλύτερη απεικόνιση αυτού του αφορισμού, που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ, από τη διαφωτιστική σκηνή όπου ο Βίλχελμ Στάινιτς, ένας από τους πιο αμείλικτους σκακιστές του 19ου αιώνα, ο οποίος εγκλείστηκε σε άσυλο όταν έχασε τα λογικά του, προκαλεί τον Θεό να παίξει μαζί του μια τελευταία παρτίδα, παραχωρώντας του μάλιστα το πλεονέκτημα ενός στρατιώτη. Αυτός ο Εβραίος από τη Βοημία, μέσα στην τρέλα του είχε καταλάβει, πριν από τον Νίτσε, ότι όποιος αναμετριέται με τον Θεό γίνεται ο ίδιος Θεός.
Αυτό το σύντομο αφήγημα παρουσιάζει έναν μισάνθρωπο που δεν αντέχει άλλο τη βλακεία. Αναγνώστης του Φλωμπέρ, αποσύρεται στην ακροθαλασσιά, σε ένα ξενοδοχείο όπου δεν τον ξέρει κανείς και όπου, δόξα τω Θεώ, ούτε εκείνος γνωρίζει κανέναν. Θα συνάψει, ωστόσο, περίεργο δεσμό με έναν άγνωστο, εξίσου σιωπηλό και αινιγματικό σαν τον ίδιο, έναν κάποιο δον Σανδάλιο, που πηγαίνει στη λέσχη μόνο για να παίξει σκάκι, και παίζει χωρίς να αρθρώνει λέξη, με αρρωστημένη μανία.
"Για τον δον Σανδάλιο", γράφει ο Ουναμούνο, "οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ' άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ' τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπορεί και να 'χει δίκιο". Έξαλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το κακό και το καλό.
Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του "Τραγικού αισθήματος της ζωής", αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: "Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;".

Τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα είναι προικισμένα με οίστρο προφητικό. Ιδού ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο: έγραψε πριν μισό περίπου αιώνα την "Αγωνία του Χριστιανισμού", πριν, κάτω από την σκληρότατη πίεση των σύγχρονων μετασχηματισμών του βίου, σπάσουν οι πνευματικές φλέβες των ανθρώπων και διαποτίσουν τον κόσμο με αγωνία.
Η βαθύτατη γεύση του υπάρχειν είναι για τον συνειδητό άνθρωπο αγωνιώδης. Αλλά μια ζωή, των πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας, που διαφύλαγε σχεδόν ανέπαφη την κρούστα της κοινωνικής ζωής, δεν άφηνε παρά μονάχα στα προικισμένα πνεύματα να συλλάβουν δια του εαυτού τους τον παλμό της αγωνίας που άρχισε να συνταράζει την οικουμένη. Κι έπρεπε νάρθουν αποσβολωτικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας γεγονότα, ανομολόγητες κακουργίες, και μια τεχνολογική πρόοδος οπλισμένη με πάθος ριζικών ανανεώσεων της ζωής ώστε να βυθιστούμε όλοι, άγρυπνοι και ναρκωμένοι, στη λέμφο της αστάθειας των πάντων και της μεταβλητότητας και του εσωτερικού μας και του εξωτερικού κόσμου [...].
Ο προφητισμός του Ουναμούνο καταπλήσσει ακόμη βαθύτερα, όταν αναλογιστεί κανείς πως αναφέρεται στην αγωνία του Χριστιανισμού [...]. Στα 1924 η Εκκλησία ήταν θεσμός καθησυχαστικός με βαθύτατες προεκτάσεις κοινωνικής ισορροπίας κι ασφάλειας των κοινωνικών συστημάτων που στα σπλάγχνα της τη φιλοξενούσαν. Ακόμη, στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η Εκκλησία ήταν ο ουσιώδης παράγων που διέλυε και καθησύχαζε αντιδράσεις των ζωηρών αιμάτων μέσα στις κοινωνίες σε στενή συνεργασία με τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, παράγων ανασταλτικός εξελίξεων, λαβαίνοντας πάντα με τη μορφή προνομίων, πλούσιο το μερίδιό της για τη συνεργασία αυτή. Έπρεπε να περάσει, με οδύνη πολλή, μισός αιώνας πάνω από την οικουμένη για ν' αποκαλυφτεί [...] η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, η προσχώρησή της στον κόσμο αυτό. Και είμαστε σήμερα μάρτυρες μιας όλο κι ευρύτερης "αμφισβήτησης" στους κόλπους των Εκκλησιών, "αμφισβήτησης" που εκπηγάζει από τα ζωντανά και ανήσυχα πνεύματα που ζουν για την αγάπη του Χριστού.
Ο Ουναμούνο ξεκινά από την υπαρξιστική σύλληψη της ζωής ως αγώνα και ως αγωνίας για να αποκαλύψει τον Χριστιανισμό -την αληθινή ζωή- ως στην ουσία του αγώνα κι αγωνία. Αγωνία της σάρκας που ζητεί εν πνεύματι Αγίω να μεταμορφωθεί, αγωνία του στοχασμού που δεν αρκείται να κατακτήση το χώρο της λογικής αλλά αξιώνει να του επιτραπεί να εισχωρήσει και στο χώρο του μυστηρίου. Αυτή την έννοια έχει το πάθος του Ουναμούνο να βρει τη ρίζα του μυστηρίου στο λόγο και ν' αποκαλύψει τα αγωνιώδη για την ανθρώπινη ύπαρξη μυστικά του, αυτά που βρίσκονται στην πίστη, σ' εκείνους που άγραφοι κι αμόρφωτοι, πιστεύουν στη χάρη του Θεού και δέχονται τον αποκαλυπτικό φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος, φωτισμό που ο εγωισμός των δύστυχων μορφωμένων αναχαιτίζει.
Μέσα από το γεμάτο σάλο κείμενο του Ουναμούνο, γραμμένο σε ώρες ανυπόμονης εσωτερικής εγρήγορσης, αναπηδούν θέματα, σαν το θέμα της αρρενωπότητας της πίστης μας ή της αγάπης ως αγωνιώδους σύλληψης του βίου [...]. Έτσι, η άρνησή του του κοινωνικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού που σήμερα απειλεί την Εκκλησία μ' ενός άλλου είδους εκκοσμίκευση που τα μάτια των συνειδήσεών μας δεν διακρίνουν καθαρά, είναι μια απόρριψη προφητική που θα τη δεχτούμε καταφάσκοντας στα χρόνια που έρχονται.
Βέβαια, η συχνά δριμεία κριτική του δον Μιγέλ γίνεται με βάση τα δεδομένα του Ρωμαιοκαθολικισμού και για τούτο οι θαρραλέες του θέσεις και για τη Μεταρρύθμιση και για τους Ιησουΐτες. Αλλά η ενοραματική του ματιά σωστά βλέπει σήμερα πια, την πολιορκία της Εκκλησίας από τις δυνάμεις του κόσμου και την προσπάθειά τους να της μουδιάσουν τους σταθερά αγωνιώδεις κι επαναστατικούς της χυμούς, να της ακινητήσουν τα πνευματικά νεύρα που την κάμουν να στέκεται πάνω από τον κόσμο, κόσμο που ζει, απειλεί και μάχεται με όργανο το φόβο του θανάτου, με την δύναμη της ανάστασης και της αθανασίας του ανθρώπου που είναι η ουσία της ελευθερίας και της αγάπης, αλλά κι η ουσία της αυθεντικής αγωνίας ως άρνησης της δουλείας του θανάτου.Ο Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας, το κορυφαίο έργο του Ουναμούνο, συνοψίζει τα βασικά στοιχεία της ουναμουνικής σκέψης, συνενώνοντας τους διάσπαρτους ψιθύρους με τους οποίους ο συγγραφέας διαταράζει την υπαρξιακή μας ραστώνη. Κείμενο γεμάτο συμβολισμούς, προσεγγίζει με τολμηρό τρόπο τις έννοιες της ζωής και του θανάτου, μέσω της

unamuno

«Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Δεν γνωρίζω καλύτερη απεικόνιση αυτού του αφορισμού, που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ, από τη διαφωτιστική σκηνή όπου ο Βίλχελμ Στάινιτς, ένας από τους πιο αμείλικτους σκακιστές του 19ου αιώνα, ο οποίος εγκλείστηκε σε άσυλο όταν έχασε τα λογικά του, προκαλεί τον Θεό να παίξει μαζί του μια τελευταία παρτίδα, παραχωρώντας του μάλιστα το πλεονέκτημα ενός στρατιώτη. Αυτός ο Εβραίος από τη Βοημία, μέσα στην τρέλα του είχε καταλάβει, πριν από τον Νίτσε, ότι όποιος αναμετριέται με τον Θεό γίνεται ο ίδιος Θεός.
Αυτό το σύντομο αφήγημα παρουσιάζει έναν μισάνθρωπο που δεν αντέχει άλλο τη βλακεία. Αναγνώστης του Φλωμπέρ, αποσύρεται στην ακροθαλασσιά, σε ένα ξενοδοχείο όπου δεν τον ξέρει κανείς και όπου, δόξα τω Θεώ, ούτε εκείνος γνωρίζει κανέναν. Θα συνάψει, ωστόσο, περίεργο δεσμό με έναν άγνωστο, εξίσου σιωπηλό και αινιγματικό σαν τον ίδιο, έναν κάποιο δον Σανδάλιο, που πηγαίνει στη λέσχη μόνο για να παίξει σκάκι, και παίζει χωρίς να αρθρώνει λέξη, με αρρωστημένη μανία.
"Για τον δον Σανδάλιο", γράφει ο Ουναμούνο, "οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ' άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ' τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπορεί και να 'χει δίκιο". Έξαλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το κακό και το καλό.
Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του "Τραγικού αισθήματος της ζωής", αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: "Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;".

Τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα είναι προικισμένα με οίστρο προφητικό. Ιδού ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο: έγραψε πριν μισό περίπου αιώνα την "Αγωνία του Χριστιανισμού", πριν, κάτω από την σκληρότατη πίεση των σύγχρονων μετασχηματισμών του βίου, σπάσουν οι πνευματικές φλέβες των ανθρώπων και διαποτίσουν τον κόσμο με αγωνία.
Η βαθύτατη γεύση του υπάρχειν είναι για τον συνειδητό άνθρωπο αγωνιώδης. Αλλά μια ζωή, των πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας, που διαφύλαγε σχεδόν ανέπαφη την κρούστα της κοινωνικής ζωής, δεν άφηνε παρά μονάχα στα προικισμένα πνεύματα να συλλάβουν δια του εαυτού τους τον παλμό της αγωνίας που άρχισε να συνταράζει την οικουμένη. Κι έπρεπε νάρθουν αποσβολωτικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας γεγονότα, ανομολόγητες κακουργίες, και μια τεχνολογική πρόοδος οπλισμένη με πάθος ριζικών ανανεώσεων της ζωής ώστε να βυθιστούμε όλοι, άγρυπνοι και ναρκωμένοι, στη λέμφο της αστάθειας των πάντων και της μεταβλητότητας και του εσωτερικού μας και του εξωτερικού κόσμου [...].
Ο προφητισμός του Ουναμούνο καταπλήσσει ακόμη βαθύτερα, όταν αναλογιστεί κανείς πως αναφέρεται στην αγωνία του Χριστιανισμού [...]. Στα 1924 η Εκκλησία ήταν θεσμός καθησυχαστικός με βαθύτατες προεκτάσεις κοινωνικής ισορροπίας κι ασφάλειας των κοινωνικών συστημάτων που στα σπλάγχνα της τη φιλοξενούσαν. Ακόμη, στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η Εκκλησία ήταν ο ουσιώδης παράγων που διέλυε και καθησύχαζε αντιδράσεις των ζωηρών αιμάτων μέσα στις κοινωνίες σε στενή συνεργασία με τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, παράγων ανασταλτικός εξελίξεων, λαβαίνοντας πάντα με τη μορφή προνομίων, πλούσιο το μερίδιό της για τη συνεργασία αυτή. Έπρεπε να περάσει, με οδύνη πολλή, μισός αιώνας πάνω από την οικουμένη για ν' αποκαλυφτεί [...] η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, η προσχώρησή της στον κόσμο αυτό. Και είμαστε σήμερα μάρτυρες μιας όλο κι ευρύτερης "αμφισβήτησης" στους κόλπους των Εκκλησιών, "αμφισβήτησης" που εκπηγάζει από τα ζωντανά και ανήσυχα πνεύματα που ζουν για την αγάπη του Χριστού.
Ο Ουναμούνο ξεκινά από την υπαρξιστική σύλληψη της ζωής ως αγώνα και ως αγωνίας για να αποκαλύψει τον Χριστιανισμό -την αληθινή ζωή- ως στην ουσία του αγώνα κι αγωνία. Αγωνία της σάρκας που ζητεί εν πνεύματι Αγίω να μεταμορφωθεί, αγωνία του στοχασμού που δεν αρκείται να κατακτήση το χώρο της λογικής αλλά αξιώνει να του επιτραπεί να εισχωρήσει και στο χώρο του μυστηρίου. Αυτή την έννοια έχει το πάθος του Ουναμούνο να βρει τη ρίζα του μυστηρίου στο λόγο και ν' αποκαλύψει τα αγωνιώδη για την ανθρώπινη ύπαρξη μυστικά του, αυτά που βρίσκονται στην πίστη, σ' εκείνους που άγραφοι κι αμόρφωτοι, πιστεύουν στη χάρη του Θεού και δέχονται τον αποκαλυπτικό φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος, φωτισμό που ο εγωισμός των δύστυχων μορφωμένων αναχαιτίζει.
Μέσα από το γεμάτο σάλο κείμενο του Ουναμούνο, γραμμένο σε ώρες ανυπόμονης εσωτερικής εγρήγορσης, αναπηδούν θέματα, σαν το θέμα της αρρενωπότητας της πίστης μας ή της αγάπης ως αγωνιώδους σύλληψης του βίου [...]. Έτσι, η άρνησή του του κοινωνικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού που σήμερα απειλεί την Εκκλησία μ' ενός άλλου είδους εκκοσμίκευση που τα μάτια των συνειδήσεών μας δεν διακρίνουν καθαρά, είναι μια απόρριψη προφητική που θα τη δεχτούμε καταφάσκοντας στα χρόνια που έρχονται.
Βέβαια, η συχνά δριμεία κριτική του δον Μιγέλ γίνεται με βάση τα δεδομένα του Ρωμαιοκαθολικισμού και για τούτο οι θαρραλέες του θέσεις και για τη Μεταρρύθμιση και για τους Ιησουΐτες. Αλλά η ενοραματική του ματιά σωστά βλέπει σήμερα πια, την πολιορκία της Εκκλησίας από τις δυνάμεις του κόσμου και την προσπάθειά τους να της μουδιάσουν τους σταθερά αγωνιώδεις κι επαναστατικούς της χυμούς, να της ακινητήσουν τα πνευματικά νεύρα που την κάμουν να στέκεται πάνω από τον κόσμο, κόσμο που ζει, απειλεί και μάχεται με όργανο το φόβο του θανάτου, με την δύναμη της ανάστασης και της αθανασίας του ανθρώπου που είναι η ουσία της ελευθερίας και της αγάπης, αλλά κι η ουσία της αυθεντικής αγωνίας ως άρνησης της δουλείας του θανάτου.Ο Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας, το κορυφαίο έργο του Ουναμούνο, συνοψίζει τα βασικά στοιχεία της ουναμουνικής σκέψης, συνενώνοντας τους διάσπαρτους ψιθύρους με τους οποίους ο συγγραφέας διαταράζει την υπαρξιακή μας ραστώνη. Κείμενο γεμάτο συμβολισμούς, προσεγγίζει με τολμηρό τρόπο τις έννοιες της ζωής και του θανάτου, μέσω της

CARICATURAS PARA GREGUERIAS

qUe es una biblioteca para ti?

qUe  es una biblioteca para ti?
expo en MADRID BNEDEL 18 DE ABRIL AL 28 DEL MAYO 2017

MADRID 17

Ignacio MEJIAS

Critic, poet, actor, sportsman

Sánchez then became a critic of his own faenas in La Unión. He held his own in this war of nerves and of image, but after several serious gorings, he got tired and left the circuit in 1927. That year he returned to Seville and arranged a meeting of young poets at his estate who wanted to pay homage to Luis de Góngora in his tricentenary. Here was born the famous Generación del 27. In their best-known group photo, Sánchez appears with his ever-present tipped hat, elegant, smiling.

He wrote several theater works, including Sinrazón, on a psychoanalytic theme, which María Guerrero introduced with great critical success, and which was translated into various languages. Also Zaya, an autobiographical piece on bullfighting and metaphysics. Other works included Ni más ni menos, a poetic farce; Soledad, an outline; and Las calles de Cádiz, a grand musical comedy for La Argentinita, with street urchins from La Isla, and including the popular songs of García Lorca.

He also led a conference on tauromaquia at Columbia University in New York. He was a movie actor, a polo player, an auto-racer, a novelist, a "poet", a friend of General Sanjurgo, an unsuccessful promoter of an airport in Seville, president of Real Betis soccer club, of the Red Cross, etc.

The end: Return to the bulls and to love affairs

In 1934 he returned to bullfighting. Earlier he had had a torrid affair with the French Hispanist Marcelle Auclair, whom he had met at the home of Jorge Guillén. His lovesickness was so clear to García Lorca that he wanted him to end the affair because he was convinced that La Argentinita would kill them both.

Sánchez followed Auclair to Paris, where he ran into her husband. She was afraid, and did not want to make a commitment. She returned the following year to see him fight and triumph in Santander. Thereafter their history does not continue, because it was interrupted by Sánchez's final destiny.

Domingo Ortega suffered an automobile accident, and his proxy, Dominguín, asked Sánchez to substitute for him in Manzanares, on 11 August 1934. This came at a bad time for Sánchez, but because the bulls were great he did not want to seem like he was avoiding them. He had no car, no hotel, not even a cuadrilla (bullfighting team). For the first time in his life, he turned to the lottery and drew two tickets with the numbers of the bulls of Ayala that he was scheduled to fight. The first, number 16, Granadino, docile, thin-horned and coarse-skinned, nevertheless gored him.

He did not want to be operated on in the miserable infirmary and asked to be taken back to Madrid, but the ambulance took several hours and the trip went very badly. Two days later he was diagnosed with gangrene. He died, in pain and delirium, on the morning of the 13th.

Trivia

See also



ΕΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

Ένας ισχυρός λόγος για τον οποίο οι αναρχικοί απαξιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, την πανάκεια που απορρέει από τον ...

ΤΣΟΥ ΓΟΥΤΙΕΡΕΘ .ΣΑΚΡΟΜΟΝΤΕ [ΜΠΑΡΙΟ ΝΤΕ ΦΛΑΜΕΝΚΟ]

Το Σακρομόντε και οι σπηλιές του υπήρξε πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες όπως ο Ντεμπυσύ, ο Γκλίνκα, και ο Λόρκα και εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης και τουρίστες και εκλεκτούς επισκέπτες της Ισπανίας. Το ντοκυμαντέρ αναβιώνει τη μνήμη της πιο φλαμένκο γειτονιάς στη Γη: του Σακρομόντε. Δια των επιζώντων της χρυσής του εποχής που χάθηκε, των ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών που ασχολήθηκαν με το φλαμένκο, θα διανύσουμε το παρελθόν για να ξαναβρούμε τις ρίζες τους και τις αναμνήσεις τους. Επί 200 χρόνια, στο Σακρομόντε, στις σπηλιές που βρίσκονταν στις πλαγιές του, κατοικούσαν οι τσιγγάνοι, οι οποίοι το προτίμησαν επειδή πήγαιναν πολύ προσκυνητές στο Αβαείο του Σακρομόντε, που αποτελούσαν πηγή εσόδων γι’ αυτούς. Το φλαμένκο δεν έγινε απλώς μέσο διασκέδασης των προσκυνητών και για να κερδίζουν τα προς το ζην, αλλά μια τέχνη που μεταδίδεται από τους γονείς στα παιδιά. Στην δεκαετία του 60 η γειτονιά έφρασε στο αποκορύφωμά της, με 4.000 κατοίκους που ασχολούνταν όλοι με το φλαμένκο, όλοι ήξεραν να παίζουν κιθάρα, να τραγουδούν ή να χορεύουν. Οι πλημμύρες του 1963 προκάλεσαν την μετεγκατάσταση όλων των κατοίκων της γειτονιάς και η οικογένεια του φλαμένκο διασκορπίστηκε σε άλλες περιοχές της Γρανάδας, με αποτέλεσμα να μην ξαναϋπάρξει αυτό το κλίμα του συλλογικού χορού και του τραγουδιού που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά.
Στα ισπανικά με υποτίτλους στα ελληνικά.
Trailer: https://www.youtube.com/ watch?v=uR94oQ0SXi4

Λόπε ντε Βέγκα


Ανθισμένες αυγούλες
του κρύου χειμώνα
θυμηθείτε το παιδί μου
που κοιμάται στα χιόνια.
Καλότυχες αυγές
του κρύου Δεκέμβρη,
που μ'ανθούς ο ουρανός
και ρόδα σας ραίνει,
εσείς όντας σκληρές
κι ο Θεός όλο συμπόνοια
θυμηθείτε το παιδί μου
που κοιμάται στα χιόνια

blasco

blasco
Mamulian

Ορθογεννές συνέδριο γιά τήν ειρήνη 1949.

bio

bio

bio


Το τραγούδι του καβαλάρη

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.

Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μεσ' απ' τον κάμπο μέσ' απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ' τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.

Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ' άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

από την ανθολογία Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα
Εκδόσεις: Κείμενα, 1984


* * *

GOMEZ DE LA SERNA

Στο Ισπανικό Λεξικό θα μπορούσαμε να διαβάσουμε πως Gregueria σημαίνει ασυναρτησία κι ακόμα φωνασκία και θολούρα. Ο Σέρνα βρήκε πως σε παλιά λεξικά Γκρεγκερία σημαίνει τις κραυγές των μικρών γουρουνιών όταν πάνε πίσω από τη μητέρα τους. Τώρα πια όμως, από το 1960 και μετά, υπάρχει και η αναφορά σ' αυτό το είδος, ας πούμε, του αποφθέγματος που δημιούργησε και επέβαλε ο Σέρνα "για να αναφέρεται σ' ένα είδος λογοτεχνικού σχολίου, σύντομου και πνευματώδους, σχετικά με κάποια άποψη της ανθρώπινης πραγματικότητας". (. . .) (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

CERVANTES 400 ANOS

-

-.-.

-.-.
pablo

-

PICASSO

PCS

PCS
GREAT SENCECIONAL PICASSO

PICASSO

PICASSO

PICASSO
OLGA

PICASSO

PICASSO
COPIE BY

PICASSO

LAS ESCLAVAS DE PICASSO

LAS   ESCLAVAS    DE    PICASSO
Ο ΠΙΚΑΣΣΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥΣ {ΚΛΕΕ,ΝΤΑΛΙ,ΧΟΛΝΤΕΡ,ΣΚΡΙΑΜΠΙΝ ΚΤΛ} ΠΟΥ ΕΛΕΓΑΝ ΟΤΙ ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΝ ΜΥΣΤΙΚΟΠΑΘΩΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΝ ΜΑ ΗΤΑΝ ΑΠΛΑ ΕΝΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΝΔΙΕΦΕΡΕ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΤΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΑΥΤΗ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΕΙ

-

-

-

P.C.

PICASSO

ΜΠΑΛΖΑΚ

-ΠΙΚΑΣΣΟ

ΠΙΚΑΣΣΟ ΕΛΥΑΡ

ΠΙΚΑΣΣΟ

ΠΙΚΑΣΣΟ

ΠΙΚΑΣΣΟ

ΠΙΚΑΣΣΟ
ΜΠΑΛΖΑΚ

ΠΙΚΑΣΣΟ

ΠΙΚΑΣΣΟ
ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ [[ΜΕΝΙΝΑΣ]] ΜΕ ΥΠΕΡΟΧΑ ΑΥΘΟΡΜΗΤΗ ΜΥΣΤΙΚΟΠΑΘΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ-ΠΟΥ ΜΟΝΟ ΜΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΛΗΛΙΣΘΕΙ

ΠΙΚΑΣΣΟ

-

ΥΠΕΡΟΧΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΙΚΑΣΣΟ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ

ΥΠΕΡΟΧΑ   ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΟ   ΕΡΓΟ  ΤΟΥ  ΠΙΚΑΣΣΟ  ΜΕ  ΘΕΜΑ  ΤΗΝ  ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ
ΕΝΑΣ 100% ΚΑΤΣΤΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

ΚΥΒΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΑ

-

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΑ..ΠΟΥ ΤΟΝ ΦΛΟΓΙΖΕ ΑΠΟ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Η  ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ   ΤΟΥ  ΜΟΥΣΑ..ΠΟΥ  ΤΟΝ  ΦΛΟΓΙΖΕ  ΑΠΟ  ΕΜΠΝΕΥΣΗ
ΣΥΛΒΕΤ ΝΤΑΒΙΝΤ ..ΑΠΟΛΥΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

PICASSO

PICASSO
ΜΑΕΣΤΡΟΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΕΝΤΕ..ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑ ΥΦΟΣ ΠΑΡΕΜΦΕΡΕΣ ΜΕ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΥ ΚΑΤΑΛΑΝΟΥ ΠΕΣΙΜΙΣΤΗ ΝΟΝΕΛ

ΒΕΝΑΒΕΝΤΕ


MOY TAIPIAZEI
Το χρήμα δεν μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους, όμως είναι το μόνο που μπορεί να μας αποζημιώσει αν δεν είμαστε.

Jacinto Benavente, 1866-1954, Ισπανός συγγραφέας

♦Η ειρωνεία είναι μια θλίψη που δεν μπορεί να κλάψει, και γι’ αυτό χαμογελάει.

Jacinto Benavente, 1866-1954, Ισπανός συγγραφέας

♦Ο εχθρός αρχίζει να γίνεται επικίνδυνος όταν αρχίζει να έχει δίκιο.

Jacinto Benavente, 1866-1954, Ισπανός συγγραφέας

♦Η πειθαρχία είναι όταν ένας ηλίθιος αναγκάζει να τον υπακούν άνθρωποι που είναι πιο έξυπνοι.

Jacinto Benavente, 1866-1954, Ισπανός συγγραφέας

♦Όταν δεν σκέφτεται κανείς τι λέει, λέει αυτό που σκέφτεται.

Jacinto Benavente, 1866-1954, Ισπανός συγγραφέας

♦Η ζωή μάς έχει μάθει πως, καμιά φορά, για να είσαι καλός, θα πρέπει να σταματήσεις να είσαι τίμιος.
Εκτός κι αν η δύναμη της σκέψης συνοδεύεται από δύναμη για δράση, μια ανώτερη διάνοια ζει ένα συνεχές μαρτύριο.

ΑΤΑΚΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΛΔΕΡΟΝ ΠΟΥ Ο ΒΕΡΛΑΙΝ ΤΟΝ ΘΕΩΡΟΥΣΕ ΩΣ ΑΝΩΤΕΡΟ ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ

ΟΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΥΔΡΑΣ.Η ΜΙΑ ΞΕΠΗΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ [ΕΛΑΦΡΩΣ...ΤΟΛΣΤΟΙΚΟ]


ΜΕ ΤΟ ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ ΒΡΙΣΚΕΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΚΤΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗ [...Η ΤΗΝ ΖΗΜΕΝΣ]


Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΔΕΝ ΠΑΡΑΠΟΝΙΕΤΑΙ.ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΗ ΛΗΣΜΟΝΟΥΜΕ ΕΥΚΟΛΑ.

ΠΟΤΕ Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΛΕΕΙ ΨΕΜΑΤΑ?


ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΤΑΠΙΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΔΥΣΚΟΛΑ ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥΣ.


Η ΙΔΙΑ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΓΙΔΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΠΛΕΞΙΜΟ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙΣ.


Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΜΙΣΗΣ ΜΑΣ [ΤΗΣ] ΖΩΗΣ Ο ΥΠΝΟΣ.

dora maar

dora  maar
ή γερνίκα εν τω γίγνεσθαι.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ 2014 ΜΠΕΝΑΒΕΝΤΕ [[ΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΝΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ]] ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗ

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ 2014 ΜΠΕΝΑΒΕΝΤΕ [[ΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΝΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ]] ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗ
O PICASSO HTAN ή επιτομή τής ανθρώπινου φαντασίας

picasso

PICASSO

picasso

PICASSO

PICASSO

PICASSO

picasso

PICASSO

picasso

PICASSO

picasso

PICASSO

PICASSO

picasso

PICASSO

picasso

POCASSO

pocasso

PICASSO

picasso

PICASSO

PICASSO

picasso

PICASSO

PICASSO

picasso

FACE BOOK

picasso

picasso

picasso

ΜΠΕΝΑΒΕΝΤΕ= ΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΝΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ Κ.Θ.Β.Ε. 1982

PICASSO

PICASSO
WWW.MAKRISORESTHS.BLOGSPOT.COM

PICASSO

valdes l..

Ο "Πολύφημος" του Αρμάντο Παλάθιο Βαλντές


Μεταφράζει ο Τάσος Ψάρρης

Ο Αρμάντο Παλάθιο Βαλντές (Armando Palacio Valdés) γεννήθηκε στο Εντράλγο της επαρχίας της Αστούριας το 1853 και πέθανε στη Μαδρίτη το 1938. Αποτελεί μια εμβληματική φυσιογνωμία των ισπανικών γραμμάτων κι έναν από τους πιο γνήσιους εκπροσώπους του ισπανικού ρεαλισμού. Σύγχρονος του Γκαλντός και του Κλαρίν, κατέγραψε τα πάθη και τις ροπές της πιο ταραγμένης περιόδου της ιστορίας της πατρίδας του χρησιμοποιώντας έναν απαράμιλλο συνδυασμό χιούμορ, ειρωνείας και συναισθηματισμού. Το έργο του διαπνέεται από βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής και βρίθει αναλυτικών περιγραφών που ανάγουν το περιβάλλον σε κεντρικό πρωταγωνιστή.

Το διήγημα Πολύφημος (Polifemo), το οποίο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, δημοσιεύτηκε το 1924 στο περιοδικό Lecturas. Είναι από τα πιο φημισμένα έργα του, μαζί με το μυθιστόρημα Η αδελφή Σαν Σουλπίσιο (Εκδόσεις Γνώση, 1990). Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ρεαλιστικής γραφής και της πρόθεσης του συγγραφέα να καταδείξει τις μεγάλες αντιθέσεις της καθημερινότητας στις οποίες για τον ίδιο βασίζεται και η ομορφιά της ζωής.

**

Ο συνταγματάρχης Τολεδάνο, γνωστός με το ψευδώνυμο Πολύφημος, ήταν ένας θηριώδης, γιγαντόσωμος, επιβλητικός άντρας με αυστηρό διασκελισμό, ντυμένος με μακριά ρεντιγκότα, καρό παντελόνι και ψηλό καπέλο με πολύ πλατύ και σηκωμένο μπορ· είχε τεράστια άσπρα μουστάκια, βροντερή φωνή και ατσάλινη καρδιά. Το πιο σημαντικό όμως απ’ όλα ήταν το αιμοβόρο βλέμμα που εκτόξευε από το ένα και μοναδικό του μάτι και το οποίο ενέπνεε τρόμο και δέος. Ο συνταγματάρχης ήταν μονόφθαλμος. Στον πόλεμο της Αφρικής είχε σκοτώσει πολλούς Μαυριτανούς και είχε αντλήσει μέγιστη ευχαρίστηση ξεριζώνοντας τα ακόμα παλλόμενα σπλάχνα τους. Τουλάχιστον αυτό πιστεύαμε τυφλά εμείς τα παιδιά που πηγαίναμε να παίξουμε μετά το σχολείο στο πάρκο Σαν Φρανθίσκο, στην εξόχως αρχοντική και ηρωική πόλη του Οβιέδο.
Όταν είχε καλό καιρό, από τις δώδεκα μέχρι τις δύο το μεσημέρι, ο αδυσώπητος πολεμιστής πήγαινε κι αυτός στο πάρκο για να περπατήσει. Διακρίναμε από πολύ μακριά, ανάμεσα στα δέντρα, την αγέρωχη φυσιογνωμία του που ενέπνεε τρόμο στις παιδικές μας καρδιές· όταν δεν τον βλέπαμε, ακούγαμε την στεντόρεια φωνή του που αντηχούσε ανάμεσα στις φυλλωσιές σαν ορμητικός χείμαρρος.
Ο συνταγματάρχης ήταν και κουφός συνάμα, μιλούσε πάντα φωνάζοντας.
«Θα σας πω ένα μυστικό» έλεγε σε όποιον τύχαινε να τον συνοδεύει στον περίπατο. «Η ανιψιά μου η Χαθίντα δεν θέλει να παντρευτεί το παιδί του Ναβαρέτε».
Κι όλοι όσοι βρίσκονταν σε ακτίνα διακοσίων μέτρων μάθαιναν το μυστικό.
Συνήθως περπατούσε μόνος· όταν όμως πλησίαζε κάποιος φίλος του, το θεωρούσε καλό σημάδι. Ίσως αποδεχόταν με ευχαρίστηση την παρέα γιατί του δινόταν η ευκαιρία να κάνει επίδειξη των φωνητικών του δυνατοτήτων. Η αλήθεια είναι πως όταν είχε συνομιλητή, το πάρκο του Σαν Φρανθίσκο σειόταν. Έπαυε πλέον να είναι ένας δημόσιος χώρος περιπάτου, και υπεισερχόταν στην αποκλειστική επικράτεια του συνταγματάρχη. Το κελάηδημα των πουλιών, ο ψίθυρος του ανέμου, το γλυκό μουρμουρητό των πηγών, όλα σταματούσαν. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η επιβλητική, αυταρχική, βλοσυρή φωνή του μαχητή της Αφρικής. Σε τέτοιο βαθμό που νόμιζες πως ο ιερέας που τον συνόδευε (εκείνη την ώρα μόνο μερικοί ιερείς συνήθιζαν να περπατάνε στο πάρκο) ήταν εκεί μόνο και μόνο για να ξεκλειδώσει τη μία μετά την άλλη τις μυστικές πόρτες της φωνής του συνταγματάρχη. Πόσες και πόσες φορές, ακούγοντας εκείνες τις τρομερές, εκκωφαντικές κραυγές, βλέποντας τις οργισμένες του χειρονομίες και το φλογισμένο του μάτι, δεν σκεφτήκαμε ότι θα χιμούσε στον δύστυχο κληρικό που είχε την κακή ιδέα να πάει κοντά του!
Αυτός ο τρομακτικός άντρας είχε έναν ανιψιό οκτώ με δέκα ετών, δηλαδή στην ηλικία μας. Τον φουκαρά! Όποτε τον βλέπαμε στο πάρκο, ήταν αδύνατον να μην αισθανθούμε για εκείνον απέραντη συμπόνοια. Κάποτε είδα έναν θηριοδαμαστή να βάζει ένα πρόβατο στο κλουβί του λιονταριού. Το θέαμα μου προκάλεσε την ίδια εντύπωση όπως και όταν έβλεπα τον Γασπαρίτο Τολεδάνο να περπατάει με τον θείο του. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πώς μπορούσε εκείνο το κακόμοιρο παιδί να συνεχίζει να έχει όρεξη και να ζει σαν κανονικός άνθρωπος, πώς δεν πάθαινε κάτι η καρδιά του και δεν πέθαινε βασανισμένος από έναν αργό πυρετό. Όταν περνούσαν μερικές μέρες χωρίς να εμφανιστεί στο πάρκο, μας έζωνε η ίδια αμφιβολία. «Λες να τον έφαγε για κολατσιό;» Κι όταν τελικά τον βρίσκαμε σώο και αβλαβή κάπου, αισθανόμασταν ταυτόχρονα έκπληξη και ανακούφιση. Ήμασταν σίγουροι όμως ότι κάποτε θα γινόταν το θύμα ενός από τα αιμοβόρα καπρίτσια του Πολύφημου.
Εκτός απ’ αυτό το ανίψι, το τέρας είχε κι έναν σκύλο που πρέπει να βίωνε παρόμοια δυστυχία, αν και ούτε εκείνου τού φαινόταν. Ήταν ένας μεγάλος, λυτός, όμορφος, ρωμαλέος, μολοσσός με γαλαζωπό τρίχωμα που άκουγε στο όνομα Μουλέι, σίγουρα σε ανάμνηση κάποιου φουκαρά Μαυριτανού που είχε ξεπαστρέψει ο αφέντης του. Ο Μουλέι, όπως κι ο Γασπαρίτο, ζούσε υπό την εξουσία του Πολύφημου όπως στην αγκαλιά μιας οδαλίσκης. Χαριτωμένος, παιχνιδιάρης, φιλικός, ανίκανος για την οποιαδήποτε δολιότητα, ήταν, χωρίς καμία διάθεση να προσβάλλουμε κανέναν, ο λιγότερο φοβητσιάρης και ο πιο προσηνής σκύλος απ’ όσους έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Επομένως δεν είναι καθόλου περίεργο που όλα τα παιδιά είχαμε ξετρελαθεί μαζί του. Όταν ήταν εφικτό, όταν δεν υπήρχε κίνδυνος να το αντιληφθεί ο συνταγματάρχης, σκοτωνόμασταν για το ποιος θα είχε την τιμή να του δώσει ψωμί, μπισκότα, τυρί και άλλες λιχουδιές που μας έδιναν οι μαμάδες μας για κολατσιό. Ο Μουλέι τα δεχόταν όλα με ανυπόκριτη ευχαρίστηση, και μας εξέφραζε καθαρά τη συμπάθεια και την ευγνωμοσύνη του. Για να γίνει όμως αντιληπτό το πόσο ευγενικά και ανιδιοτελή ήταν τα αισθήματα αυτού του αξέχαστου σκυλιού, και για να του προσδώσω έναν χαρακτήρα ακατάλυτου υποδείγματος για σκύλους και ανθρώπους, θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν έδειχνε τη μεγαλύτερη συμπάθεια σε όποιον του χάριζε τα περισσότερα. Μερικές φορές έπαιζε μαζί μας ένα φτωχόπαιδο από το ορφανοτροφείο ονόματι Αντρές (στην επαρχία εκείνο τον καιρό δεν υπήρχαν κοινωνικές διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά), ο οποίος δεν μπορούσε να του δώσει τίποτα γιατί δεν είχε τίποτα. Καμία σημασία δεν είχε· ο Μουλέι έδειχνε προτίμηση σ’ εκείνον. Τα πιο ζωηρά κουνήματα της ουράς, τα πιο έντονα και θερμά χάδια ήταν αφιερωμένα σ’ αυτόν, εις βάρος των υπολοίπων. Πρώτης τάξης παράδειγμα για τους απανταχού βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας!
Άραγε μάντευε ο Μουλέι ότι εκείνο το ανήμπορο, εκείνο το μονίμως σιωπηλό και σκυθρωπό παιδί είχε μεγαλύτερη ανάγκη από ό,τι εμείς την αγάπη του; Δεν ξέρω, αλλά έτσι φαινόταν.
Ο Αντρεσίτο από τη μεριά του είχε φτάσει στο σημείο να αγαπήσει παράφορα αυτό το ζώο. Όταν παίζαμε εφτάπετρο ή πεντόβολα στο βορειότερο σημείο του πάρκου και εμφανιζόταν ξαφνικά ο Μουλέι, ήταν γνωστό αυτό που θα ακολουθούσε: ο σκύλος φώναζε κατά μέρος τον Αντρεσίτο και διασκέδαζε μαζί του επί πολλή ώρα, λες και ήθελε να του εμπιστευτεί κάποιο μυστικό. Η κολοσσιαία σιλουέτα του Πολύφημου διαγραφόταν ανάμεσα στα δέντρα.
Αυτές όμως οι φευγαλέες, αγωνιώδεις συναντήσεις ικανοποιούσαν ελάχιστα το ορφανό. Όπως κάποιος βαθιά ερωτευμένος, ανυπομονούσε να απολαύσει την παρέα του ινδάλματός του επί μακρόν και κατ’ ιδίαν.
Έτσι, ένα απόγευμα, με απίστευτο θάρρος και μπροστά στα μάτια μας, πήρε τον σκύλο μαζί του στο Άσυλο, όπως ονομάζεται το Ορφανοτροφείο του Οβιέδο, και γύρισε ούτε λίγο ούτε πολύ ύστερα από μία ώρα. Ακτινοβολούσε χαρά. Και ο Μουλέι έμοιαζε κατευχαριστημένος. Ευτυχώς, ο συνταγματάρχης δεν είχε βγει ακόμα για περίπατο ούτε αντιλήφθηκε την εξαφάνιση του σκύλου του.
Αυτές οι αποδράσεις επαναλήφθηκαν και τα επόμενα απογεύματα. Ο Αντρεσίτο και ο Μουλέι δένονταν με όλο και πιο στενούς δεσμούς φιλίας. Ο Αντρεσίτο ήταν έτοιμος να δώσει και τη ζωή του για τον Μουλέι. Και είμαι βέβαιος ότι αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία, κι ο τελευταίος το ίδιο θα έκανε.
Το ορφανό όμως ακόμα δεν ήταν ικανοποιημένο. Λαχταρούσε να πάρει τον Μουλέι στο Άσυλο για να κοιμηθούν μαζί. Επειδή ήταν βοηθός του μάγειρα, κοιμόταν σ’ έναν από τους διαδρόμους δίπλα στο δωμάτιό του, σ’ ένα ρημαγμένο στρώμα από φλούδες καλαμποκιού. Ένα απόγευμα πήρε τον σκύλο στο Ορφανοτροφείο και δεν γύρισε. Πόσο τη χάρηκε εκείνη τη νύχτα το φουκαριάρικο! Τα χάδια του Μουλέι ήταν τα μοναδικά που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Πρώτα οι δάσκαλοι και μετά ο μάγειρας, του είχαν μιλήσει πάντα με τον βούρδουλα στο χέρι. Κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι σαν δύο εραστές. Και το ξημέρωμα, το παιδί ένιωσε το τσούξιμο από μια ξυλιά που του είχε δώσει ο μάγειρας το προηγούμενο απόγευμα. Έβγαλε το πουκάμισο:
«Κοίτα, Μουλέι» είπε σιγανά δείχνοντάς του τη μελανιά.
Ο σκύλος, περισσότερο φιλεύσπλαχνος από τον άνθρωπο, έγλειψε τη μωλωπισμένη του σάρκα.
Αργότερα, όταν άνοιξαν τις πόρτες, τον άφησε ελεύθερο. Ο Μουλέι έτρεξε στο σπίτι του αφεντικού του· το απόγευμα όμως βρισκόταν πάλι στο πάρκο έτοιμος να ακολουθήσει τον Αντρεσίτο. Ξανακοιμήθηκαν μαζί εκείνη τη νύχτα, και την επόμενη, και τη μεθεπόμενη. Η ευτυχία όμως δεν διαρκεί πολύ σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Αντρεσίτο ήταν ένας ευτυχισμένος στο χείλος ενός γκρεμού.
Ένα απόγευμα, την ώρα που ήμασταν όλοι μαζεμένοι και παίζαμε ένα παιχνίδι, ακούσαμε πίσω μας δυο τρομερές κανονιές:
«Αλτ! Αλτ!»
Όλα τα κεφάλια έστριψαν σαν να είχαν απελευθερωθεί από ένα ελατήριο. Μπροστά μας ορθωνόταν η κυκλώπεια μορφή του συνταγματάρχη Τολεδάνο.
«Ποιος από εσάς είναι ο απατεωνάκος που απαγάγει κάθε βράδυ τον σκύλο μου; Για πείτε μου».
Νεκρική σιγή στην ομήγυρη. Είχαμε παραλύσει από τον τρόμο, είχαμε πετρώσει, σαν να ήμασταν από ξύλο.
Το σάλπισμα της τελικής κρίσης αντήχησε πάλι:
«Ποιος είναι ο απαγωγέας; Ποιος είναι ο ληστής; Ποιος είναι ο άθλιος;…»
Το φλεγόμενο μάτι του Πολύφημου μας καταβρόχθιζε τον έναν μετά τον άλλον. Ο Μούλει, που τον συνόδευε, μας κοιτούσε κι αυτός με τα δικά του πιστά, αθώα μάτια, κουνώντας ζωηρά την ουρά σε ένδειξη ανησυχίας.
Τότε ο Αντρασίτο, άσπρος σαν κερί, έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε:
«Δεν φταίει κανείς απ’ αυτούς, κύριε. Εγώ ήμουν».
«Πώς;»
«Εγώ ήμουν» επανέλαβε το παιδί πιο δυνατά.
«Ώστε έτσι! Εσύ ήσουν!» είπε ο συνταγματάρχης χαμογελώντας βλοσυρά. «Και δεν ξέρεις σε ποιον ανήκει ο σκύλος;»
O Αντρεσίτο έμεινε βουβός.
«Δεν ξέρεις σε ποιον ανήκει;» ξαναρώτησε κραυγάζοντας.
«Ναι, κύριε».
«Τι;… Μίλα πιο δυνατά».
Κι έβαλε το χέρι στο αυτί για να ενισχύσει την ακοή του.
«Ναι, κύριε».
«Λοιπόν, σε ποιον ανήκει;»
«Στον κύριο Πολύφημο».
Έκλεισα τα μάτια. Νομίζω ότι και οι φίλοι μου έκαναν το ίδιο. Όταν τα ξανάνοιξα, πίστευα πως ο Αντρεσίτο είχε πια σβηστεί από τον χάρτη. Ευτυχώς, δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Ο συνταγματάρχης τον κοίταζε σταθερά, περισσότερο με περιέργεια παρά με οργή.
«Και γιατί τον παίρνεις;»
«Γιατί είναι φίλος μου και με αγαπάει» είπε το παιδί με αποφασιστική φωνή.
Ο συνταγματάρχης τον κοίταξε πάλι σταθερά.
«Καλώς» είπε τελικά. «Αλλά μην διανοηθείς να τον ξαναπάρεις. Αν το ξανακάνεις, θα σου βγάλω τα αυτιά».
Και τσούλησε με μεγαλοπρέπεια με τα τακούνια. Πριν όμως κάνει ένα βήμα, έφερε το χέρι στο γιλέκο, έβγαλε ένα κέρμα και είπε γυρνώντας κάνοντας μεταβολή:
«Πάρε, να αγοράσεις γλυκά. Μην διανοηθείς όμως να απαγάγεις ξανά τον σκύλο! Σε προειδοποιώ!»
Κι απομακρύνθηκε. Μετά από τέσσερα πέντε βήματα γύρισε το κεφάλι. Ο Αντρεσίτο είχε αφήσει το κέρμα να πέσει στο έδαφος και κλαψούριζε σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα χέρια. Ο συνταγματάρχης γύρισε πίσω γρήγορα.
«Κλαις; Μα γιατί; Μην κλαις, παιδί μου».
«Τον αγαπάω πολύ…, είναι ο μόνος που μ’ αγαπάει στον κόσμο» βόγκηξε ο Αντρές.
«Ποιανού είσαι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης έκπληκτος.
«Μένω στο Άσυλο».
«Τι;» φώναξε ο Πολύφημος.
«Είμαι ορφανός».
Τότε είδαμε τον συνταγματάρχη να παραμορφώνεται. Όρμησε στο παιδί, τράβηξε τα χέρια του από το πρόσωπο, του σκούπισε τα μάτια με το μαντήλι του, το αγκάλιασε και το φίλησε, επαναλαμβάνοντας με υπερδιέγερση:
«Συγχώρα με, παιδί μου, συγχώρα με! Μη δίνεις σημασία σ’ όσα σου είπα… Δεν το ήξερα… Μπορείς να παίρνεις τον σκύλο όποτε θες… Έχε τον μαζί σου όση ώρα θες, σύμφωνοι;… Όση ώρα θες…»
Κι αφού τον ηρέμησε μ’ αυτά και με άλλα λόγια, που τα πρόφερε με μια φωνή κατά τη γνώμη μας αδιανόητη, συνέχισε τη βόλτα του γυρνώντας κάθε τόσο για να του φωνάξει:
«Μπορείς να τον παίρνεις όποτε θες, παιδί μου, σύμφωνοι…; Όποτε θες…. μ’ ακούς;»
Ο Θεός να με συγχωρέσει, αλλά θα ορκιζόμουν ότι είδα ένα δάκρυ στο αιμοβόρο μάτι του Πολύφημου.


ΦΕΛΙΞ ΔΕ ΛΟΠΕ ΝΤΕ ΒΕΓΑ Υ ΚΑΡΠΙΟ

ΦΕΛΙΞ   ΔΕ  ΛΟΠΕ  ΝΤΕ  ΒΕΓΑ   Υ   ΚΑΡΠΙΟ
ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΤΗΣ ΒΑΛΕΝΣΙΑ

joyce1.jpg

Τζόις αυτοσαρκάζεται για το περιεχόμενο του Οδυσσέα, ενός συναρπαστικά γοητευτικού συγγραφικού άθλου
Ο Τζέιμς Τζόις υπήρξε ένας εκ των κορυφαίων μοντερνιστών συγγραφέων που με τη μοναδική και ρηξικέλευθη γραφή του συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της σύγχρονης πεζογραφίας.
H βιογραφία του σε κόμικς με τίτλο «Τζέημς Τζόυς - Το πορτρέτο ενός Δουβλινέζου»του Αλφόνσο Θαπίκο (μετάφραση: Αγγελος Δόξας), που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις γράμματα, δίνει στον αναγνώστη όλα τα απαραίτητα στοιχεία γνωριμίας με τον Ιρλανδό πρωτοπόρο λογοτέχνη.
Στις 16 Ιουνίου, όπως κάθε χρόνο, γιορτάστηκε η Bloomsday. Η 16η Ιουνίου είναι η μέρα κατά την οποία διαδραματίζεται ολόκληρος ο «Οδυσσέας», το πιο εμβληματικό έργο του Τζόις με πρωταγωνιστή τον Λέοπολντ Μπλουμ.
Ακούγεται πράγματι παράδοξο να έχει καθιερωθεί μια επετειακή εορτή με αφορμή τη μέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα ένα λογοτεχνικό έργο.
Εξηγείται όμως. Το έργο του Τζέιμς Τζόις (1882-1941) είναι τόσο σπουδαίο και τόσο επιδραστικό μέχρι σήμερα, που μια τέτοια γιορτή μόνο υπερβολή δεν είναι.
Εκτός όμως από τον «Οδυσσέα», ο Τζόις έχει δημιουργήσει και άλλα αριστουργήματα όπως το «Πορτρέτο του καλλιτέχνη», τους «Δουβλινέζους», την «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» κ.ά.
Τα πολλαπλά πρόσωπα του Τζόις σε μια απόπειρα να καθιερωθεί στους συγγραφικούς κύκλους και να αποκτήσει φήμη |


Το βιβλίο του Θαπίκο τηρεί την παραδοσιακή φόρμα των βιογραφιών, ακολουθώντας μια αυστηρά χρονολογική εξέλιξη των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του Τζόις, εκκινώντας από τη γέννησή του σε ένα προάστιο του Δουβλίνου και συνεχίζοντας με τα πρώτα χρόνια του στο Κλόνγκοουζ Γουντ, το περιβόητο οικοτροφείο των Ιησουιτών που αποτελεί και τον βασικό τόπο στον οποίο εξελίσσεται και το μεγαλύτερο μέρος τού εν μέρει αυτοβιογραφικού «Πορτρέτου του καλλιτέχνη».
Μέσω της βιογραφίας, ωστόσο, ο Θαπίκο αναπτύσσει εν συντομία και τα βασικά πολιτικά και θρησκευτικά διακυβεύματα της σύγκρουσης για την ανεξαρτησία ανάμεσα σε Ιρλανδία και Μεγάλη Βρετανία του τελους του 19ου αιώνα.
Ακολουθεί η εφηβεία στο κολέγιο Μπελβεντέρε και η προσπάθεια του Τζόις να παραμείνει πιστός στις θρησκευτικές του «υποχρεώσεις» και στην πνευματική του προσήλωση στον Θεό παρά τους σαρκικούς πειρασμούς που τον κατακλύζουν μέχρι εντέλει να ενδώσει στις «αμαρτίες» και στην «ακολασία».
Οι ενοχές είναι βαριές, αλλά ανάμεσα στο ηθικό δίλημμα της σωματικής απόλαυσης και της θρησκευτικής πίστης θα επιλέξει, ευτυχώς, την πρώτη.
Στα πανεπιστημιακά του χρόνια θα ασχοληθεί με τη συγγραφή ποίησης και θα κάνει κάποιες λογοτεχνικές κριτικές, ενώ αμέσως μετά αποφασίζει να μετακομίσει στο Παρίσι, τάχα για να σπουδάσει Ιατρική, στην πραγματικότητα για να αναμιχθεί με τους κύκλους των μποέμ, να διαβάσει λογοτεχνία, να δει θεατρικές παραστάσεις και να καταναλώσει αψέντι.
Joyce3Οι γνωριμίες του Τζόις με τις καλλιτεχνικές μεγαλοφυΐες της εποχής δεν είχαν πάντα ευτυχή κατάληξη |
Το 1903, ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας του τον αναγκάζει να επιστρέψει στο Δουβλίνο και να προσγειωθεί στη σκληρή πραγματικότητα της ζωής, προσπαθώντας να επιβιώσει γράφοντας λογοτεχνικές κριτικές.
Ο παθιασμένος έρωτάς του με τη Νόρα Μπάρνακλ τον ανανέωσε και αναζοπύρωσε το ενδιαφέρον του για το γράψιμο.
«Του λοιπού, άρχισε να βλέπει τον κόσμο εχθρικά. Με δύναμή του τη Νόρα και την τέχνη, κήρυξε τον πόλεμο στην παράλυτη κοινωνία, στην αντιδραστική εκκλησία, ακόμη και στη λογοτεχνική αναγέννηση της Ιρλανδίας, που ήταν αναπόσπαστο μέρος του», αφηγείται ο Θαπίκο, σχεδιάζοντας τον Τζόις στα 22 του χρόνια να δηλώνει στη μούσα του: «Περιφρονώ την κοινωνική τάξη πραγμάτων! Περιφρονώ την εκκλησία και τις αξίες του κατεστημένου… Είμαι ένας παρίας, ένας άσωτος που κρατάει με τα δόντια την περηφάνια του!»
Στη συνέχεια θα αρχίσουν τα ταξίδια προς αναζήτηση επαγγελματικής στέγης αλλά και λόγω τυχοδιωκτισμού και «συλλογής εμπειριών».
Λονδίνο, Παρίσι, Ζυρίχη, Τεργέστη, Πόλα, Ρώμη και πάλι Τεργέστη, όπου θα στεριώσει μέχρι το 1915 σε ένα σταυροδρόμι πολιτισμών και θρησκειών. Εκεί τέλειωσε τη «Μουσική δωματίου» και τους «Δουβλινέζους», καταστάλαξε ιδεολογικά στον σοσιαλισμό και σφυρηλατήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα του η ανάγκη για αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας.
Οι ιδέες του δεν είχαν τελειωμό ποτέ και, έτσι, σε μια από τις επιστροφές του στο Δουβλίνο, άνοιξε τον πρώτο κινηματογράφο της πόλης, το θρυλικό «Σινέ-Βόλτα» το 1909 που χρεοκόπησε και έκλεισε λίγους μήνες αργότερα.
Ακολούθησε η συγγραφή του «Πορτρέτου του καλλιτέχνη», που έπειτα από πολλές διαδοχικές εκδοτικές απορρίψεις λόγω «άσεμνων» περιγραφών αλλά και για πολιτικούς λόγους κυκλοφόρησε χρόνια αργότερα, και οι «Εξόριστοι».
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανάγκασε την οικογένεια Τζόις, που πλέον είχε αποκτήσει δύο παιδιά, να μεταφερθεί στη Ζυρίχη, παρά τις συμβουλές των Εζρα Πάουντ και Χ. Τζ. Γουέλς να γυρίσουν στο Δουβλίνο.
Τα τέλη της δεκαετίας του 1910 τον ξαναβρίσκουν στο Παρίσι και αφού το όνομά του γίνεται πλέον γνωστό, αρχίζουν οι οικονομικές χορηγίες, με σημαντικότερη αυτή της Χάριετ Γουίβερ και η έναρξη της δημοσίευσης του magnum opus του, του «Οδυσσέα», σε συνέχειες στο περιοδικό «Little Review» των ΗΠΑ.
Η δημοσίευση, όμως, θα διακοπεί απότομα μετά τις κατηγορίες ότι το έργο είναι άσεμνο και την καταδίκη των εκδοτριών.
Το περιοδικό κατασχέθηκε και τα αντίτυπά του κάηκαν ενώ ο «Οδυσσέας», μια «αστική περιπέτεια» με κεφάλαια εμπνευσμένα από αυτά της «Οδύσσειας», που διαδραματίζεται στο Δουβλίνο, παρέμεινε απαγορευμένος στις ΗΠΑ μέχρι το 1933.
Joyce2Το «Τζέημς Τζόυς – Το Πορτρέτο ενός Δουβλινέζου» του Ισπανού δημιουργού κόμικς Αλφόνσο Θαπίκο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις γράμματα (224 σελίδες) |
Τη δεκαετία του 1930, η αυξανόμενη φήμη του θα τον φέρει σε επαφή, για διάφορους λόγους, με σημαίνουσες προσωπικότητες όπως τον Ματίς, τον Μπέκετ, τον Γιουνγκ, αλλά τα σοβαρά προβλήματα όρασης θα μειώσουν τους αχαλίνωτους, κάποτε, ρυθμούς συγγραφής.
Το τελευταίο βιβλίο του, «Η αγρύπνια των Φίννεγκαν», ένα δυσπροπέλαστο, πελώριο γλωσσικό παιχνίδι, δίχασε τους κριτικούς, πολλοί εκ των οποίων το βρήκαν ακατανόητο και ανερμάτιστο.
Το 1941 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στη Ζυρίχη, σε ηλικία 59 ετών, μετά από προβλήματα στο στομάχι.
Μια τέτοια πλούσια ζωή γεμάτη τέχνη είναι δύσκολο και παρακινδυνευμένο να σκιαγραφηθεί σε 220 σελίδες μιας βιογραφίας σε κόμικς.
Αυτή είναι, άλλωστε, και η αιτία που μέχρι σήμερα το πολυδιάστατο έργο του Τζέιμς Τζόις μελετάται διεξοδικά και προκύπτουν διαρκώς νέα στοιχεία, νέες απόψεις, νέα δεδομένα.
Ο Θαπίκο δεν επιδιώκει να «πει τα πάντα». Επιλέγει τα ορόσημα της καριέρας του Τζόις και με γρήγορους ρυθμούς καλύπτει το σύνολο σχεδόν του έργου του.
Στα θετικά της προσπάθειας συγκαταλέγεται το χιούμορ με το οποίο επενδύει πολλές από τις εικονογραφικές αποδόσεις διαφόρων περιστατικών και η τεκμηρίωση ως προς τα μέρη που σχεδιάζει.
Ωστόσο, η απόπειρά του να μεταφέρει σε κόμικς τη ζωή ενός από τους μεγαλύτερους μοντέρνους συγγραφείς χαρακτηρίζεται, αναπόφευκτα, από μια αίσθηση αποσπασματικότητας και βιάσης.
Για τον αναγνώστη που είναι εξοικειωμένος με τον Τζόις, είναι σχεδόν βέβαιο ότι πολλά από τα αναφερόμενα γεγονότα στο κόμικς είναι γνωστά καθώς το έργο του σε προτρέπει, σε ωθεί από μόνο του να αναζητήσεις και να μάθεις.
Για τον αναγνώστη, όμως, που δεν έχει εντρυφήσει στο έργο του Ιρλανδού εμβληματικού συγγραφέα, αυτή η βιογραφία δεν έχει να προσφέρει πολλά. Ισως, μόνο να τον παρακινήσει να ξεκινήσει την ανάγνωση των έργων του Τζόις.
Κι αυτό δεν είναι λίγο. Αν το πετύχει, θα έχει πετύχει.
Joyce4Καρέ από το φιλόδοξο «Ulysses Seen» του Robert Berry, που βρίσκεται ακόμα «υπό κατασκευή» |

Περί διασκευών

Τα πιο γνωστά και αναγνωρισμένα λογοτεχνικά έργα μεταφέρονται συχνά σε κόμικς ή/και προσαρμόζονται σε κινηματογραφικές διασκευές.
Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο του Τζέιμς Τζόις ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα, καθώς οι γλωσσικές ακροβασίες και οι αφηγηματικοί μοντερνιστικοί πειραματισμοί καθιστούν μια τέτοια απόπειρα τουλάχιστον ριψοκίνδυνη.
Ωστόσο, ο Robert Berry έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια να μεταφέρει σε κόμικς τον«Οδυσσέα», «ανεβάζοντας» στο διαδίκτυο σταδιακά τα κεφάλαια και μέσω του crowdfunding προσπαθεί να ολοκληρώσει το τιτάνιο αυτό έργο που τιτλοφορεί «Ulysses Seen».
O Henrik Lange, στο χιουμοριστικό «90 Κλασικά Βιβλία για Οσους δεν Εχουν Χρόνο», έχει κατορθώσει να αποδώσει τον «Οδυσσέα» σε τέσσερα όλα κι όλα καρέ!
Και ο πολύς Alan Moore, στο τελευταίο κεφάλαιο του «Promethea», όπου αποτίει φόρο τιμής σε ιδιοφυΐες του παρελθόντος, ανάμεσα στους Αϊνστάιν, Γιουνγκ, Χάιζενμπεργκ κ.ά., φυσικά συμπεριλαμβάνει και τον Τζέιμς Τζόις.

PICASSO

PICASSO
WWW.FOREIGNCARTOONISTSINGREECE.BLOGSPOT.COM

picasso

picasso

PABLO PICASSO

PABLO  PICASSO
BEAUTY

PABLO MAX UNA AMISTAD INTERNA

Αθηναίος νέος ζωγράφων

πικασσο

PICASSO

PICASSO
FERNANDE PINK PERIOD

PICASSO

PICASSO

PICASSO

la esclava de PICASSO

la  esclava  de PICASSO
DORA MAAR

-

.

.

-

-

TSIRKAS ORATORIO ESPANA

RUIZ PICASSO

RUIZ  PICASSO
DON QUIHOTE FROM PARIS

PICASSO

-

-

PICASSO

PICASSO
NEORRABIOSO

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΣΤΡΙΑ ΝΙΝΑ ΣΑΜΠΕΘΑΙ

Η ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΓΙΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΔΕΝ ΣΥΓΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΚΡΑ ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΝ..


Η ΟΜΟΡΦΙΑ [ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΘΕΙΚΗΣ] ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ-ΑΛΛΑ Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΕΛΑΒΕ.Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΠΕΠΙΤΑΣ ΘΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ.ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΙΧΑΜΕΡΑ ΣΚΟΥΛΙΚΙΑ.ΑΛΛΑ ΑΝ Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΙΡΑΙΟ ΝΑ ΜΕΤΑΛΑΧΘΕΙ-ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ.?ΔΕ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΕΙΚΟ ΜΥΑΛΟ? ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΕΛΑΒΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑ ΘΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΝΙΚΩΝΤΑΣ ΤΟ ΓΗΡΑΣ Η ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ.

[ΧΟΥΑΝ ΒΑΛΕΡΑ].



ΟΚΝΟΣ..ΛΟΥΙΣ ΘΕΡΝΟΥΔΑ

Ο νωθρός

Με ανθρώπους σαν εσένα το εμπόριο θα ήταν
Πράγμα ελάχιστο και τόσο καθαρό που, αγορασμένο
χωρίς ιδρώτα ούτε αίμα κανενός, θα άφηνε στη γη
Ανέγγιχτες τις φλέβες της. Αλλά στη φτώχεια σου
Το εμπόριο θα μπορούσε να ανοίξει ένα δρόμο.

Τα νότια μεσημέρια του καλοκαιριού,
Μέσα από μια πόλη ολόφωτη, άδειοι οι δρόμοι,
Θα κρατούσες σε καλάθι στεφάνια από γιασεμιά,
Και μανόλιες, από μια ευωδιαστή φωλιά πράσινων φύλλων
κρυμμένη η λευκότητά τους, σαν φτερά περιστεριού.

Πίσω από τα χαμηλά κάγκελα, αν μια γυναίκα ήθελε
Ίσως για τη σκοτεινή της χάρη το δροσερό στολίδι
Ενός λουλουδιού, να το πιάσει στα μαλλιά ή στο στήθος της,
Όπου θα ’μοιαζε χιόνι πάνω στο χώμα,
Ένα νόμισμα για αντάλλαγμα θα άφηνε στα χέρια σου.

Έτσι, πέφτοντας το σούρουπο, θα μπορούσες εσύ
Από ένα διάφανο κρασί να πιεις τη χρυσαφένια ζέστη,
Δαγκώνοντας την απόλαυση ενός ψωμιού κι ενός φρούτου,
Και μετά σιωπηλός, ξαπλωμένος δίπλα στο ποτάμι,
Να βλέπεις να πάλλονται στη βαθιά νύχτα τα αστέρια.

ΣΑΤΙΡΕΣ ΤΩΝ ΜΟΛΙΕΡΟΥ,ΨΑΘΑ,ΤΟΥΑΙΗΝ,ΘΑΚΕΡΗ ΜΕ ΣΥΓΚΛΟΝΗΣΑΝ.ΚΑΜΙΑ ΟΜΩΣ ΣΑΝ ΤΟΥ ΚΕΒΕΔΟ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ [[ΒΑΚΧΙΚΟΝ]] ΔΕΚΕΒΡΗΣ 2016

Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός: Νιάου

Exo

Νιάου, μυθιστόρημα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, μετάφραση: Τάσος Ψάρρης, εκδόσεις Vakxikon.gr 2016

Αχ, Θεέ μου! Πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς στιφάδο; Και πώς θα ήταν η έρμη ανθρωπότητα χωρίς μισθούς; Οι μισθοί ήταν το μοναδικό είδος επίγειων αγαθών που συμβάδιζε με τις ηθικές αρχές, γιατί για όλες τις άλλες μορφές ευμάρειας ο Παντόχα έτρεφε βαθιά περιφρόνηση. Ήταν δύσκολο να τον πείσεις ότι στην τάξη των πλουσίων υπήρχε κάποιος πραγματικά τίμιος, και κοίταζε τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους θρασείς εργολάβους με θρησκευτικό τρόμο. Ήταν αδύνατον να αποκτήσει κάποιος με νόμιμα μέσα μέσα σε λίγα χρόνια μεγάλη περιουσία, να περάσει από τη φτώχια στη χλιδή. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητο να λερώσει κανείς τα χέρια του, να στύψει το αιώνιο θύμα, τον βασικό ιδιοκτήτη, το Κράτος. Τον εκατομμυριούχο που είχε κληρονομήσει την περιουσία του και δεν έκανε τίποτε άλλο από το να την ξεκοκαλίζει, ο καλόκαρδος Παντόχα τον συγχωρούσε· κι αυτόν όμως δεν τον θεωρούσε εκατό τοις εκατό άγιο, γιατί πίστευε ότι εάν δεν είχε κλέψει ο ίδιος, το είχαν κάνει οι γονείς του, και η ενοχή, όπως και τα λεφτά, περνούσε από γενιά σε γενιά.
Όταν έβλεπε τον εκπρόσωπο των Ρότσιλντ ή κάποιου άλλου επιχειρηματικού κολοσσού, ισπανικού ή ξένου, να μπαίνει στο υπουργείο και να κατευθύνεται στο γραφείο του Υπουργού, σκεφτόταν πόσο χρήσιμο θα ήταν να κρέμαγαν όλους εκείνους τους κυρίους που πήγαιναν εκεί μόνο και μόνο για να στήσουν κάποια κομπίνα. Αυτή κι άλλες παρόμοιες ιδέες τις ξεφούρνιζε ο Παντόχα στο καφενείο όπου σύχναζε, και δεχόταν βροχή από καυστικά σχόλια από την παρέα που αποδοκίμαζε τη στενομυαλιά του· αυτός όμως δεν χαμπάριαζε. Μιλούσαν για το Υπουργείο Οικονομικών; Ο Παντόχα σήκωνε αμέσως τη παντιέρα του μ’ αυτό το απλό και πειστικό σλόγκαν: «πολλή δημόσια διοίκηση και λίγη ή καθόλου πολιτική». Πόλεμος στις μεγάλες επιχειρήσεις, πόλεμος στην κερδοσκοπία κι επίσης πόλεμος στους ξένους που έρχονται εδώ μόνο και μόνο για να μας εκμεταλλευτούν και να μας πάρουν τα φράγκα, αφήνοντάς μας πανί με πανί. Ο Παντόχα δεν έκρυβε επίσης τη συμπάθειά του για τους υψηλούς δασμούς, γιατί οι ελεύθερες συναλλαγές ευνοούν το λαθρεμπόριο.
Την ίδια στιγμή υποστήριζε ότι οι μεγαλοϊδιοκτήτες γκρινιάζουν από βίτσιο, ότι πουθενά αλλού δεν πληρώνουν χαμηλότερους φόρους απ’ ό,τι στην Ισπανία, ότι η χώρα είναι ουσιαστικά ένας καταχραστής κι ότι η πολιτική είναι η τέχνη της συγκάλυψης των υπεξαιρέσεων και της ειρηνικής ή βίαιης λεηλασίας του Δημόσιου Ταμείου. Κοντολογίς, ο Παντόχα είχε μόνο δυο τρεις πεποιθήσεις, αλλά ήταν τόσο βαθιά ριζωμένες μέσα του που νόμιζε κανείς πως είχαν χαραχτεί με σφυρί και καλέμι. Δεν ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα παρέα γιατί δεν μιλούσε ποτέ άσχημα εναντίον των προϊσταμένων του, ούτε κατέκρινε τα σχέδια του Υπουργού· δεν έμπαινε ποτέ σε λεπτομέρειες και δεν αποκάλυπτε μυστικά από τα παρασκήνια. Στο βάθος του μυαλού του υπήρχε μια λανθάνουσα μορφή κομμουνισμού για την οποία δεν είχε ιδέα. Αυτό το είδος δημοσίου υπαλλήλου, που η ξέφρενη πολιτική ζωή των τελευταίων χρόνων έχει βαλθεί να εξαλείψει, επιβιώνει ακόμα, αν και έχουν μείνει ελάχιστα δείγματα.
Στη δουλειά του ο Παντόχα ήταν σχολαστικός, επιμελής, αδιάφθορος, ο άσπονδος εχθρός αυτού που ο ίδιος αποκαλούσε «οντότητα». Δεν γνωμοδοτούσε ποτέ εναντίον του Υπουργείου Οικονομικών· το υπουργείο τον πλήρωνε, ήταν το αφεντικό του και δεν ήταν εκεί για να υπηρετεί τους εχθρούς «του σπιτιού». Όσον αφορά τις σκοτεινές υποθέσεις, που είχαν βγάλει αράχνες και ήταν πολύ δύσκολο να διεκπεραιωθούν, πίστευε ότι δεν έπρεπε να επιλύονται ποτέ, κι όταν τελικά έφταναν αναγκαστικά, καθ’ επιβολήν του νόμου, ένα βήμα πριν επιλυθούν, έψαχνε στον ίδιο τον νόμο το παραθυράκι που θα του επέτρεπε να τις περιπλέξει ξανά. Το να γράψει τον επίλογο σε μία απ’ αυτές τις διαμάχες ήταν σαν παραδεχόταν την αδυναμία της δημόσιας διοίκησης, σαν να διακήρυττε την ήττα της, σχεδόν την ταπείνωσή της. Όσο για την ακεραιότητά του, αρκεί να πούμε ότι έστελνε στον αγύριστο τους εκπρόσωπους που ήθελαν να του δώσουν φακελάκι για να τακτοποιήσει γρήγορα και αποτελεσματικά τη μία ή την άλλη υπόθεση. Τον ήξεραν πια και ήταν επιφυλακτικοί μ’ εκείνον τον σκαντζόχοιρο που τέντωνε όλα του τα αγκάθια όταν διαισθανόταν να πλησιάζει κάποια «οντότητα», δηλαδή ένας φορολογούμενος.
Και στην προσωπική του ζωή ο Παντόχα αποτελούσε φωτεινό παράδειγμα. Δεν υπήρχε πιο νοικοκυρεμένο σπίτι από το δικό του, ούτε γυναίκα πιο οικονόμα από τη δική του. Αποτελούσαν την άλλη όψη του νομίσματος σε σύγκριση με τους Βιγιααμίλ, που τις εποχές των χρυσών αγελάδων ξόδευαν όλα τους τα εισοδήματα και μετά ψωμολύσσαγαν. Τη γυναίκα του Παντόχα δεν τη διέκρινε η καταστροφική επιδειξιομανία της δόνια Πούρα, εκείνη η έπαρση του ανθρώπου που νομίζει ότι είναι ανώτερος από τα μέσα και την κοινωνική του θέση. Η κυρία Παντόχα είχε εργαστεί κάποτε ως υπηρέτρια (νομίζω του δον Κλαούντιο Αντόν δε Λουθουριάγα, στον οποίο ο Παντόχα όφειλε την πρώτη του δουλειά), και η ταπεινή της καταγωγή την έκανε να ρέπει προς την απομόνωση και να ζει λιτά και μετρημένα. Δεν ξόδευαν ποτέ πάνω από τα δύο τρίτα του μισθού του, και τα παιδιά τους μεγάλωναν μαθαίνοντας να αγαπάνε τον Θεό και να φοβούνται όπως ο διάολος το λιβάνι τα λούσα και τα εγκόσμια μεγαλεία. Παρά τη στενή φιλία που υπήρχε μεταξύ του Βιγιααμίλ και του Παντόχα, ο πρώτος δεν τόλμησε ποτέ να ζητήσει βοήθεια από τον δεύτερο τις ουκ ολίγες φορές που είχε αφραγκιές· τον ήξερε σαν να τον είχε γεννήσει, ήξερε πολύ καλά ότι ο ενάρετος Ιωσήφ ούτε ζητούσε ούτε έδινε, ότι η ελεημοσύνη και η γαλαντομία ήταν εξίσου ασύμβατες προς τον χαρακτήρα του, κασέλες που τα καπάκια τους δεν άνοιγαν ποτέ ούτε προς τα μέσα ούτε προς τα έξω.
Ήταν και οι δύο καθισμένοι, ο ένας στο γραφείο, ο άλλος στην πιο κοντινή καρέκλα. Ο Παντόχα έφτιαξε τον σκούφο του, που γλιστρούσε με την παραμικρή κίνηση του χεριού πάνω στο γυαλιστερό του κεφάλι, και είπε στον φίλο του:
«Χαίρομαι που ήρθες σήμερα. Έχει φτάσει ο φάκελος του γαμπρού σου… Μόνο μια ματιά πρόλαβα να του ρίξω. Δεν φαίνεται καθόλου καθαρός. Δεν συμπεριέλαβε στη λίστα με τις διαταγές πληρωμής δύο τρία χωριά, και στον καταμερισμό του τελευταίου εξαμήνου υπάρχουν σημεία και τέρατα».
«Βεντούρα, ο γαμπρός μου είναι λωποδύτης· το ξέρεις πολύ καλά. Είναι ικανός για κάθε είδους αθλιότητα».
«Επίσης χθες ο Διευθυντής με ενημέρωσε ότι τριγυρίζει εδώ κάνοντας τον καμπόσο, κερνώντας τα φιλαράκια του και ξοδεύοντας μια περιουσία, μοστράροντας κάτι καπέλα και κάτι γραβάτες που είναι να κάνεις εμετό. Το τσουτσέκι κυκλοφορεί στολισμένος σαν λατέρνα. Δεν μου λες, μένει μαζί σου;»
«Ναι» απάντησε κοφτά ο Βιγιααμίλ καταντροπιασμένος γιατί θυμήθηκε πως και τα δικά του ρούχα τα είχε αγοράσει με λεφτά του Καδάλσο, χάρη στα καμώματα της Πούρα. «Ελπίζω όμως να πάρει σύντομα πόδι απ’ το σπίτι μου. Δεν θέλω τίποτα απ’ αυτόν».
«Ρωτάω γιατί… ε λοιπόν, χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να σ’ το πω: αυτή η κατάσταση σου κάνει κακό. Το ότι είναι γαμπρός σου και το ότι ζείτε κάτω απ’ την ίδια στέγη είναι αρκετό για να σκεφτούν κάποιοι ότι τον αβαντάρεις».
«Εγώ!... Αυτόν!» (Τρομοκρατημένος). «Βεντούρα, τι πράγματα είναι αυτά…»
«Περίμενε· ούτε πιστεύω κάτι τέτοιο, ούτε και θα περνούσε ποτέ από το μυαλό μου. Ξέρεις όμως τι παίζει εδώ μέσα… Η μπαμπεσιά πάει σύννεφο! Όταν ένας κάφρος πιάσει στο στόμα του έναν αθώο, τον σέρνει στη λάσπη μέχρι να ματώσει».
«Σε πληροφορώ ότι παρ’ όλο που ο Βίκτορ είναι γαμπρός μου, δεν έχω ουδεμία σχέση με τις βρωμιές του. Αν ήταν στο χέρι μου το να τον κλείσουν μέσα, θα τους έδινα και την ευχή μου… Ξηγημένα πράγματα».
«Εμ δεν θα τον κλείσουν, δεν θα τον κλείσουν· μην έχεις αυταπάτες. Και δεν θα τον κλείσουν ακριβώς επειδή του αξίζει. Έχει άκρες. Η διαφθορά είναι τόσο μεγάλη στην εποχή μας που αυτά τα αποβράσματα σαν τον γαμπρό σου είναι που βγαίνουν κερδισμένοι. Να δεις που θα βάλουν την έρευνα κάτω από το χαλί, θα του βγάλουν το καπέλο για όσα έχει κάνει και θα του δώσουν την κωλοπροαγωγή. Ειλικρινά, δεν έχω ξαναδεί πιο ξεδιάντροπο άνθρωπο. Χθες ήταν εδώ· μετά κατέβηκε κάτω να δει τον Υφυπουργό, και χάρη σ’ αυτό το λέγειν που έχει και στα ωραία του τα μάτια, ο Υφυπουργός… (μου το είπε κάποιος που ήταν παρών) τον υποδέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων, κι έπιασαν την πάρλα για πάνω από κάνα μισάωρο».
«Είδε και τον Υπουργό» (με βαθύτατη θλίψη).
«Δεν έχω ιδέα· ξέρω όμως από πρώτο χέρι ότι ένας βουλευτής από την επαρχία όπου δούλευε το μπουμπούκι σου ήρθε να μεσολαβήσει για χάρη του. Είναι απ’ αυτούς που όσο περισσότερα τους δίνεις τόσο περισσότερα θέλουν. Δεν φεύγει ποτέ από δω χωρίς δυο τρεις βαρβάτες προσλήψεις στο τσεπάκι του, κι όταν λέμε βαρβάτες εννοούμε βαρβάτες, κι αυτό παρ’ όλο που είναι αντιφρονών· αλλά γι’ αυτό ακριβώς, επειδή είναι αντιφρονών τού δίνουν μεγαλύτερη προσοχή».
«Εσύ πιστεύεις ότι θα δώσουν προαγωγή στον Βίκτορ;» (Με μεγάλη αγωνία).
«Δεν μπορώ να πω τίποτα με σιγουριά».
«Και για τη δική μου υπόθεση, ξέρεις τίποτα;» (Με ακόμα μεγαλύτερη αγωνία).
«Ο Διευθυντής Προσωπικού είναι σφίγγα. Όποτε του μιλάω για σένα, μου πετάει ένα ”θα δούμε” ή ένα “θα κάνω ό,τι μπορώ”· αυτό όμως είναι σαν να μην λέει τίποτα. Α! Παρένθεση: χθες, μετά τη συζήτηση με τον Υφυπουργό, ο Βίκτορ τρύπωσε στο Τμήμα Προσωπικού. Μου το είπε ο αδελφός του Εσπινόσα. Ο Διευθυντής τού έδειξε τις κενές θέσεις που υπάρχουν στην επαρχία, κι ο γαμπρούλης σου είχε το θράσος να πει ότι στην επαρχία δεν θα πήγαινε ούτε δεμένος».
«Φίλε μου Βεντούρα» είπε ο Βιγιααμίλ με οδυνηρή δυσαρέσκεια, «θυμήσου αυτό που θα σου πω…, κι αν διαφωνείς, βάζουμε στοίχημα… Κόβω το χέρι μου ότι θα δώσουν προαγωγή στον Βίκτορ κι ότι εμένα δεν θα με προσλάβουν. Οτιδήποτε διαφορετικό θα είναι δίκαιο και λογικό, και η δικαιοσύνη και η λογική έχουν πάει περίπατο».
Ο Παντόχα μετακίνησε ξανά τον σκούφο του. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να ξύνει το κεφάλι του. Βγάζοντας έναν βαθύ αναστεναγμό, που γλίστρησε με δυσκολία από το στόμα του γιατί δεν το άνοιγε ποτέ χωρίς κάποια επισημότητα, προσπάθησε να παρηγορήσει τον φίλο του με τον παρακάτω τρόπο:
«Δεν ξέρουμε αν θα καταφέρουν να κουκουλώσουν την υπόθεση με τη δίωξη του Βίκτορ, αν και οι προστάτες του φαίνεται να το θέλουν πολύ. Κι όσο για σένα, εγώ στη θέση σου θα συνέχιζα να πρήζω τα συκώτια του Διευθυντή, του Υφυπουργού και του Υπουργού, ταυτόχρονα όμως θα φρόντιζα να βρω κι ένα καλό δόντι στα κέντρα των αποφάσεων».
«Μα αφού δεν τους αφήνω σε χλωρό κλαρί… Και πάλι όμως δεν γίνεται τίποτα».
«Συνέχισε να το κάνεις μέχρι να τους φέρεις στα νερά σου. Πλεύρισε τα μεγάλα κεφάλια, εντός ή εκτός Υπουργείου· απευθύνσου στον Σαγάστα, στον Κάνοβας, στον δον Βενάνθιο, στον Καστελάρ, στους Σιλβέλα · μην στέκεσαι στο αν είναι άσπροι, μαύροι ή κίτρινοι, γιατί έτσι που το πας, αν συνεχίσει στο ίδιο βιολί, δεν θα καταφέρεις τίποτα. Ούτε ο Πεθ ούτε ο Κουκούρμπιτας θα σου φανούν χρήσιμοι· είναι πνιγμένοι στις δεσμεύσεις και βολεύουν μόνο τους δικούς τους, τους ημέτερους, τους μπάτλερ τους, ακόμα και τους μπαρμπέρηδες που τους ξυρίζουν. Όλοι αυτοί που έπαιξαν ρόλο πρώτα στην Ένδοξη Επανάσταση και μετά στην Παλινόρθωση δεν έχουν κανένα περιθώριο, γιατί πρέπει να τακτοποιήσουν αυτούς που είναι τώρα στα πράγματα χωρίς να εγκαταλείψουν τους παλιούς, που λένε το ψωμί ψωμάκι. Ο Πεθ βόλεψε εδώ πέρα κάποιον που ήταν στη φατρία του και κάποιους που φλέρταραν με τους οπαδούς της αυτονόμησης. Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει ο Πεθ τους κοκκινοσκούφηδες που τον υποστήριξαν στο Τμήμα Εισοδήματος, τους οπαδούς του Αμαντέο που τον έκαναν σχεδόν Υπουργό και τους συντηρητικούς από την εποχή της Αδελφής Πατροθίνιο που του έδωσαν τον Σιδηρούν Σταυρό;
Ο Βιγιααμίλ άκουγε αυτές τις σοφές συμβουλές με τα μάτια χαμηλωμένα, με πένθιμη έκφραση, ξέροντας πόσο λογικές ήταν. Κι ενόσω οι δύο φίλοι κουβέντιαζαν μ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς να έχουν την παραμικρή συναίσθηση του τι συνέβαινε γύρω τους, ο κερατάς ο κουτσό-Σαλβαδόρ Γκιγιέν σχεδίαζε σ’ ένα χαρτί, με χιουμοριστικά ποικίλματα της πένας, την καρικατούρα του Βιγιααμίλ. Μόλις τελείωσε, αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι ήταν πετυχημένη, έγραψε από κάτω: Ο κύριος Νιάου, σταθμίζοντας τις προτάσεις του για το Υπουργείο. Έδωσε το χαρτί στους συναδέλφους του για να σπάσουν πλάκα, και η φιγούρα πέρασε από γραφείο σε γραφείο προσφέροντας μια στιγμή ξεγνοιασιάς στους δύστυχους δεσμώτες της αιώνιας γραφειοκρατικής σκλαβιάς.
Ο Βιγιααμίλ κι ο Παντόχα δεν συμφωνούσαν πάντα όταν μιλούσαν για θέματα που άπτονταν του τμήματος. Στην πραγματικότητα είχαν διαμετρικά αντίθετες απόψεις, γιατί ο ενάρετος Ιωσήφ διακατεχόταν από στενότητα πνεύματος και παρωπίδες, ενώ ο Βιγιααμίλ είχε ανοιχτούς ορίζοντες, μια δομημένη φιλοσοφία που πήγαζε από τις γνώσεις και την εμπειρία του. Αυτό που έκανε τον Παντόχα έξαλλο ήταν που ο φίλος του έσταζε μέλι για τον income tax, στέλνοντας στην πυρά τους Φόρους Ακίνητης Περιουσίας, Βιομηχανίας και Κατανάλωσης. Ο φόρος εισοδήματος, ο οποίος θα βασιζόταν στη φορολογική δήλωση του πολίτη και θα είχε ως ραχοκοκαλιά το ατομικό συμφέρον και την καλή πίστη, του φαινόταν σκέτος παραλογισμός σε μια χώρα στην οποία είναι σχεδόν αναγκαίο να βάλεις το πιστόλι στον κρόταφο του φορολογούμενου για να τον κάνεις να πληρώσει. Κοντολογίς, κάθε προσπάθεια απλοποίησης ήταν αντίθετη με το πνεύμα εκείνου του αδέκαστου δημοσίου υπαλλήλου, που θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρχει πληθώρα προσωπικού, πληθώρα μπερδεψούρας κι ακόμα μεγαλύτερη πληθώρα χαρτούρας. Και τέλος, ο σκεπτικισμός του Παντόχα απέναντι σ’ εκείνη τη μανία για κατάργηση των φόρων είχε κι ένα προσωπικό στοιχείο: ένιωθε σαν να ήθελαν να καταργήσουν τον ίδιο. Συζήτησαν έντονα γι’ αυτό το θέμα, ώσπου τα στόματά τους στέγνωσαν. Κι όταν ο Διευθυντής φώναξε τον Παντόχα κι εκείνος έφυγε αφήνοντας τον Βιγιααμίλ μόνο, οι υπάλληλοι διασκέδασαν λιγάκι παίρνοντάς τον στο μεζέ με πρωτοστάτη τον κουτσο-Γκιγιέν που έκανε άλλη μια επίδειξη φαυλότητας.
«Δεν μου λέτε, δον Ραμόν, γιατί δεν δημοσιεύετε τις προτάσεις σας για να τις μάθει ο λαός;»
«Σιγά μην δημοσιεύσω τις προτάσεις μου» (βηματίζοντας ορμητικά στο γραφείο). «Όχι δα· λες και θα μου έδινε κανείς σημασία σ’ αυτή την καταραμένη χώρα. Ο Υπουργός τις διάβασε, κι ο Διευθυντής Εισφορών τούς έριξε μια ματιά. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω… Και το πρόβλημα δεν είναι ότι δυσκολεύονται να τις καταλάβουν, γιατί στα υπομνήματα που έχω συντάξει είμαι πολύ προσεκτικός: πρώτον, απλότης· δεύτερον, σαφήνεια· τρίτον, περιεκτικότης».
«Εγώ νόμιζα πως ήταν πολύ μακροσκελείς, πάρα πολύ μακροσκελείς» είπε σοβαρά ο Εσπινόσα. «Αφού καλύπτουν τόσα θέματα…»
«Ποιος σας το είπε αυτό το πράγμα;» (Θυμώνοντας). «Το καθένα καλύπτει μόνο ένα θέμα, και είναι τέσσερα. Φτάνουν και περισσεύουν. Μακάρι να μην είχα μπει στον κόπο να τα γράψω. Μακάριοι οι λωποδύτες…»
«Τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν η αντιμισθία τῶν οὐρανῶν… Αυτό ξαναπέστε το, δον Ραμόν» παρατήρησε ο Αργουέγιες κοιτάζοντας με αντιπάθεια τον Γκιγιέν, τον οποίο απεχθανόταν. «Σκέφτηκα κι εγώ κάποιες προτάσεις· αλλά είπα να μην τις προχωρήσω. Πιο χρήσιμο μου φάνηκε να συνθέσω το σόλο για την τρομπέτα μου».
«Ακριβώς, παίξτε εσείς την τρομπέτα σας και αφήστε τις νουθεσίες προς το Υπουργείο, γιατί έτσι όπως πάει το πράγμα, σύντομα θα έχουν γίνει όλα σκόνη. Κοιτάξτε, φίλε μου Αργουέγιες» (σταματώντας μπροστά από το γραφείο του ιππότη του Φιλίππου του Δ’, με την μπέρτα του να κρέμεται από τον έναν ώμο και χειρονομώντας ζωηρά με το δεξί χέρι). «Σ’ αυτή τη μελέτη έχω αφιερώσει δουλειά ολόκληρων ετών. Μπορεί να έχω δίκιο, μπορεί και όχι· αλλά ότι πρόκειται για κάτι καλό, ότι εδώ έχουμε μια καλή ιδέα, γι’ αυτό κανείς δεν αμφιβάλλει». (Όλοι τον άκουγαν με μεγάλη προσοχή). «Η μελέτη μου αποτελείται από τέσσερα υπομνήματα ή πραγματείες που φέρουν εύγλωττους τίτλους. Σημείο πρώτον: Νόρμες ηθικής».
«Πολύ σωστά. Η ηθική σέρνει το χορό, έρχεται πρώτη».
«Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της διοικητικής τάξης. Ηθικοί κανόνες αριστερά, ηθικοί κανόνες δεξιά, ηθικοί κανόνες παντού. Δεύτερο σημείο: income tax».
«Το άλφα και το ωμέγα».
«Τέρμα ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας, οι επιδοτήσεις κι ο Φόρος Κατανάλωσης. Τους αντικαθιστώ όλους μ’ έναν φόρο εισοδήματος προσαυξημένο μ’ ένα χαμηλό δημοτικό τέλος, πολύ απλά, πολύ πρακτικά, πολύ ξεκάθαρα· κι εκθέτω τις ιδέες μου σχετικά με τον τρόπο είσπραξης, τις διαταγές πληρωμής, τους ελέγχους, τα πρόστιμα, κτλ… Τρίτο σημείο: Απαιτήσεις τελωνείων. Γιατί, προσέξτε, οι τελωνειακοί δασμοί δεν αποτελούν απλά τέλη, είναι κυρίως ένα σύστημα προστασίας της εθνικής απασχόλησης. Θεσμοθετώ ένα υψηλούτσικο χαράτσι που θα εξασφαλίσει την ευμάρεια των εργοστασίων, και μας βλέπω όλους να ντυνόμαστε με ισπανικά ρούχα».
«Καλύτερα από τα ολλανδικά… Δον Ραμόν, μπροστά σας ο Μπράβο Μουρίγιο θα έβαζε τα κλάματα… Συνεχίστε…»
«Τέταρτο σημείο: Ουσιαστική ενοποίηση χρέους. Μαζεύω όλα τα χρεόγραφα που βόσκουν εδώ υπό διάφορες μορφές: τριετή και πενταετή ομόλογα, τραπεζογραμμάτια, συναλλαγματικές, υποσχετικές, ενυπόθηκους τίτλους, έντοκα γραμμάτια, και τα αντικαθιστώ με αναλογία 4 προς 100 με ένα ομόλογο με προνομιακό επιτόκιο έκδοσης… Και τέρμα οι πονοκέφαλοι».
«Δον Ραμόν, εσείς ξέρετε περισσότερα από εκείνο το σίχαμα που ίδρυσε το Υπουργείο».
(Ζωηρές επευφημίες. Ο μοναδικός που σώπαινε ήταν ο Αργουέγιες, που δεν του άρεσε να διασκεδάζει με τις σαχλαμάρες του Γκιγιέν).
«Μη νομίζετε ότι ξέρω πολλά» (με μετριοφροσύνη)· «απλά βλέπω τα θέματα της δουλειάς σαν να είναι δικά μου, και θα ήθελα να δω επιτέλους αυτή τη χώρα να νοικοκυρεύεται. Δεν έχει να κάνει με επιστημονικές γνώσεις, έχει να κάνει με την καλή θέληση, την υπομονή και τη σκληρή δουλειά. Και τώρα πείτε μου: εσείς μου δώσατε σημασία; Ε λοιπόν ούτε εκείνοι. Νίπτουν τας χείρας τους. Θα έρθει μια μέρα που οι Ισπανοί θα περπατάνε ξυπόλυτοι στον δρόμο και που οι πιο πλούσιοι θα εκλιπαρούν για ένα κομμάτι ψωμί… εντάξει, δεν θα ζητιανεύουν ακριβώς, γιατί δεν θα υπάρχει κανένας να τους δώσει ελεημοσύνη. Εκεί οδεύουμε. Και σας ρωτώ: το θεωρείτε ή δεν το θεωρείτε λογικό να με αποκαταστήσουν στη θέση του Διοικητικού Διευθυντή; Το θεωρείτε, έτσι δεν είναι; Παρ’ όλα αυτά, θα πάρετε οτιδήποτε άλλο στα σοβαρά αλλά αυτό θα το περάσετε στο ντούκου. Χαίρεται».
Έφυγε καμπουριαστός λες και δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος του κεφαλιού του. Όλοι τον λυπήθηκαν· όμως ο άσπλαχνος Γκιγιέν πάντα σκαρφιζόταν κάποιον λίβελλο για να του κολλήσει όταν έφευγε.
«Έγραψα στο χαρτί τα τέσσερα σημεία έτσι όπως τα έλεγε: κύριοι, χτυπήσαμε φλέβα χρυσού. Ελάτε να δείτε· θεέ μου, τι γέλιο! Κοιτάξτε, κοιτάξτε τους τέσσερις τίτλους γραμμένους ο ένας κάτω από τον άλλον:

Νόρμες ηθικής
Income tax
Απαιτήσεις τελωνείων
Ουσιαστική ενοποίηση χρέους

Αν διαβάσει κανείς μαζί τα αρχικά γράμματα προκύπτει η λέξη ΝΙΑΟΥ.
Μια έκρηξη γέλιου σήκωσε το γραφείο στον αέρα σκορπώντας τέτοιο κέφι λες και βρίσκονταν στο θέατρο.


FERRER

AMADOR AFICIONADO

AMADOR AFICIONADO
ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ 2015 ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΒΑΛΕΡΑ [[ΠΕΠΙΤΑ ΧΙΜΕΝΕΖ]] ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΣΤΡΙΑΣ ΝΙΝΑ ΣΑΜΠΕΘΑ-Ι-

FRANCISCO FERRER

FRANCISCO  FERRER
ΩΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΜΑΘΗΤΗ ΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΣ

PICASSOMANIA..GRAND PALAIS..PARIS WINTER 2015

PICASSOMANIA..GRAND  PALAIS..PARIS  WINTER  2015
WONDERFUL EXHIBITION IN PARISABOUT PICASSO AND HIS INFLUENSE TO OTHER ARTISTS

OLGA KOKLOVA DESINED BY HER HASBAND

OLGA KOKLOVA   DESINED  BY  HER  HASBAND
DIAGILEV BALETS IN ROME

DALI/S CARMEN

PICASSO IN ITALY

PICASSO IN GERMANY

PICASSO

PICASSO
IN ITALY

PICASSO

PICASSO

AZORIN BY RAMON CAZAS

AZORIN  BY  RAMON  CAZAS
The political evolution that transformed Martínez Ruiz, a committed journalist as well as a revolutionary anarchist, into Azorín, a conservative member of parliament, as well as a sceptic and indulgent writer intimidated by Franco’s regime, is key to understanding the division of his critics. Two different images of him were sustained – successive and irreconcilable personalities which cannot be studied at the same time without understanding the contradictions.[3]

PICASSO

ΑΠΟ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΠΙΚΑΣΣΟ-ΚΟΚΤΩ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ

ΑΠΟ  ΤΑ  ΕΓΚΑΙΝΙΑ  ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ  ΠΙΚΑΣΣΟ-ΚΟΚΤΩ  ΣΤΟ  ΙΔΡΥΜΑ  ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ
4/11/15 ΑΤΗΕΝS

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ Ο ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΣΛΙΘΟΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΣΜΟΥ

DON MIGUEL DE UNAMUNO Y HUGO EL BASCO

CANCION NERO

didujo

pablo ruiz picasso..PICA DOR

pablo   ruiz  picasso..PICA DOR
ARTICLE ABOUT ANTONIO BUERO VALLEJO

LICENCE GIVER TO OTHER ARTISTS TO KILLLING ART

LICENCE   GIVER TO  OTHER  ARTISTS  TO  KILLLING  ART
A JENIUS

MYSTERE PICASSO

MYSTERE  PICASSO
O ΖΗΛΙΑΡΗΣ Ο ΠΡΩΗΝ ΕΚΔΟΤΗΣ ΜΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΕΝΑ ΚΑΤΑΚΡΙΤΕΟ ΚΕΙΜΕΝΟ [[ΤΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΠΙΚΑΣΣΟ]]ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΑΠΑΝΩΤΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΠΑΡΙΣΙ,ΜΙΛΑΝΟ ΚΤΛ ΦΑΝΕΡΩΝΟΥΝ ΤΟ ΠΟΣΟ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο LICENCE GIVER TO KILLING ART]]

PARIS OCTOBER 2015

PARIS  OCTOBER  2015
EXHIBITION PICASSOMANIA IN GRAND PALAIS

- -

- genial picasso -

OBRA GENIAL DE RIBERA

picasso

. .

pastice picasso

....

juan palencia

equipo realidad

equipo  realidad
PICASSO

belver

r.s

ruiz

dona diana

THE CELEBRAL GENIUS OF PICASSO

THE  CELEBRAL  GENIUS  OF  PICASSO
CUBISMO COMPOSITIONAL

zacqueline

dora marcovitch

dora   marcovitch
by picasso

olga koklova

olga koklova
by picasso
http://www.iqh.es/miah/exposicion-los-quijotes-de-mingote-en-madrid

PABLO RUIZ PICASSO Y BLASCO

PABLO  RUIZ PICASSO  Y  BLASCO
WWW.FECOGRLEVADYA.BLOGSPOT.COM

PABLO RUIZ PICASSO Y BLASCO

PABLO

pablo ruiz picasso y blasco

pio baroja

Πίο Μπαρόχα: Το ξωτικό [Πρώτη μετάφραση στα ελληνικά]

πιο_μπαρόχα

Mεταφράζει ο Τάσος Ψάρρης

Ο Πίο Μπαρόχα υ Νέσι (Pío Baroja y Nessi) αποτελεί ένα από τα βασικά μέλη της Γενιάς του 1898, της ομάδας των διανοούμενων που πρωτοστάτησαν υπέρ της ηθικής και κοινωνικής ανασύνταξης της Ισπανίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Σαν Σεμπαστιάν το 1872 και πέθανε στη Μαδρίτη το 1956. Έγραψε περίπου 100 έργα, εκ των οποίων 66 μυθιστορήματα. Το ανεπιτήδευτο, λιτό, άκομψο, σκληρό πολλές φορές ύφος του βρήκε πολλούς μιμητές και άσκησε επιρροή σε συγγραφείς όπως ο Χέμινγουεϊ. Οι περισσότεροι από τους ήρωές του είναι μοναχικοί άνθρωποι που άλλοτε είναι ανίκανοι να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και άλλοτε αναζητούν την περιπέτεια.

Το διήγημα Το ξωτικό (El trasgo) αποτελεί μέρος του πρώτου βιβλίου που εξέδωσε, της συλλογής διηγημάτων Vidas Sombrias (Ζοφερές ζωές, 1900). Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται στα ελληνικά. Απηχεί προσωπικές εμπειρίες του Μπαρόχα από την εποχή που ήταν ασκούμενος γιατρός σε μια μικρή πόλη της Χώρας των Βάσκων. Το θέμα του, οι θρύλοι και οι προκαταλήψεις της Ισπανίας, είναι ένα από τα αγαπημένα του συγγραφέα.

**

Η τραπεζαρία του πανδοχείου του Αριστόντο, όπου μαζευόμασταν μετά το δείπνο, ήταν για εκείνο το χωριό ότι είναι για μια πόλη μια λέσχη. Ήταν ένα μεγάλο, πολύ μακρύ δωμάτιο, που χωριζόταν από την κουζίνα με μια μεσοτοιχία· η πόρτα της δεν έκλεινε σχεδόν ποτέ, κι έτσι μπορούσες να παραγγείλεις ανά πάσα στιγμή καφέ ή ποτό στη συμπαθέστατη Μαϊντόνι, τη γυναίκα του ιδιοκτήτη, ή τις δυο κόρες της, δύο κοπέλες η μία πιο όμορφη από την άλλη· η μία σοβαρή, αφηρημένη, μ’ αυτό το γλυκό βλέμμα που έχει κάποιος όταν αγναντεύει τον κάμπο· η άλλη ζωηρή και κακότροπη.

Οι τοίχοι αυτού του δωματίου, που ήταν ασβεστωμένοι, ήταν διακοσμημένοι απ’ άκρη σ’ άκρη με διάφορα τεύχη της Ταυρομαχίας, τοποθετημένα με τέλεια συμμετρία και στερεωμένα στον τοίχο με πινέζες που κάποτε ήταν χρυσαφένιες αλλά πλέον ήταν μαύρες και λιγδιάρικες.

Ήταν ολοφάνερο ότι ο Χοσέ Όνα, ο πανδοχέας, είχε βάλει το χεράκι του· ο χαρακτήρας του, τίμιος και ταυτόχρονα καλόκαρδος, και μειλίχιος, όπως υπονοεί και το επίθετό του (Όνα στα βασκικά σημαίνει «καλός»), διαφαινόταν στην τάξη, στη συμμετρία, στην καλοσύνη, αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη, από τα οποία είχε εμπνευστεί η διακόσμηση του δωματίου.

Από το ταβάνι της τραπεζαρίας, που το διέτρεχαν μακριά μαυρισμένα δοκάρια, κρέμονταν δύο λάμπες πετρελαίου απ’ αυτές που χρησιμοποιούν στην κουζίνα. Παρότι έβγαζαν λίγο περισσότερο καπνό παρά φως, φώτιζαν αρκετά καλά το τραπέζι στο κέντρο ‒το «στρογγυλό τραπέζι», να το πούμε έτσι‒ αλλά όχι τόσο καλά τα άλλα, μικρότερα τραπέζια που ήταν διασκορπισμένα στο δωμάτιο.

Πίναμε καφέ εκεί κάθε βράδυ· κάποιοι προτιμούσαν κρασί, και κουβεντιάζαμε λιγάκι: ο νεαρός γιατρός, ο δάσκαλος, ο εργάτης του χυτηρίου, ο Πάτσι ο ταχυδρόμος, ο αρχιφύλακας, και μερικοί άλλοι χαμηλότερου βαθμού και κοινωνικής θέσης.

Επειδή ήμασταν ενορίτες και επιπλέον εκλεκτά πρόσωπα, καθόμασταν στο κεντρικό τραπέζι.

Εκείνη η νύχτα ήταν η παραμονή ενός πανηγυριού, κι επομένως, Τρίτη. Υποθέτω ότι όλοι ξέρουν ότι τα πανηγύρια στην Αριγότια γίνονται κάθε πρώτη Τετάρτη του μήνα· διότι, στο κάτω κάτω της γραφής, η Αριγότια είναι ένα σημαντικό χωριό, με εξήντα-τόσους κατοίκους, χώρια οι γειτονικοί οικισμοί. Λόγω του πανηγυριού, υπήρχε στο πανδοχείο περισσότερος κόσμος απ’ ό,τι συνήθως.

Ο γιατρός και ο δάσκαλος έπαιζαν τη συνηθισμένη τους παρτίδα χαρτιά, όταν μπήκε η γυναίκα του ιδιοκτήτη, η παχύσαρκη και χαμογελαστή Μαϊντόνι, και είπε:

«Γιατρέ μου, δεν μου λέτε: τι γίνονται οι θυγατέρες του Ασπιγιάγα, του σιδερά;»

«Πώς να τα πηγαίνουν; Άσχημα» απάντησε ο γιατρός ενοχλημένος. «Τους έχει στρίψει εντελώς. Η μικρότερη, πού είναι η προσωποποίηση της υστερίας, έπαθε προχθές κρίση. Οι δύο αδερφές της την είδαν να γελάει και να κλαίει χωρίς λόγο, κι άρχισαν να κάνουν κι αυτές το ίδιο. Κλαστική περίπτωση μεταδοτικής νευρασθένειας. Αυτό είναι όλο».

«Και δεν μου λέτε, γιατρέ μου» συνέχισε η γυναίκα του ιδιοκτήτη, «είναι αλήθεια ότι φώναξαν τη μαμή από την Ελισαμπίδε;»

«Έτσι νομίζω. Η μαμή, άλλη τρελή κι αυτή, τους είπε ότι στο σπίτι πρέπει να υπάρχει ένα τελώνιο, και υπέθεσαν ότι το τελώνιο είναι ένας μαύρος γάτος της γειτονιάς που εμφανιζόταν εκεί από καιρό σε καιρό. Άντε τώρα να προσφέρεις ιατρικές υπηρεσίες σ’ αυτές τις ηλίθιες!»

«Ε λοιπόν, αν ήσασταν στη Γαλικία, θα βλέπατε πράματα και θάματα» παρενέβη ο εργάτης του χυτηρίου. «Είχαμε μια υπηρέτρια στο Μονφόρτε που κάθε φορά που της καιγόταν το φαγητό ή έριχνε πολύ αλάτι στην κατσαρόλα, έλεγε ότι το είχε κάνει το ξωτικό. Κι όταν η γυναίκα μου την κατσάδιαζε για την απροσεξία, εκείνη έλεγε ότι άκουγε το ξωτικό να γελάει στη γωνία».

«Τουλάχιστον όμως» είπε ο γιατρός, «είναι γνωστό ότι εκεί τα ξωτικά δεν είναι τόσο άγρια όσο αυτά εδώ πέρα».

«Ω, μην το πιστεύετε! Υπάρχουν διαφόρων ειδών· έτσι τουλάχιστον μας έλεγε η υπηρέτρια που είχαμε στο Μοντφόρτε. Κάποια είναι καλά, φέρνουν στο σπίτι το σιτάρι και το καλαμπόκι που κλέβουν από τους σιτοβολώνες, φροντίζουν τα χωράφια και βουρτσίζουν ακόμα και τις μπότες των ανθρώπων· κάποια άλλα είναι κακά και ξεθάβουν τα λείψανα των παιδιών από τα νεκροταφεία, ενώ, τέλος, κάποια άλλα είναι μεγάλοι χωρατατζήδες: πίνουν τα μπουκάλια με το κρασί στο κελάρι, παίρνουν κομμάτια φαγητό από την κατσαρόλα και βάζουν στη θέση του πέτρες ή διασκεδάζουν κάνοντας φασαρία τη νύχτα, εμποδίζοντας τους ανθρώπους να κοιμηθούν, γαργαλώντας ή τσιμπώντας τους».

«Και είναι αλήθεια;» ρώτησε με αφέλεια ο ταχυδρόμος.

Βάλαμε όλοι τα γέλια ακούγοντας το αθώο καλαμπούρι του ταχυδρόμου.

«Κάποιοι λένε πως είναι» απάντησε ο εργάτης του χυτηρίου συνεχίζοντας το αστείο.

«Λένε για κάποιους ανθρώπους που έχουν δει ξωτικά» πρόσθεσε κάποιος.

«Ναι» αντέτεινε ο γιατρός με επαγγελματικό ύφος. «Σε αυτά τα ζητήματα συμβαίνει πάντα το ίδιο πράγμα. Ρωτάς κάποιον: “Το είδατε;” Και σου απαντάει: “Όχι εγώ, ο γιος της τάδε γριάς που έβοσκε κάπου τα πρόβατα, αυτός όντως το είδε”. Και το αποτέλεσμα είναι όλοι να επιβεβαιώνουν κάτι που δεν είδε κανείς».

«Ίσως να μην είναι ακριβώς έτσι, κύριε» μουρμούρισε μια ταπεινή φωνή πίσω μας.

Γυρίσαμε για να δούμε ποιος μίλησε. Ήταν ένας γυρολόγος που είχε φτάσει στο χωριό το απόγευμα και έτρωγε σ’ ένα τραπέζι δίπλα στο δικό μας.

«Θέλετε να πείτε πως έχετε δει κάποιο απ’ αυτά τα ξωτικά;» ρώτησε ο ταχυδρόμος με περιέργεια.

«Ναι, κύριε».

«Και πώς συνέβη;» ρώτησε ο εργάτης του χυτηρίου κλείνοντας πονηρά το μάτι. «Πείτε μας, καλέ μου κύριε, πείτε μας την ιστορία, κι ελάτε να καθίσετε μαζί μας αν τελειώσατε το φαγητό σας. Σας κερνάμε καφέ και ποτό, σε αντάλλαγμα για την ιστορία, ασφαλώς». Κι ο υπάλληλος έκλεισε ξανά το μάτι.

«Θα σας πω» έκανε ο γυρολόγος καθώς καθόταν στο τραπέζι μας. «Περπατούσα ένα απόγευμα έξω από κάποιο χωριό και με είχε πιάσει το σκοτάδι· η νύχτα ήταν ψυχρή, ήρεμη, γαλήνια· δεν φυσούσε καθόλου. Το τοπίο ήταν εντυπωσιακό· ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευα σ’ εκείνη την πλευρά της οροσειράς της Αστούριας, και, για να πω την αλήθεια, φοβόμουν. Ήμουν κουρασμένος από το περπάτημα γιατί κουβαλούσα στην πλάτη μου ένα μεγάλο καλάθι, αλλά δεν τολμούσα να σταματήσω. Η καρδιά μου μού έλεγε ότι στην περιοχή που βρισκόμουν δεν ήμουν ασφαλής.

»Ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω ούτε από πού ξεφύτρωσε ούτε πώς, βλέπω δίπλα μου έναν σκελετωμένο, μονόχρωμο, μαυριδερό σκύλο, ο οποίος με πήρε στο κατόπι. Από πού θα μπορούσε να είχε έρθει αυτό το κακάσχημο ζώο; αναρωτήθηκα. Συνέχισα την πορεία μου, πήγαινα, πήγαινα, με τον σκύλο πίσω μου, στην αρχή εκείνος να γρυλίζει, μετά να ουρλιάζει, αν και σιγανά. Για να πω την αλήθεια, δεν μου αρέσουν τα ουρλιαχτά των σκύλων. Ο σύντροφός μου άρχισε να μου τη δίνει στα νεύρα, και για να απαλλαγώ απ’ αυτόν, σκέφτηκα να τον χτυπήσω με μια βέργα· μόλις όμως γύρισα με τη βέργα στο χέρι, μια ριπή αέρα μου γέμισε με χώμα τα μάτια και τυφλώθηκα εντελώς.

»Την ίδια στιγμή, ο σκύλος άρχισε να γελάει πίσω μου, και από τότε δεν μπορούσα να κάνω τίποτα σωστά· σκόνταψα, έπεσα κάτω, κατρακύλησα σε μια πλαγιά, και ο σκύλος να γελάει ασταμάτητα δίπλα μου. Άρχισα να προσεύχομαι παρακαλώντας να με γλυτώσει ο Άγιος Ραφαήλ, προστάτης όσων βρίσκονται σε δοκιμασία, και ο Άγιος Ραφαήλ με πήρε από εκείνη την περιοχή και με οδήγησε σ’ ένα χωριό.

»Μόλις έφτασα εκεί, ο σκύλος δεν με ακολουθούσε πια. Είχε μείνει πίσω και ούρλιαζε με λύσσα μπροστά σ’ ένα άσπρο σπίτι με κήπο. Διέσχισα το χωριό, ένα ορεινό χωριό με πολύ χαμηλές σκεπές και μαυρισμένα κεραμίδια. Υπήρχε μόνο ένας δρόμος. Όλα τα σπίτια ήταν κλειστά. Μόνο σε μία μεριά του δρόμου υπήρχε ένα παράπηγμα με φως. Ήταν σαν ένας μεγάλος προθάλαμος, με δοκάρια στο ταβάνι και ασβεστωμένους τοίχους. Στο εσωτερικό, ένας ρακένδυτος άντρας που φόραγε μπερέ μιλούσε με μια γριά· οι δυο τους ζεσταίνονταν σε μια παραστιά. Μπήκα μέσα και τους διηγήθηκα τι μου είχε συμβεί.

»”Κι ο σκύλος έμεινε πίσω ουρλιάζοντας;” ρώτησε ο άντρας με ενδιαφέρον.

»”Ναι, ουρλιάζοντας κοντά σ’ εκείνο το άσπρο σπίτι που υπάρχει στην αρχή του δρόμου”.

»”Ήταν το ξωτικό” μουρμούρισε η γριά, ”ήρθε να του αναγγείλει τον θάνατό του”.

»”Τινός; ” ρώτησα τρομαγμένος.

»”Του ιδιοκτήτη εκείνου του άσπρου σπιτιού. Εδώ και μισή ώρα είναι ο γιατρός εκεί μέσα. Θα επιστρέψει σύντομα”.

»Συνεχίσαμε να μιλάμε, και σε λίγο είδαμε τον γιατρό να έρχεται με το άλογο. Μπροστά του πήγαινε ένας υπηρέτης μ’ ένα φανάρι.

»”Ο άρρωστος, γιατρέ; ” ρώτησε η γριά βγαίνοντας στο κατώφλι του παραπήγματος.

»”Πέθανε” απάντησε ξερά μια φωνή.

»”Ορίστε!” είπε η γριά. ” Ήταν το ξωτικό”.

»Τότε πήρε ένα παλούκι και χάραξε στο έδαφος, γύρω της, μια φιγούρα όπως εκείνη που έχουν τα μαυριτανικά νομίσματα, ένα αστέρι με πέντε κορυφές, Ο γιος της έκανε το ίδιο, όπως κι εγώ.

»”Είναι για να ελευθερωθούμε από τα ξωτικά” πρόσθεσε η γριά.

»Και πράγματι, εκείνη τη νύχτα δεν μας ενόχλησαν, και κοιμηθήκαμε ήσυχα…»

Ο γυρολόγος σταμάτησε να μιλάει, και όλοι σηκωθήκαμε για να πάμε στα σπίτια μας.

Περιγραφή:

Με εκτίμηση, αν όχι με άδολη αγάπη, αλλά και με ειρωνεία και χιούμορ ο Χαβιέρ Μαρίας, ένας μεγάλος συγγραφέας της εποχής μας, φιλοτεχνεί τα ιδιαίτερα πορτρέτα συγγραφέων όπως ο Φώκνερ, ο Κόνραντ, ο Κόναν Ντόυλ, ο Ναμπόκοφ, η Ντίνεσεν, ο Χένρυ Τζέημς. Με σύντομες περιγραφές ιδιωτικών στιγμών και ανασύροντας από τη λήθη λεπτομέρειες, ο Μαρίας αποκαλύπτει το μεγαλείο αλλά και τις μικρότητες αγαπημένων συγγραφέων, ξεσκεπάζει τις ξεκαρδιστικές αλλά και ανησυχητικές μανίες δημιουργών που, για μια φορά, γίνονται μυθιστορηματικοί χαρακτήρες. Το σύνολο των είκοσι συγγραφέων συμπληρώνουν έξι "άπιαστες γυναίκες", υπαρκτά πρόσωπα κι αυτές, που -η καθεμιά με τον δικό της τρόπο- αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη, όπως τους επέβαλλε η εποχή και το φύλο τους. Δίκην Κολοφώνα, και στους αντίποδες του γραπτού κειμένου, το κεφάλαιο "Τέλειοι καλλιτέχνες" προσφέρει στον αναγνώστη την αληθινή εικόνα των λογοτεχνών που προσωπογραφούνται, σ ένα φωτογραφικό υλικό από την ιδιωτική συλλογή του συγγραφέα.


"Μία μοναδική συλλογή σύντομων ιδιοφυών πορτρέτων... Για τον Μαρίας οι μεγάλοι συγγραφείς δεν είναι αινίγματα προς λύση, αλλά παράδοξα προς απόλαυση..."

The New York Times Book Review


"Ένα θαυμάσιο βιβλίο, που θέλεις να το διαβάζεις ξανά και ξανά".

El Periodico


"Ο Χαβιέρ Μαρίας εντυπωσιακός και ως δοκιμιογράφος".

Frankfurter Rundschau

Γράφοντας για τις ζωές των άλλων



Γράφοντας για τις ζωές των άλλων

Αποκαλυπτικά πορτρέτα συγγραφέων-μύθων

Συγγραφείς: Χαβιέ Μαρίας


Θέμα: Βιογραφίες-Απομν/ματα-Μαρτυρίες

Εκδότης: Πατάκης

Μετάφραση: Γεωργία Ζακοπούλου

Επιμέλεια: Ελένη Μαρτζούκου

Σελίδες: 348

ISBN: 9789601644356

Ημ. Έκδοσης: 10/04/2014



13,86€

Τιμή Πρωτοπορίας

Τιμή Εκδότη: 15,40€

Έκπτωση: 10%



Κριτικές

Γράψτε μια νέα κριτική

άλας κλαρίν

Λεοπόλδο Άλας Κλαρίν: Ένας εργάτης

Μεταφράζει ο Τάσος Ψάρρης
Ο Λεοπόλδο Άλας [Leopoldo García-Alas y Ureña], γνωστός επίσης και ως Κλαρίν, θεωρείται από τους σημαντικότερους πεζογράφους της Ισπανίας. Γεννημένος το 1851 στη Θαμόρα, είναι κυρίως γνωστός για το ογκώδες μυθιστόρημά του Ρεχέντα, έργο εφάμιλλο της Μαντάμ Μποβαρύ, από το οποίο και επηρεάστηκε. Ο Άλας ήταν από τους πρωτεργάτες του ισπανικού ρεαλισμού, του λογοτεχνικού ρεύματος που επικράτησε στην Ιβηρική χερσόνησο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Έγραψε επίσης πολλά εξαιρετικά μικρά έργα, όπως τις νουβέλες El Señor, Las dos cajas και Dona Berta, και τις συλλογές διηγημάτων Cuentos morales, El gallo de Socrates και El Señor y lo demas, son cuentos. Το διήγημα Ένας εργάτης (Un jornalero) προέρχεται από την τελευταία συλλογή.Ο Φερνάντο Βιδάλ έβγαινε από τη Βιβλιοθήκη της Ν., όπου είχε δουλέψει, ως συνήθως, από τις τέσσερις το απόγευμα. Ήταν εννιά το βράδυ· μόλις είχε σκοτεινιάσει.
Η Βιβλιοθήκη ήταν ανοικτή για το κοινό μόνο το πρωί. Οι θυρωροί και οι άλλοι υπάλληλοι έμεναν στο ισόγειο του κτιρίου, και ο Φερνάντο είχε το προνόμιο να απολαμβάνει μόνος του τη Βιβλιοθήκη τα απογεύματα και τις νύχτες, με τους εξής όρους: να είναι πάντα ασυνόδευτος, να καλύπτει τα έξοδα του ηλεκτρικού ρεύματος που κατανάλωνε, και να ανοίγει και να κλείνει ο ίδιος, αφήνοντας φεύγοντας τα κλειδιά στο σπίτι του επιστάτη.
Σε όλη τη Ν., πόλη πολλών χιλιάδων κατοίκων, βιομηχανική, πλούσια, γεμάτη εργοστάσια, δεν υπήρχε πολίτης που να αμφισβητούσε ή να ζήλευε το προνόμιο του Βιδάλ σχετικά με τη Βιβλιοθήκη.
Όπως πάντα, ο Φερνάντο κλείδωσε καλά την εξωτερική πόρτα με το τεράστιο κλειδί, κρατώντας σφιχτά την αρμαθιά που σχημάτιζε μαζί με τα υπόλοιπα, προχώρησε μερικά μέτρα στο πεζοδρόμιο, απορροφημένος, ψάχνοντας, χωρίς να το σκέφτεται, το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού του επιστάτη, που βρισκόταν σε απόσταση μερικών μέτρων, στο ίδιο κτίριο.
Αλλά χτύπησε μάταια. Δεν άνοιγαν, δεν απαντούσαν.
Ο Βιδάλ άργησε να αντιληφθεί τη σιωπή. Το μυαλό του ήταν γεμάτο με τις ιδέες που είχαν κατέβει μαζί του στον δρόμο αφήνοντας τις ψυχρές σελίδες των βιβλίων επάνω, στην αιώνια φυλακή.
“Δεν είναι κανείς εδώ”, σκέφτηκε στο τέλος, χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να τον παραξενέψει που δεν ήταν κανείς στο σπίτι του επιστάτη.
«Τι κάνω τώρα;» μονολόγησε, κουνώντας την αρμαθιά των κλειδιών που τον έκανε να μοιάζει με δεσμοφύλακα.
Εκείνη τη στιγμή πρόσεξε κάτι άλλο. Ότι η νύχτα ήταν σκοτεινή, ότι υπήρχαν λάμπες, τρείς, το θυμόταν καλά, κατά μήκος του δρόμου, κι ότι καμία δεν ήταν αναμμένη.
Έπειτα πρόσεξε ότι κανένας δεν θα θεωρούσε γελοία την κατάστασή του, γιατί δεν υπήρχε ψυχή στην οδό ντε λα Μπιμπλιοτέκα. Απόλυτη σιωπή.
Μια μακρινή έκρηξη τον έκανε να αναφωνήσει:
«Ένας πυροβολισμός!»
Ο πυροβολισμός, ή μάλλον η ίδια η λέξη, τον επανέφερε στην πραγματικότητα, στην αληθινή ζωή της πόλης του.
“Όταν έφυγα από το σπίτι, μετά το φαγητό, άκουσα να λένε στο καφενείο ότι απόψε θα γίνουν φασαρίες, ότι οι σοσιαλιστές οι αναρχικοί, ή κι εγώ δεν ξέρω ποιοι, προετοίμαζαν μια εξέγερση για να βγάλουν από τη φυλακή κάποια από τα μέλη της παράταξής τους, και να διακηρύξουν ό,τι μπορεί να διακηρυχτεί. Αυτό πρέπει να είναι. Μάλλον γίνονται φασαρίες.
“Θεός φυλάξοι!” συνέχισε να σκέφτεται, “αν γίνονται φασαρίες, αν συμβαίνει κάτι σοβαρό, ίσως αύριο η Βιβλιοθήκη να είναι κλειστή, ίσως να μην με αφήσουν ή να μην μπορέσω να έρθω το απόγευμα για να τελειώσω τη μελέτη του χειρογράφου στο οποίο έχω ανακαλύψει τόσο πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία των ταραχών των συντεχνιών της Ρ. τον _αιώνα. Συμφορά! Αν αύριο δεν ολοκληρώσω τη δουλειά μου, το επόμενο τεύχος της Κοινωνιολογικής και Ιστορικής Επιθεώρησης θα κυκλοφορήσει χωρίς το άρθρο μου, και κανείς δεν ξέρει αν ο κύριος Φλίντερ της Επιθεώρησης των Κοινωνικών και Ηθικών Επιστημών της Ζυρίχης θα με προλάβει, αν αληθεύει, όπως μου γράφουν από εκεί, ότι είδε αυτό το πολύτιμο ντοκουμέντο πέρυσι, όταν εκείνος βρισκόταν εδώ κι εγώ στο Βισύ.
“Όχι, χίλιες φορές όχι. Αυτό δεν μπορώ να το επιτρέψω. Όχι από παιδική έπαρση, αλλά γιατί αυτοί οι ευπαίδευτοι σοσιαλιστές μού είναι αντιπαθείς. Ο Φλίντερ σίγουρα κοιτάζει το συμφέρον του. Σίγουρα θα ερμηνεύσει αυτό το χειρόγραφο κατά βούληση. Με τα στοιχεία που ευνοούν τις θεωρίες του θέλει να κάνει μεγαλεία, να προσκομίσει αδιάσειστες αποδείξεις, αν και κάτι τέτοιο, Θεέ και Κύριε, αποτελεί βεβήλωση της ιστορίας, της τέχνης, της επιστήμης... Όχι, όχι. Εγώ θα πω πρώτος τη γυμνή αλήθεια, αμερόληπτα, αναγνωρίζοντας όλα τα στοιχεία του χειρογράφου που ρίχνουν φως σ’ ένα τόσο επίμαχο ζήτημα, χωρίς όμως να μετατρέψω την έρευνά μου σε όπλο είτε των μεν είτε των δε. Βαρέθηκα τους ουτοπιστές και τους δογματιστές…”
Ακούστηκε κι άλλος πυροβολισμός.
“Λοιπόν, αυτό πρέπει να είναι. Πρέπει να γίνονται φασαρίες.”
Ο Βιδάλ άρχισε να ανηφορίζει με θάρρος τον δρόμο. Στρίβοντας στη γωνία, που βρισκόταν μακριά από τη Βιβλιοθήκη, στον παρακείμενο δρόμο, περίπου στα τριάντα βήματα, είδε στη λάμψη μιας πυράς έναν ακανόνιστο, ζοφερό σωρό που έκλεινε τον δρόμο, που εμπόδιζε τη θέα. “Πρέπει να είναι ένα οδόφραγμα”.
Γύρω από την πυρά διέκρινε σκιές. “Άντρες με τουφέκια” σκέφτηκε. “Δεν είναι στρατιώτες· πρέπει να είναι εργάτες. Βρίσκομαι στα χέρια των εχθρών της τάξης”.
Μια ισχυρή ομοβροντία επιβεβαίωσε τις υποψίες του· άκουσε μπερδεμένες κραυγές, βογγητά, βλαστήμιες.
Δεν υπήρχε αμφιβολία, γίνονταν φασαρίες. “Εκείνο εκεί ήταν ένα οδόφραγμα, και ήταν αδύνατον να το περάσει κανείς.”
Γύρισε πίσω, και μόλις έφτασε στην πόρτα της Βιβλιοθήκης κοντοστάθηκε, έξυσε το ένα του αυτί και συλλογίστηκε. “Αύριο, καλώς ή κακώς, η Βιβλιοθήκη θα είναι κλειστή. Το άρθρο μου δεν θα μπορέσει να βγει εγκαίρως. Ο Φλίντερ θα με προλάβει. Ας μην αφήσουμε για αύριο ό,τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα”.
Ακούστηκε μακριά κι άλλη ομοβροντία, ενώ ο Βιδάλ έβαζε το μεγάλο κλειδί στην κλειδαρότρυπα και άνοιγε την πόρτα της Βιβλιοθήκης. Κλείνοντάς την από μέσα άκουσε κι άλλους πυροβολισμούς, πολύ πιο κοντά, και φωνές και οιμωγές. Ανέβηκε τη σκάλα ψηλαφιστά, κι όταν έφτασε σε μια άλλη κλειστή πόρτα πρόσεξε ότι υπήρχε σκοτάδι. Άναψε ένα σπίρτο, άνοιξε την πόρτα μπροστά του και μπήκε στο θυρωρείο, δίπλα από το αναγνωστήριο. Άναψε ένα λυχνάρι πετρελαίου που το τζάμι του ήταν ακόμα ζεστό, καθώς ήταν το ίδιο με το οποίο είχε φωτίσει πριν από λίγα λεπτά τον χώρο. Μπήκε με το φως του στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης, βρήκε τα βιβλία και τα χειρόγραφά του, που τα είχε τοποθετήσει σε μια γωνιά, και πέντε λεπτά αργότερα δούλευε με πυρετώδη ζήλο, ξεχνώντας τον κόσμο που τον περιέβαλλε, χωρίς να ακούει τους πυροβολισμούς που αντηχούσαν σε κοντινή απόσταση.
Ούτε και ίδιος ήξερε πόση ώρα παρέμεινε έτσι. Κάποτε αναγκάστηκε να διακόψει τη δουλειά του γιατί το λυχνάρι άρχισε να σβήνει. Η φλόγα τσιτσίριζε, το φως ξεψυχούσε βγάζοντας μια πολύ άσχημη μυρωδιά και σχηματίζοντας φευγαλέες λάμψεις. Ο Φερνάντο καταράστηκε την τύχη του και την κακή του μνήμη που δεν του είχε επιτρέψει να θυμηθεί ότι το λυχνάρι δεν είχε πολύ πετρέλαιο. Στο τέλος, μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά, και βγήκε από τη Βιβλιοθήκη στα σκοτεινά, ψηλαφιστά. Έφτασε στην κεντρική έξοδο, άνοιξε, βγήκε. Και γυρνώντας για να κλείσει, αισθάνθηκε δύο σιδερένια χέρια να τον κρατούν κι από τους δύο ώμους και άκουσε βραχνές και εχθρικές φωνές να κραυγάζουν:
«Άλτ!»
«Συλλαμβάνεσαι!»
«Ένας αστός!»
«Σκοτώστε τον!»
“Αυτοί είναι” σκέφτηκε ο Βιδάλ. “Οι δραστήριοι και επιδέξιοι σύντροφοι του κυρίου Φλίντερ!”
Πράγματι, ήταν οι σοσιαλιστές, οι αναρχικοί, ή όπως αλλιώς ονομάζονταν, που είχαν θριαμβεύσει, σ’ εκείνη τουλάχιστον τη γειτονιά. Είχαν συγκεντρώσει κι άλλους αστούς από την περιοχή και είχαν κάνει αυτό που ήθελαν, σκοτώνοντας κάποιους και τραυματίζοντας βαριά κάποιους άλλους, ελευθερώνοντας τους πιο τυχερούς με μερικά μόνο χτυπήματα. Η εμφάνιση του Φερνάντο, που δεν φανέρωνε ούτε μεγάλη χλιδή ούτε υπερβολικά πλούτη καμωμένα από τον ιδρώτα των φτωχών, τους εξαγρίωσε αντί να τους ηρεμήσει. Ήταν έτοιμοι να τον πυροβολήσουν και του έκαναν ξεκάθαρη την πρόθεσή τους.
Κάποιος που έμοιαζε με αρχηγός κοίταξε το κτήριο απ’ όπου έβγαινε ο Βιδάλ και αναφώνησε:
«Αυτή είναι η Βιβλιοθήκη! Είναι ένας σοφός! Ένας σοφός αστός!»
«Θάνατος! Θάνατος!»
«Να τον σκοτώσουμε χτυπώντας τον με τα βιβλία. Να τον πάμε επάνω στην Βιβλιοθήκη και να τον λιθοβολήσουμε με τα βιβλία, με τα σιχαμερά βιβλία που έχουν εκδώσει ο κλήρος, η αριστοκρατία και η μπουρζουαζία για να εκμεταλλευτούν τους φτωχούς, να τους εξαπατήσουν, να τους υποβιβάσουν στην ηθική και υλική σκλαβιά».
«Μπράβο, μπράβο!»
«Καλύτερα να τον κάψουμε σε μια πυρά από χαρτιά».
«Αυτό είναι, αυτό είναι!»
«Να τον ψήσουμε στη βιβλιοθήκη του».
Με σπρωξιές και τραβολογήματα, παρασυρμένος από εκείνη την κτηνώδη και ορμητική λαίλαπα, ο Φερνάντο οδηγήθηκε στο ίδιο αναγνωστήριο όπου, λίγο πριν, μελετούσε τον κώδικα στον οποίο ενδεχομένως υπήρχαν κάποιες αρχαίες αναλαμπές, προάγγελοι της μεγάλης θύελλας που λυσσομανούσε τώρα πάνω από το κεφάλι του.
Οι στασιαστές έφεραν πυρσούς και τουφέκια. Το αναγνωστήριο φωτίστηκε από ένα κόκκινο φως με τρεμάμενες, τρομακτικές λωρίδες σκιάς. Η ομάδα που ανέβηκε στο αναγνωστήριο δεν ήταν πολυάριθμη αλλά πολύ άγρια.
«Κύριοι» φώναξε δυνατά ο Βιδάλ. «Στο όνομα της προόδου, σας εκλιπαρώ να μην κάψετε τη βιβλιοθήκη. Η επιστήμη είναι αμερόληπτη, η ιστορία είναι ουδέτερη. Αυτά τα βιβλία είναι αθώα, δεν λένε ούτε ναι ούτε όχι. Υπάρχουν τα πάντα εδώ. Εκεί, σʼ εκείνους τους μεγάλους τόμους, βρίσκονται τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, που κάποια από τα χωρία τους αναγνωρίζουν το δίκιο σας απέναντι στους πλουσίους. Σʼ εκείνο το ράφι μπορείτε να δείτε τους σοσιαλιστές και τους κομουνιστές του ’45. Σʼ εκείνο εκεί πέρα υπάρχει ο Λασάλ. Πιο κάτω έχουμε Το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ. Και σε όλα αυτά τα ιερά βιβλία, μια ανεκτίμητη συλλογή, υπάρχουν διάφορα σοσιαλιστικά επιχειρήματα: το σαββατικόν έτος, η συνταξιοδότηση, η ίδια η ζωή του Ιώβ… Όχι! Η ζωή του Ιώβ δεν είναι σοσιαλιστικό επιχείρημα. Ωχ, όχι, αυτή είναι η σοβαρή φιλοσοφία, αυτή που θα γνωρίζουν οι φτωχές και φωτισμένες τάξεις των πολύ μελλοντικών και μακρινών αιώνων».
Ο Φερνάντο απόμεινε σκεφτικός, και διέκοψε την ομιλία του, ξεχνώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο ίδιος και η βιβλιοθήκη. Η ομιλία όμως, αμέσως μόλις έγινε κατανοητή, άσκησε κάποια επίδραση. Ο αρχηγός, ένας μοντέρνος φιλόσοφος του καφενείου και του κλαμπ, ένας απʼ αυτούς τους λογοκόπους και θρασείς δημαγωγούς που αφθονούν, άπλωσε το χέρι του για να κατευνάσει το κύμα της γενικής οργής.
«Ακίνητοι» είπε. «Ας πορευτούμε εν τάξει. Ας ακούσουμε αυτόν τον αστό. Πριν από τη φωτιά της εκδίκησης, το φως του διαλόγου. Ας διαλεχθούμε. Απόδειξέ μας ότι αυτά τα βιβλία δεν είναι εχθροί μας και θα τα σώσεις από τις φλόγες. Απόδειξέ μας ότι δεν είσαι ένας άθλιος αστός, ένας τεμπέλης που ζει όπως ένας βρικόλακας, πίνοντας το αίμα του εργάτη, και θα σου χαρίσουμε τη ζωή, η οποία τώρα κρέμεται από μια κλωστή».
«Όχι, όχι! Θάνατος, θάνατος στον σοφιστή!» φώναξε ένας τσαγκάρης, τρομοκρατημένος από την χρήση αυτής της λέξης που δεν την καταλάβαινε, αλλά που την πρόφερε σωστά και με έμφαση.
«Είναι ένας σοφιστής!» επανέλαβε η ομάδα, και μια ντουζίνα κάννες πλησίασαν στο πρόσωπο και το στήθος του Φερνάντο.
«Ψυχραιμία! Ψυχραιμία! Περιμένετε!» κραύγασε ο αρχηγός που δεν ήθελε να σκοτώσει πριν θριαμβεύσει πρώτα επί του σοφιστή. «Ας τον ακούσουμε, ας διαλεχθούμε».
Αφηρημένος, χωρίς να αναλογίζεται τον τεράστιο κίνδυνο που διέτρεχε εγκύπτοντας στην ψυχολογία των μαζών, στην “κοινωνιολογική τερατολογία” όπως τη χαρακτήριζε ο ίδιος, ο Βιδάλ ερευνούσε εκείνη την ισχυρή παραφροσύνη που τον κρατούσε στα νύχια της. Είδε με τη φαντασία του, ταυτόχρονα, το χορωδιακό των τρελών της τέταρτης πράξης του Παίζοντας με τη φωτιά (1), και τον κύριο Φλίντερ και πολλούς άλλους που, σε τελικά ανάλυση, ήταν υπεύθυνοι για όλη αυτή τη σύγχυση ιδεών και παθών. “Είναι η λογική μεταμορφωμένη σʼ ένα μπερδεμένο κουβάρι αλειμμένο με μπαρούτι που θα λειτουργήσει ως το φιτίλι μιας κοινωνικής έκρηξης!” σκεφτόταν.
«Θάνατος!» ξαναφώναξαν.
«Όχι, αφήστε τον να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να μας πει τι είναι, πώς βγάζει τα προς το ζην».
«Αχ! Δουλεύοντας σκληρά όπως κι εσύ, τίμια όπως κι εσύ!» φώναξε ο Βιδάλ γυρνώντας προς εκείνον που είχε μιλήσει. Δυναμικά, θαρραλέα, παθιασμένα, κινήθηκε παραμερίζοντας με τα χέρια τα τουφέκια που τον στόχευαν και τον εμπόδιζαν να δει τον αντίπαλό του.
Τον είχαν πληγώσει βαθύτατα. Έχοντας βιώσει διαφόρων ειδών ματαιότητες στη μακρά ζωή του ως λόγιος και συγγραφέας, το μόνο που του απέμενε πλέον ήταν η περηφάνια της δουλειάς του. Μετά από εκτεταμένη ενδοσκοπική ανάλυση, η μόνη αρετή που θεωρούσε πως άξιζε να ονομάζεται έτσι, ήταν εκείνη της δουλειάς, μονάχα αυτή!
«Τόσο καλά όσο και εσύ. Πρέπει να ξέρεις ότι, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα του ζητήματος “κεφάλαιο και μισθός”, το οποίο είναι προς επίλυση, όπως είναι φυσικό, γιατί ο κόσμος δεν γνωρίζει ακόμα όσα χρειάζεται για να διευθετήσει ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα, όποια κι αν είναι η έκβαση της μάχης μεταξύ κεφαλαιούχων και εργατών, εγώ είμαι από τους ανθρώπους που, ακόμα κι αν πεθαίνουν της πείνας, δεν βάζουν στο στόμα τους ένα κομμάτι ψωμί αν δεν είναι σίγουροι ότι το έχουν κερδίσει τίμια¬.
»Δουλεύω όλη μου τη ζωή, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Εγώ δεν ζητάω οκτάωρο εργασίας (2), γιατί οι οκτώ ώρες δεν μου αρκούν για το τεράστιο έργο που έχω μπροστά μου. Εγώ είμαι ένας χτίστης που δουλεύει σʼ έναν τοίχο που ξέρει ότι δεν πρόκειται να τον δει ποτέ τελειωμένο, και είμαι σίγουρος ότι όταν φτάσω στο ψηλότερο σημείο θα πέσω με το κεφάλι από τη σκαλωσιά. Εγώ εργάζομαι στη φιλοσοφία και την ιστορία και ξέρω ότι όσο περισσότερο εργάζομαι, τόσο περισσότερο προσγειώνομαι στην πραγματικότητα. Δραπετεύω από τη γη ανεβαίνοντας προς τον ουρανό, βέβαιος ότι δεν θα φτάσω στον παράδεισο κι ότι θα χαθώ σε μια άβυσσο, παρʼ όλα αυτά ανεβαίνω, εργάζομαι. Έχω βιώσει στη ζωή ψευδαισθήσεις, έρωτες, ιδανικά, μεγάλες χαρές, ακόμα και μεγάλες φιλοδοξίες. Σιγά σιγά τα έχασα όλα. Πλέον δεν πιστεύω στις γυναίκες, στους ήρωες, στις δοξασίες, στα συστήματα, αλλά το μόνο που δεν απαρνιέμαι είναι η δουλειά. Είναι η ιστορία της ψυχή μου, ο καθρέφτης της ύπαρξής μου. Στο οικουμενικό χάος δεν θα αναγνώριζα τον εαυτό μου αν δεν αναγνώριζα τα ίχνη μου στα απόνερα των προσπαθειών μου. Αναγνωρίζω τον εαυτό μου από τον ιδρώτα του μετώπου μου και την κόπωση της ψυχής μου. Είμαι ένας εργάτης του πνεύματος που τα νεύρα του, αντί να μειώνουν την κούραση του, του στερούν ώρες ξεκούρασης. Την ώρα του ύπνου, στα σκοτεινά, δουλεύω στο κρεβάτι μου χωρίς να το θέλω, στύβοντας το μυαλό μου, δίχως αμοιβή, δίχως όφελος. Και τη μέρα συνεχίζω να δουλεύω για να βγάλω το ψωμί μου και να προχωρήσω το έργο μου. Εγώ δεν ζητάω χειραφέτηση, δεν ζητάω συμβιβασμούς, δεν ζητάω εκδίκηση. Από τα δέκα μου χρόνια, δεν έχει σκοτεινιάσει ούτε μία φορά χωρίς να έχω κομμένο πανί για να δουλέψω τη νύχτα που ερχόταν, χωρίς να σβήσει το λυχνάρι μου· ακόμα και τις λιγοστές νύχτες που δεν έχω δουλέψει στη ζωή μου, κουράστηκα από τις τύψεις γιατί δεν είχα ολοκληρώσει την εργασία μου. Ως παιδί, ως έφηβος, δούλευα πάντα πλάι στη λάμπα της μητέρας μου· η δουλειά μου ήταν το σχολείο της ψυχής μου, η συντροφιά της ηλικιωμένης μητέρας μου, η προσευχή του πνεύματός μου, η τροφή του σώματος του δικού μου και του δικού της.
»Ήμασταν τρεις: η μητέρα μου, η δουλειά κι εγώ. Σήμερα πλέον μένουμε ξύπνιοι τη νύχτα μόνοι εγώ και η δουλειά μου. Δεν έχω άλλη οικογένεια. Το όνομά μου θα χαθεί, η ανάμνηση της ταπεινής μου ύπαρξης θα πεθάνει σύντομα, όμως η δουλειά μου θα συνεχίσει να υπάρχει στα ράφια των αρχείων, μέσα στη σκόνη, σαν ένα κομμάτι κάρβουνο που ίσως κάποτε ανάψει και χαρίσει φως από την επαφή με τη σπίθα ενός μελλοντικού εργάτη, ενός άλλου φουκαρά λόγιου όπως εγώ που θα με βγάλει από το σκοτάδι και την ανυποληψία».
«Μα εσένα δεν σʼ έχουν εκμεταλλευτεί. Ο ιδρώτας σου δεν έχει χρησιμοποιηθεί για να θρέψει κάποιους άλλους¬¬» διέκοψε ο αρχηγός.
«Από τη δουλειά μου¬» συνέχισε ο Βιδάλ, «έχουν πλουτίσει άλλοι: επιχειρηματίες, κεφαλαιούχοι, εκδότες βιβλιοθηκών και εφημερίδων. Δεν είναι όμως σίγουρος ότι δεν είχαν το δικαίωμα. Δεν με παρηγορεί πια το ότι μπορώ να κάνω μια οργισμένη διαμαρτυρία με πραγματικά καλή πίστη. Είναι ένα πολυσύνθετο πρόβλημα. Μένει να διερευνηθεί εάν είναι άδικο να παραμένω εγώ φτωχός και να έχουν πλουτίσει εκείνοι που συνεισέφεραν μόνο υλικά στις εκδόσεις μου –χαρτί, πιεστήριο, εμπορία.
»Δεν έχω τον χρόνο για να ερευνήσω αυτό το πρόβλημα, γιατί τον χρειάζομαι για να αφοσιωθώ αποκλειστικά στο έργο μου. Αυτό που ξέρω είναι ότι ετούτη η αδιάκοπη εργασία, με το σώμα διπλωμένο, τα πόδια ακίνητα, το μυαλό να βράζει χωρίς σταματημό, στραγγίζοντάς με ψυχικά και σωματικά, μου έχει καταστρέψει το στομάχι. Μετά βίας μπορώ να χωνέψω το ψωμί που βγάζω. Και ακόμα χειρότερα, οι ιδέες που συλλαμβάνω μου δηλητηριάζουν την καρδιά και μου διαταράσσουν τη σκέψη. Αλλά δεν έχω ούτε καν την παρηγοριά ότι μπορώ να παραπονεθώ, γιατί αυτό το παράπονο ίσως να ήταν, σε τελική ανάλυση, μια παιδικότητα. Λυπηθείτε με, εντούτοις, αγαπητοί μου σύντροφοι, που δεν υποφέρω λιγότερο από εσάς, και που δεν μπορώ ούτε θέλω να επιζητήσω αποκατάσταση ή αντεκδίκηση. Γιατί δεν ξέρω εάν υπάρχει κάτι για να αποκατασταθεί, ούτε εάν είναι δίκαιο να αποκατασταθεί. Δεν κοιμάμαι, δεν χωνεύω, είμαι φτωχός, δεν πιστεύω, δεν ελπίζω, δεν μισώ, δεν εκδικούμαι. Είμαι ένας εργάτης σʼ ένα τρομερό ορυχείο που εσείς δεν γνωρίζετε, που θα σας φαινόταν σαν κόλαση αν το βλέπατε, και που, παρʼ όλα αυτά, ίσως είναι ο μοναδικός παράδεισος που υπάρχει. Σκοτώστε με, αν το επιθυμείτε, αλλά σεβαστείτε τη βιβλιοθήκη, που είναι ένα κοίτασμα άνθρακα για το πνεύμα του μέλλοντος».
Οι κοινοί άνθρωποι, όπως συμβαίνει πάντα όταν ακούνε μακρές και εμπνευσμένες ομιλίες, σώπαιναν, δείχνοντας σεβασμό απέναντι στο θρησκευτικό μυστήριο της σκοτεινής σκέψης, εκείνης της ειδωλολατρικής θεότητας των σύγχρονων μαζών, ίσως και τον παντοτινών. Η αγόρευση είχε κατευνάσει τα πάθη. Οι εργάτες δεν ήταν πεπεισμένοι αλλά μπερδεμένοι, καθησυχασμένοι παρά την απροθυμία τους. Εκείνος ο άνθρωπος κάτι προσπαθούσε να πει.
Θαρρείς και επρόκειτο για μόλυνση, κολλούσαν την αρρώστια του Βιδάλ· ξεχνούσαν τη δράση και παρέμεναν ακίνητοι για να συζητήσουν ήρεμα και να σκεφτούν. Ακόμα και το μέρος, εκείνοι οι γεμάτοι με βιβλία τοίχοι, τους εξασθένιζε. Αποκτούσαν σιγά σιγά τη μορφή ενός ερωτευμένου λέοντα που αφήνει να του κόψουν τα νύχια.
Ξαφνικά άκουσαν έναν μακρινό θόρυβο. Ένας λόχος στρατιωτών ανέβαινε τη σκάλα. Ήταν χαμένοι. Υπήρξε μια ανώφελη απόπειρα αντίστασης. Κάποιοι πυροβολισμοί· δυο τρεις τραυματίες. Λίγο αργότερα, εκείνη η εξαφανισμένη, ηττημένη ομάδα των στασιαστών βρισκόταν στη φυλακή. Ο Βιδάλ πήγε μαζί τους δεμένος πισθάγκωνα. Κατά τη γνώμη του διοικητή των νικηφόρων δυνάμεων, γνώμη φρικτή και ισχυρή, εκείνος ο γηραλέος κύριος ήταν ο επικεφαλής της ομάδας των αναρχικών που είχαν αιφνιδιάσει στη βιβλιοθήκη.
Πέρασαν όλοι από στρατοδικείο, όπως ήταν φυσικό. Η αστραπιαία εφαρμογή του τυφλού στρατιωτικού νόμου υποστηρίχθηκε από τον εγωισμό και τον φόβο του αληθινού αρχηγού και από την έχθρα των συντρόφων του. Ήταν όλοι οργισμένοι μʼ εκείνον τον προδότη, εκείνον τον μυστικό αστυνομικό, ή ό,τι ήταν τέλος πάντων, που τους είχε ξεγελάσει με τις σοφιστείες και τις ρητορείες του και τους είχε κάνει να ξεχάσουν την λυτρωτική αποστολή τους, την κατάστασή τους, τον κίνδυνο. Όλοι κατέθεσαν εναντίον του. Ναι, ο Βιδάλ ήταν ο επικεφαλής. Με αυτόν τον τρόπο ο αρχηγός την έβγαλε καθαρή, γιατί το έλεος σε κατάσταση πολιορκίας όριζε επιβολή της εσχάτης των ποινών μόνο στους επικεφαλείς των εξεγέρσεων, σε μια κατηγορία στην οποία ανήκε αναμφίβολα ο Βιδάλ. Έτσι, ενώ αυτός που ήθελε να συζητήσει μαζί του τις βάσεις τις κοινωνίας, ο αληθινός αρχηγός, έμεινε ελεύθερος για να κηρύττει και να βγάζει φλογερούς λόγους, ο φτωχός εργάτης του πνεύματος, ο ονειροπόλος και καλλιεργημένος Φερνάντο Βιδάλ έχανε με συνοπτικό τρόπο τη ζωή του μέσω της κλασικής και άκρως συντηρητικής οδού των τεσσάρων πυροβολισμών.

Σημειώσεις

θουνίγια

Χουάν Εντουάρντο Θουνίγκα, Οι πόθοι, η νύχτα

Μεταφράζει ο Τάσος ΨάρρηςΔιαβάστε τη Διδασκαλία του Χ.Ε. Θουνίγκα εδώ (μτφρ. Τάσος Ψάρρης, τ.χ. 15, Σεπτέμβριος 2011)

Οι πόθοι, η νύχτα

«Θα βγεις τέτοια ώρα; Έχει νυχτώσει, μπορεί να σου συμβεί κάποιο κακό» –είχε ακούσει τη φωνή του πατέρα, με την έντασή της μειωμένη καθώς ερχόταν από το βάθος του σπιτιού, εκεί όπου συντονίζονταν το γουργουρητό του ανοιχτού ραδιοφώνου και το τικ τακ του ρολογιού στον τοίχο.

Εκείνη δεν του απάντησε, απορροφημένη σε άλλες σκέψεις, ακούγοντας με προσοχή κάτι παράξενο, κάτι που αντιλαμβανόταν κάπως συγκεχυμένα. Έκανε ένα βήμα και πλησίασε στο παράθυρο και άκουσε μια μακρινή φωνή, ήταν η φωνή μιας γυναίκας που τραγουδούσε στη μεσαυλή, φωνή σχεδόν αδιανόητη στο ψυχρό και επισφαλές δειλινό, ένα τραγούδι που τα λόγια του χάνονταν αλλά που ο παθιασμένος του τόνος διαπερνούσε τα τζάμια και, παρότι συχνά αχνόσβηνε, επέστρεφε σαν επίμονο κάλεσμα.

Προσηλωμένη σ’ εκείνη τη φωνή, βγήκε από το σπίτι της όταν έφτανε η ώρα που δεν είχε πια φως κι ο ορίζοντας στον ανοιχτό ουρανό, πάνω από τα σπίτια, έχανε το πορφυρό του χρώμα αποκτώντας το μενεξεδί και το μπλε του κοβαλτίου, κι έτσι, κάθε γωνιά του δρόμου απ’ όπου περνούσε σκεπαζόταν από μια σκοτεινιά που σύντομα θα μεταβαλλόταν σε μαυρίλα.

Σκέφτηκε ότι το τραγούδι ήταν για εκείνη, για μια ερωτευμένη, ότι της το έστελνε κάποια άγνωστη, βέβαιη ότι θα το άκουγε κι ότι θα της μετέδιδε ζωντάνια και αποφασιστικότητα.

Χωρίς φόβο, η Αδέλα διέσχιζε τη νύχτα στο ξεκίνημά της, κατευθυνόμενη προς το Παλάς που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο, εκεί όπου άλλοτε διοργανώνονταν thé-dansants, και τα ζευγάρια στην πίστα, περιστοιχισμένα από τα τραπέζια με τα σερβίτσια του τσαγιού, λικνίζονταν σε μια αργή μουσική, τα κορμιά όσων χόρευαν αγγίζονταν, οι άντρες αισθάνονταν την καμπυλότητα του σώματος που αγκάλιαζαν, και οι γυναίκες, που δεν είχαν γνωρίσει ακόμα μεγαλύτερες επαφές, κοκκίνιζαν από ντροπή νοιώθοντας τον ερεθισμό στο υπογάστριο εκείνου που κύκλωνε το κορμί τους με το χέρι. Την τελευταία φορά που βρέθηκε εκεί υποσχέθηκε να δεχτεί την πρόταση που θα της έκανε κάποιος και να πάει όπου θα την πήγαινε, αποφασισμένη να ζήσει αυτό που από καιρό ποθούσε.

Και προχωράει η νύχτα, που πάντα την ένιωθε πρόθυμη να δεχτεί καλόβολα τον έρωτα και να μετατρέψει στα κρυφά κάθε δυνατή πράξη στο ξέσπασμα εκείνο όπου κυριαρχεί η τυφλή παράδοση. Περνάει από δρόμους με επικίνδυνα πεζοδρόμια, με μοναχικούς θορύβους βημάτων που ξεμακραίνουν, και η Αδέλα επαναλαμβάνει τα λόγια του ποιητή, τα σιγοψιθυρίζει επικαλούμενη μια ανάλογη πραγματικότητα: «Είναι νύχτα, τώρα ξυπνούν τα τραγούδια των ερωτευμένων, και είναι και η ψυχή μου το τραγούδι ενός ερωτευμένου».

Δυο φορές παραπάτησε σε μια λακκούβα και πήγε να πέσει, αλλά, παρά το χτύπημα στα γόνατα, συνεχίζει να είναι ενθουσιασμένη και να σκέφτεται ότι έτσι όπως είναι ντυμένη δεν θα την άφηναν να διαβεί το λαμπερό hall, ούτε να μπει στην αίθουσα χορού, τώρα όμως θα μπορεί να το κάνει.

Βγαίνοντας από τη λεωφόρο του Πράδο, παρατηρεί τα φώτα από κάποιες λάμπες πετρελαίου και τις σιλουέτες ανθρώπων που τοποθετούν σανίδες γύρω από κάποιους κρατήρες ανοιγμένους από δύο βόμβες που έπεσαν κοντά στο σιντριβάνι του Ποσειδώνα, τους βλέπει να εργάζονται κινούμενοι σαν σκιές και δεν δίνει σημασία σε κάτι που της φωνάζουν όταν περνάει από κοντά, κοιτάζει το τεράστιο κτίριο του ξενοδοχείου με το περίγραμμα της στέγης του σ’ έναν κάπως καθαρό ουρανό. Νοιώθει την ανάγκη να βάλει το χέρι στο σημείο όπου η καρδιά τρέμει με αγαλλίαση, σιμώνει η θερμή και συγκινητική συνάντηση. Λέει στον εαυτό της: «Τώρα μιλάνε δυνατά τα βουερά σιντριβάνια, και είναι και η ψυχή μου ένα βουερό σιντριβάνι».

Στην πρόσοψη όμως δεν υπάρχει ούτε φως ούτε φωτισμένο παράθυρο ούτε οι φανοστάτες που πάντα φώτιζαν τη μεγάλη είσοδο: όλα μπροστά της ήταν σκοτάδι, και άγγιξε την τραχιά επιφάνεια από λινάτσα διαπιστώνοντας ότι ήταν αμμόσακοι τοποθετημένοι για προστασία, σαν αυτούς που συναντούσε παντού, μπροστά από μαγαζιά και πόρτες, εισόδους μετρό και σιντριβάνια στις λεωφόρους.

Κάποιες φωτεινές κηλίδες έδειχναν την είσοδο ανάμεσα από τους σάκους και μπήκε από ένα στενό τριγωνικό πέρασμα που οδηγούσε στο hall, τόσο οικείο, αλλά εκεί δεν υπήρχαν πάρα μόνο δυο γλόμποι που μετά βίας φώτιζαν τις μεγάλες του διαστάσεις και κάποια άτομα που το διέσχιζαν: άντρες με σκουρόχρωμες φόρμες που συζητούσαν και εξαφανίζονταν στο βάθος του χώρου υποδοχής.

Τίποτα δεν υπήρχε να θυμίζει την πολυτέλεια: σωροί από συρτάρια και σακιά, τα χαλιά είχαν εξαφανιστεί και στην παγωμένη ατμόσφαιρα οι οσμές της καλοπέρασης είχαν δώσει τη θέση τους στα απολυμαντικά.

Στον φύλακα, που στεκόταν στα δεξιά και φαινόταν μισοκοιμισμένος, στηριγμένος σε μια κολώνα, ζήτησε τον Ανσέλμο Σααβέδρα. Η απάντηση ήταν ότι απαγορευόταν να περάσει, εκείνη όμως επέμεινε λέγοντας κάτι ασαφές, όπως ότι ήταν ξαδέλφη του ή κάτι για έναν τραυματία, και στο τέλος αυτός της είπε ότι θα τον έβρισκε στην αποθήκη προμηθειών του πρώτο ορόφου.

Ανέβηκε από τη σκάλα του δεύτερου χώρου υποδοχής και βρέθηκε σ’ έναν πλατύ μισοφωτισμένο διάδρομο, με σειρές από αντικριστές πόρτες στις δύο πλευρές. Επρόκειτο για τα δωμάτια που εκείνη ήξερε ότι ήταν τα πιο πολυτελή και άνετα απ’ όλα τα ξενοδοχεία της Μαδρίτης, με φαρδιά κρεβάτια, πουπουλένια μαξιλάρια, διακριτικές λάμπες πάνω από τις τουαλέτες με τους καθρέπτες και τα μπουκαλάκια με τα αρώματα. Μία από τις πόρτες ήταν μισάνοιχτη και βρήκε το θάρρος να βάλει το χέρι στο πόμολο σπρώχνοντας ελαφρά, γεμάτη περιέργεια. Στο κρεβάτι είδε το κεφάλι ενός άντρα σκεπασμένου με μια μπλε κουβέρτα ως το πηγούνι. Τα μάτια κλειστά, ανέπνεε με δυσκολία, τα μαλλιά κολλημένα στο μέτωπο, ξανθά όπως και το μούσι. Το φως έβγαινε από ένα μικρό πορτατίφ πάνω στο κομοδίνο, εκεί όπου υπήρχε κι ένα ποτήρι.

Έμεινε ακίνητη κοιτώντας τον. Έπειτα πλησίασε και πέρασε τα δάχτυλα πάνω από το μάγουλό του, κι ο άντρας δεν κουνήθηκε, είχε έναν επίδεσμο στο λαιμό. Η Αδέλα κατέβασε κάποια εκατοστά την κουβέρτα και είδε ότι οι ώμοι και το πάνω μέρος του στήθους του ήταν σκεπασμένοι με επιδέσμους. Κατέβασε κι άλλο την κουβέρτα και ανακάλυψε το γυμνό κορμί. Παρατήρησε τη χλομάδα του, το ξανθό χνούδι στην κοιλιά, και κοίταξε με περιέργεια το φύλο που κειτόταν ανάμεσα στα δύο πόδια.

Αναριγώντας, ξανασήκωσε την κουβέρτα και οπισθοχώρησε, αλλά η έλξη την έκανε να επιστρέψει και να χαϊδέψει το ακίνητο σώμα, να βάλει το χέρι της στα μπράτσα, στα πόδια που τα είχε δει αποστεωμένα. Συγκρατήθηκε και αποχώρησε. Στον διάδρομο έψαξε για την αποθήκη προμηθειών, τελικά μια ζωγραφισμένη επιγραφή στον τοίχο έδειχνε πού ήταν, και είδε από την ανοιχτή πόρτα τον φίλο της σκυμμένο πάνω από κάποια κουτιά να κάνει κάτι.

Του έσφιξε τα χέρια ανάμεσα στα δικά της, ψιθυρίζοντάς του:
«Αγάπη μου» –και δεν άκουγε τι έλεγε αυτός, επικεντρωμένη στην αίσθηση ότι της φιλούσε τα χείλη και το σημείο του λαιμού που δεν καλυπτόταν από το κασκόλ–. «Ήρθα να σ’ αγαπήσω».

Του μιλούσε από πολύ κοντά και ταυτόχρονα του χάιδευε με τα χείλη τα μάγουλα που ήταν τραχιά από ένα μεγάλο μούσι. Αυτός την απέφευγε. Δεν μπορούσε να αφήσει τη δουλειά του, ούτε να κάνει διάλειμμα, ούτε να διασκεδάσει: είχαν έλλειψη χλωροφορμίου, είχαν μείνει πολύ λίγοι επίδεσμοι, δεν υπήρχαν αρκετά νυστέρια, έφταναν συνεχώς τραυματίες από το μέτωπο της Κάσα δε Κάμπο.
«Μα εγώ ήρθα για να είμαι μαζί σου, για να με φιλήσεις».
«Τώρα δεν μπορώ να ασχοληθώ με σένα. Θα κανονίσω να βρεθούμε αύριο. Φύγε. Πρέπει να πάω στο χειρουργείο».
Τον προηγούμενο χρόνο είχε παρευρεθεί στον χορό μεταμφιεσμένων του Ομίλου Καλών Τεχνών, και είχε πιει πολύ, όπως και οι φίλες της, και τα χέρια διαφόρων αντρών την περικύκλωσαν και την άγγιξαν στην πλάτη, ένας απ’ αυτούς είχε σκύψει το κεφάλι του και τη φιλούσε στο αυτί. Με μια ανατριχίλα, αντιλήφθηκε ότι τη δάγκωνε με τα χείλη του και την ύγραινε με τη γλώσσα, αλλά παρά το γεγονός ότι τραντάχτηκε σύγκορμη και νευρικά, δεν απομακρύνθηκε, δεν διαμαρτυρήθηκε.

Το θυμάται κατεβαίνοντας τη σκάλα και φτάνοντας πια στον χώρο υποδοχής, ανεβάζει τον λαιμό του παλτού και αγγίζει και με τα δύο χέρια τα αυτιά όταν τακτοποιεί στο κεφάλι της το μαντήλι. Στον δρόμο συναντάει τον παγωμένο αέρα και κοιτάζει από δω κι από κει, αλλά δεν βλέπει κανέναν κοντά στο ξενοδοχείο. Μπροστά υπάρχει ένα ασθενοφόρο που μοιάζει εγκαταλειμμένο.

Παίρνει τον δρόμο προς την πλατεία Σάντα Άννα. Ο ουρανός είναι ένα σχεδόν μαύρο ταβάνι, τα σπίτια δεν αφήνουν κανένα φως να περάσει και οι δρόμοι είναι μακρά τείχη με σειρές από μπαλκόνια που μετά βίας φαίνονται. Αραιά και πού διασταυρώνεται με κάποιο αυτοκίνητο που τρέχει πολύ γρήγορα ή με τον θόρυβο κάποιου που περπατάει βιαστικά. Πολύ μακριά, αρχίζει να ακούει τη σειρήνα του αντιαεροπορικού συναγερμού και, τη στιγμή που η Αδέλα περνάει κοντά από την εκκλησία του Αγίου Σεβαστιανού, η μοτοσικλέτα που μεταφέρει τη σειρήνα πλησιάζει προς την Ατότσα και την ξεκουφαίνει.

Τρέχει μέσα από τον κηπάκο της εκκλησίας και μπαίνει στην πόρτα που βγάζει στο υπόγειο, κι ενώνονται μαζί της κι άλλα άτομα και σπρώχνονται προς το βάθος, εκεί όπου ένας γαλάζιος γλόμπος φωτίζει την επιγραφή «Καταφύγιο», όλοι κατεβαίνουν μιλώντας με κραυγές, νευρικοί, φωνάζοντας ο ένας στον άλλον, συζητώντας για τον πιθανό κίνδυνο, κι αμέσως καταφθάνουν κι άλλα άτομα που ρωτάνε για ένα χαμένο παιδί.

Δίπλα της αισθάνεται την πίεση ενός άλλο κορμιού, είναι ένας άντρας που κοιτάζει προς τη σκάλα κι έπειτα αρχίζει να μιλάει σχολιάζοντας τον βομβαρδισμό της προηγούμενης μέρας στο Αργουέγιες και, καθώς η Αδέλα καταλαβαίνει ότι σ’ εκείνη απευθύνεται, του απαντάει νεύοντας καταφατικά. Εκείνη τη στιγμή ξανακούγεται μια στριγκή σειρήνα που αναστατώνει ακόμα περισσότερο τους συγκεντρωμένους οι οποίοι ξεσπάνε σε νέες κραυγές, κουνιούνται και αλλάζουν θέσεις. Ο άντρας πάει και κάθεται στην άλλη μεριά της Αδέλα, κολλημένος πάνω της, και τώρα τη ρωτάει αν είναι μόνη, αν μένει στην περιοχή, γιατί είναι επικίνδυνο να πάει στο σπίτι της περπατώντας μέσα στο σκοτάδι. Η Αδέλα αποκρίνεται μονολεκτικά και βλέπει με μια γρήγορη ματιά ότι είναι ένας άντρας νέος, μ’ έναν σκούφο τραβηγμένο μέχρι τα αυτιά, που της χαμογελάει.
Χωρίς να σκεφτεί την απάντηση, του λέει:
«Δεν θα πάω σπίτι».
Με σιγανή φωνή, πλησιάζοντας ακόμα πιο κοντά της, τη ρωτάει αν έχει φίλο, κι εκείνης, όπως και πριν, της έρχεται να απαντήσει όχι. Νοιώθει το σώμα του άντρα να πιέζεται πάνω στο δικό της και να φέρνει το στόμα του πολύ κοντά στο πρόσωπό της:
«Άκου, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου; Στο σπίτι μου. Δεν θα κρυώνεις, έχω μια σόμπα που βγάζει πολλή ζέστη, έχω και μια ανάνοιχτη κονσέρβα με κρέας, και κρασί. Μπορούμε να φάμε».

Κι άλλα άτομα κατεβαίνουν στο κρησφύγετο και τσακώνονται με όσους βρίσκονται ήδη εκεί, γιατί δεν θέλουν να τους κάνουν χώρο, κι ενώ όλοι σπρώχνονται, η Αδέλα αισθάνεται τα χέρια εκείνου του άντρα στη μέση της, αλλά δεν προσπαθεί να απελευθερωθεί, ούτε διαμαρτύρεται, περιμένει να δει μέχρι πού θα φτάσουν οι φιλοδοξίες του. Ακούει κάτι ανάμεσα στις φωνές που τους κυκλώνουν και αφουγκράζεται με προσοχή.

«Θα σε φιλήσω στους ώμους, θα κατεβάσω αργά αργά τα χείλη μου και θα σου γλείψω τις ρώγες στο στήθος. Θα σε κάνω να τρελαθείς».
Είναι έτοιμη να φύγει, αλλά ξαφνικά γυρνάει προς το μέρος του, του χαμογελάει και ψιθυρίζει:
«Εντάξει».

Σπρώχνει αυτούς που βρίσκονται μπροστά της και προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους, καθώς όμως είναι αδύνατον, δίνει αγκωνιές και βλέπει μέσα στο μισοσκόταδο τα έκπληκτα και θυμωμένα πρόσωπα να στρέφονται προς το μέρος της εκφράζοντας τη διαμαρτυρία τους. Της λένε ότι δεν μπορεί να φύγει, να κάτσει ήσυχη, να περιμένει να λήξει ο συναγερμός, παρ’ όλα αυτά η Αδέλα φτάνει στη σκάλα και την ανεβαίνει. Διασχίζει τον κηπάκο, και βγαίνοντας στον δρόμο, μέσα στο σκοτάδι, πέφτει πάνω σε μια ομάδα βιαστικών ανθρώπων που φωνάζουν «Στο καταφύγιο, στο καταφύγιο», τη σπρώχνουν εκτός πεζοδρομίου ρίχνοντάς την σχεδόν κάτω. Περνάει στην απέναντι πλευρά του δρόμου και συνεχίζει να περπατάει κολλημένη στον τοίχο της εκκλησίας, και τότε συνειδητοποιεί ότι ο άντρας δεν την έχει ακολουθήσει και ότι μάλλον έχει μείνει στο καταφύγιο.

Αυτό που της είπε της εξάπτει την περιέργεια, εκείνη θα είχε αποδεχτεί οτιδήποτε θα της πρότεινε, θα είχε επιτέλους γνωρίσει το απόλυτο πάθος και τα όρια της ηδονής. Θυμάται το ξαπλωμένο κορμί που είχε δει στο κρεβάτι του ξενοδοχείου και το βήμα της γίνεται πιο ασταθές καθώς περνάει από διάφορους δρόμους που τους ξέρει καλά.

Έφτασε μπροστά σε μια πόρτα που φαινόταν κλειστή, αλλά την έσπρωξε, κι όταν άνοιξε, ένιωσε τη έντονη μυρωδιά υγρασίας που υπήρχε στον προθάλαμο, μέσω του οποίου, ψηλαφίζοντας με το χέρι τον τοίχο, έφτασε στη σκάλα και βάλθηκε να την ανεβαίνει αργά, μετρώντας το κάθε βήμα της στα σκαλοπάτια που έτριζαν σαν παλιό ξύλο, μέχρι τον τελευταίο όροφο όπου μια λεπτή φωτεινή γραμμή έδειχνε τη μία και μοναδική πόρτα.

Χτύπησε ελαφρά με τους κόμπους των δαχτύλων της και άνοιξε ένας άντρας κάποιας ηλικίας, με μακριά μαλλιά, ντυμένος με ποδιά, και μ’ ένα μαντήλι δεμένο στον λαιμό. Πίσω του έλαμπε μια ηλεκτρική θερμάστρα που ζέσταινε την ατμόσφαιρα στη σοφίτα.

Μπαίνοντας, η Αδέλα τον φίλησε και του είπε: «Γεια σου, θείε» και κάθισε σ’ ένα σκαμνάκι τεντώνοντας τα χέρια της προς τη ζέστη της σόμπας, ενώ ταυτόχρονα έριχνε μια ματιά τριγύρω: εκεί υπήρχαν δυο τραπέζια με πινέλα που εξείχαν από δοχεία, και ελαιογραφίες με τοπία ακουμπισμένες στον τοίχο, κάποιες απ’ αυτές μισοτελειωμένες, και σ’ ένα καβαλέτο ένας μουσαμάς, ο μοναδικός έτοιμος, με φόντο ώχρα. Ο άντρας παρέμεινε όρθιος μπροστά από τη σόμπα. Είχε ένα τσιγάρο στα χείλη και την έβλεπε να ρίχνει το μαντήλι πίσω από το κεφάλι και να κουνάει τα ξανθά και μακριά της μαλλιά.

«Γιατί ήρθες τόσο αργά; Είναι σχεδόν οχτώ».
«Βαριόμουν στο σπίτι. Δεν μπορώ άλλο το κρύο».
Αυτός κούνησε το κεφάλι με μια έκφραση αμφιβολίας. Ρώτησε:
«Σας έδωσαν σήμερα προμήθειες;»
«Ναι, πάει η μητέρα να τις πάρει. Νομίζω ότι έδωσαν ρύζι».
Αυτός έστρεψε το βλέμμα προς μια γωνιά του εργαστηρίου.
«Πες στον πατέρα σου ότι μου ανέθεσαν από το Δημαρχείο κι άλλη αφίσα με το σλόγκαν: “Η Μαδρίτη θα γίνει ο τάφος του φασισμού”. Δεν ξέρω πώς θα μπορέσω να την κάνω» –έκανε μερικά βήματα κοιτώντας προς το πάτωμα, και συνέχισε έχοντας σχεδόν γυρισμένη την πλάτη–: «Εγώ είμαι ζωγράφος, δεν είμαι σχεδιαστής αφισών, πρέπει όμως να δουλέψω, όπως και να ’χει…»
Η Αδέλα πρόσεξε ότι είχε μεγαλώσει η καμπύλη της πλάτης του.
«Σκέψου ότι έχουμε πόλεμο και πως ό,τι συμβαίνει είναι περίεργο και μας κάνει να υποφέρουμε. Κανείς δεν αμφιβάλει ότι είσαι μεγάλος ζωγράφος».

Τον είδε να πλησιάζει στο τραπέζι, να στηρίζεται πάνω του και να απλώνει το χέρι του σε κάτι που υπήρχε εκεί, αλλά το έκανε απλά και μόνο για να δώσει μια δυνατή γροθιά με κλειστή την παλάμη.
«Τόσα χρόνια δουλειάς, να προσπαθώ να μάθω και να βελτιώσω την τεχνική μου στο φόντο, να πηγαίνω σε απονομές και να συμμετέχω σε εκθέσεις, και κατέληξα να φτιάχνω ηλίθιες αφίσες».
Αναθεμάτισε κάνοντας έναν θόρυβο με το στόμα. Η Αδέλα τον διέκοψε:
«Η γειτόνισσά σου ήρθε να σε δει; Είσαι ακόμα τρελά ερωτευμένος μαζί της;»
«Ποια; Η Καρμέλα; Ναι, ήρθε πριν από μερικές μέρες».

Σταμάτησε να περιφέρεται μόλις πλησίασε στο μικρό παράθυρο και παραμέρισε το κουρτινάκι. Κοίταξε έξω και η Αδέλα κατάλαβε ότι κάρφωνε το βλέμμα του σε κάτι ποθητό, εκεί όπου βρισκόταν η ελπίδα, ίσως στα αόρατα σύννεφα της ζοφερής νύχτας.
«Κάθε φορά που έρχεται μου φαίνεται και πιο όμορφη».
«Δεν της έχεις πει ποτέ τίποτα;»
«Τι να της πω; Θα γινόμουν ρεζίλι στην ηλικία μου. Της έχω προτείνει να της φτιάξω το πορτρέτο, μπορεί να δεχτεί».
Χαμογέλασε αδιόρατα, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τη μαύρη νύχτα που πρέπει να υπήρχε έξω από το εργαστήρι.
«Με συγχωρείς που σ’ το λέω, θείε, αλλά θα ’πρεπε να το ξέρει. Εμείς οι γυναίκες έχουμε ανάγκη να ξέρουμε αν ξυπνάμε τον πόθο».
«Σιγά μην ενδιαφέρεται αυτή για τα αισθήματά μου όταν έχει τριγύρω της άντρες νέους και πρόθυμους να κάνουν οτιδήποτε για να την κατακτήσουν».

Ξανάρχισε να περπατάει, κι από ένα ράφι πήρε ένα σακουλάκι ηλιόσπορους και το ακούμπησε μπροστά στην Αδέλα, που άρχισε να τρώει. Αυτός όμως πλησίασε και πάλι στο τραπέζι και έβαλε στη σειρά με μεγάλη προσοχή δοχεία με νέφτι και σωληνάρια με λαδομπογιές.

«Είναι πραγματικά υπέροχη, με τα μαλλιά πιασμένα και με μια μαύρη γραμμή στα μάτια για να φαίνονται πιο μεγάλα, κι όταν γελάει είναι λες και πέφτει ένα φως στο πρόσωπό της. Ξέρει πώς πρέπει να κουνάει τα σκουλαρίκια για να τονίζονται τα αυτιά, οι κρόταφοι, ο λαιμός. Φέτος το καλοκαίρι φορούσε ένα αμάνικο φουστάνι με μεγάλο ντεκολτέ. Την κοίταζα μαγεμένος».

Όταν σώπασε, τίποτα δεν διέκοπτε τη σιωπή μέσα στο εργαστήρι, υπήρχε μόνο το κριτσίνισμα των ηλιόσπορων που η Αδέλα έσπαγε με τα μπροστινά της δόντια ενόσω παρακολουθούσε τις κινήσεις του θείου της, οι οποίες μαρτυρούσαν μια ξαφνική και απέραντη κατήφεια. Αυτός σήκωσε το χέρι του και το έτεινε προς τη ραφιέρα όπου, ανάμεσα σε κουτιά με χρώμα, υπήρχαν κάποια βιβλία. Πήρε ένα, το άνοιξε, βρήκε μια σελίδα που την είχε σημαδέψει με μια κάρτα και διάβασε αργά, με την πλάτη ακόμα πιο κυρτή απ’ ό,τι όταν περπατούσε:
Με το πέρασμα του χρόνου
ο έρωτας γίνεται πιο τρυφερός και ανήσυχος.
Λάμψε, ναι, λάμψε στερνή μαρμαρυγή
της τελευταίας αγάπης, αυγή του δειλινού.
Το αίμα λιγοψυχά στις φλέβες,
αλλά στην καρδιά δεν λιγοψυχά
η τρυφερότητα της τελευταίας αγάπης
που είναι ευλογία και απελπισία.

Είχε διαβάσει προφέροντας με προσοχή, σταματώντας στις λέξεις, μεταδίδοντάς τους όλη την πνοή του καταπιεσμένου πάθους. Έκλεισε το βιβλίο, το ξανάβαλε πίσω στη ραφιέρα και διέτρεξε με το χέρι του το πρόσωπο, τα βλέφαρα και το αξύριστο μούσι ανάμεσα από τις αυλακιές των ρυτίδων κι από τα χείλη που είχαν σκουρήνει από το κάπνισμα. Οι φλέβες του χεριού του ήταν διογκωμένες και οι κόμποι των δαχτύλων παραμορφωμένοι, κι όλα αυτά τα πρόσεξε η Αδέλα.
«Του Ρουμπέν Δαρίο είναι αυτό το ποίημα; Μου φάνηκε πολύ ωραίο».

Ο άντρας απάντησε πως ήταν ενός άλλου ποιητή, κι όταν έβηξε, το χέρι με το οποίο σκέπαζε το στόμα του έτρεμε για κάποιες στιγμές. Τότε άκουσαν τη σειρήνα του συναγερμού και κοιτάχτηκαν κι έκαναν έναν μορφασμό δυσαρέσκειας. Η Αδέλα σταμάτησε να τρώει ηλιόσπορους.

«Πότε θα μου φτιάξεις το πορτρέτο; Θα μου άρεσε να ποζάρω γυμνή».
Στο οποίο ο θείος της έβγαλε ένα γρύλισμα και πήγε στο μικρό παράθυρο για να τραβήξει στη θέση του το κουρτινάκι.
«Ένα βράδυ την ονειρεύτηκα» –άρχισε να λέει–, «λες και την έβλεπα εδώ μέσα. Είχα το βλέμμα μου κολλημένο στα χείλη, στο πηγούνι, στις ζάρες στις δυο πλευρές του στόματος όταν γελούσε, στα μάγουλα. Με φόβιζε μια τέτοια ομορφιά, γιατί μ’ έκανε υπόδουλό της, ήμουνα σκλάβος της. Τελικά, dernier amour» –μετά πλατάγισε τη γλώσσα του–. «Δεν ξέρω γιατί το λέω αυτό».

Η Αδέλα τον είδε να κλείνει τα μάτια μένοντας όρθιος, άκαμπτος, με τα χέρια μετέωρα.
«Φεύγω. Πάω σπίτι».
«Είναι πολύ αργά, ανιψιά, θα σε συνοδεύσω για να μην πας μόνη σου. Οι γονείς σου θα ανησυχούν».
Στον δρόμο τούς περίμενε η δυσκολία να περπατάς χωρίς καθόλου φως, έπρεπε να υπολογίζουν το κάθε βήμα τους πιασμένοι αγκαζέ, ο ένας στήριγμα του άλλου. Σύντομα ξανάκουσαν το ουρλιαχτό από τις κινητές σειρήνες, πράγμα που τους έκανε να πάνε πιο γρήγορα και να σκοντάφτουν και να τρεκλίζουν, και πριν φτάσουν στην εκκλησία του Ιησού του Μεδιναθέλι, άκουσαν από πάνω τους τον σαματά των αεροπλάνων και κάποιες πολύ ισχυρές εκρήξεις ικανές να διαλύσουν τα αυτιά και τα σπίτια που τους περιστοίχιζαν.
Προφυλαγμένοι σε μια πόρτα που βρήκαν μισάνοιχτη, πλαισιωμένοι κι από άλλα άτομα, έστεκαν αμίλητοι, προσηλωμένοι στον κίνδυνο που θα κατέφθανε από ώρα σε ώρα, καθώς όμως οι εκρήξεις δεν επαναλήφθηκαν, αποφάσισαν να φύγουν και άρχισαν να τρέχουν παραπατώντας. Μέσα στο σκοτάδι, έφτασαν εκεί όπου βρισκόταν μια ομάδα ανθρώπων και άκουσαν να φωνάζουν: «Βομβάρδισαν το μουσείο. Καίγεται η στέγη».
Προχώρησαν κι άλλο και είδαν στη μέση της λεωφόρου, στο έδαφος, δυο φωτοβολίδες ακόμα αναμμένες, απ’ αυτές που είχαν ρίξει τα αεροπλάνα, και στην απέναντι πλευρά απ’ όπου βρίσκονταν, στο ύψος της στέγης του μουσείου, μια μεγάλη λάμψη.
Στα δεξιά, το κτίριο στη γωνία της οδού Μορατίν είχε επίσης πληγεί από τις εμπρηστικές βόμβες και καιγόταν. Όπως έλεγε κάποιος, στην οδό Αλαρκόν ξεκινούσε κι άλλη φωτιά.

Ατένιζαν εμβρόντητοι εκείνες τις μακρινές φλόγες κι ο άντρας επαναλάμβανε: «Θα καούν όλοι οι πίνακες, όλοι οι πίνακες» και η Αδέλα τον κρατούσε από το μπράτσο και αισθανόταν ένα ρίγος συγκίνησης. Από πάνω τους, οι γρήγορες φωτεινές γραμμές των προβολέων της αντιαεροπορικής άμυνας διέσχιζαν τον ουρανό, και το φως τους έπεφτε πάνω στα σύννεφα αναδεικνύοντας τα παράξενα σχήματά τους, τα οποία εξαφανίζονταν αμέσως, δίνοντας τη θέση τους σε άλλα που αναδύονταν μόνο για μια στιγμή από το σκοτάδι, ενώ η φωτισμένη δέσμη τα σάρωνε αδιάκοπα, κάνοντας το λευκό των σύννεφων να εναλλάσσεται με τη σκοτεινή άβυσσο του ουράνιου στερεώματος.

Επίμετρο


Juan Eduardo Zúñiga
Largo noviembre de Madrid, La tierra será un paraíso & Capital de la gloria


Συγγραφέας ενός μικρού αριθμού έργων, από τα οποία ξεχωρίζει η τριλογία της Μαδρίτης του εμφυλίου πολέμου και της αντίστασης στον φασισμό, ο Juan Eduardo Zúñiga είναι από τους καλλιτέχνες τους οποίους κάθε κοινωνία που ενδιαφέρεται για τον πολιτισμό και τη δημόσια ηθική θα ήθελε να έχει στις τάξεις της αποτελώντας σημείο αναφοράς. Θεωρούμενος συγγραφέας της γενιάς του ’36, ή του ’50, γενιά που αφήνει πίσω της τον εμφύλιο πόλεμο, ο Zúñiga μεγάλωσε στους κόλπους του ρεύματος που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «κοινωνικό ρεαλισμό», κατάφερε ωστόσο, κυρίως μέσω της απαράμιλλης αισθητικής του, της ικανότητάς του στον συμβολισμό και των σιωπών του, να δημιουργήσει μια λογοτεχνία ιδιαίτερη, μια λογοτεχνία που προτείνει έναν καινούργιο τρόπο παρατήρησης και θέασης των πραγμάτων. Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς όπου η ποιότητα προδίδεται για τριάκοντα αργύρια και η προσωπική γραφή εγκαταλείπεται υπέρ μιας πεζογραφίας απλουστευτικής και παγκοσμιοποιημένης, ο Zúñiga, δουλεύοντας αθόρυβα, παράγει μια τέχνη που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τις αντιφάσεις, τις παραδοχές και τις αντιθέσεις της ζωής και διερευνά τα πιο ευαίσθητα θέματα της ανθρώπινης φύσης, θέματα εκ πρώτης όψεως ελάσσονα και αμελητέα.

Το έργο του Zúñiga αποτελεί μια δεξιοτεχνική τοιχογραφία των ανθρώπινων καταστάσεων, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει μια ανεκτίμητη βοήθεια για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τα διδάγματα και τις εμπειρίες του για να φιλτράρει με τη μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα τα βασικά υπαρξιακά δεδομένα. Σχεδιάζει αληθοφανείς συναισθηματικές καταστάσεις και συνθέτει ανθρώπινες φωνές-εκφραστές συνειδήσεων που βιώνουν έναν μόνιμο σεισμό, τον οποίο μεταδίδουν στον αναγνώστη μετατρέποντάς τον σε καλό αγωγό σκέψης∙ ανθρώπινες φωνές τις οποίες ο αναγνώστης ενδύεται συμμετέχοντας μέσω των λέξεων, των φράσεων και των παραγράφων σε μια πορεία αργή, σε μια ανάγνωση συμπυκνωμένη, σε μια αφηγηματική ροή φορτισμένη. Ο Zúñiga μεταχειρίζεται τους χαρακτήρες του με διακριτικότητα και με σεβασμό στις ιδιαιτερότητές τους. Με τον ίδιο σεβασμό αντιμετωπίζει και τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος όπου ζουν, οι οποίες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα υποβλητική, μυστηριακή, τεταμένη. Οι χαρακτήρες του, συχνά αιχμάλωτοι μιας υποδόριας βαρβαρότητας, οικοδομούν τα βιώματά τους μέσα από μια ομίχλη έρωτα ικανή να σκεπάσει τα πάντα, και με μια ελπίδα που δεν την αποχωρίζονται ποτέ. Αυτή η λογοτεχνική μεταχείριση τους κάνει να παρουσιάζονται μόνιμα παραδομένοι σε μια συγκινησιακή φόρτιση που φαντάζει αναγκαία.

Ο Zúñiga είναι ένας συγγραφέας από τον οποίο μαθαίνουμε διαρκώς. Κύρια επιδίωξή του είναι να φανερώσει την εκτίμηση που τρέφει για την εργατική τάξη, μια εκτίμηση που υποδηλώνει ένα είδος κοινωνικής συνείδησης διόλου στοχαστικής, κι έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται για την ηθογραφία και τον τοπικισμό αλλά για την πραγματική προέλευση των πραγμάτων, για τα αρχικά τους κίνητρα, που δρα οπλισμένος με μια γλωσσική δυναμική διόλου συνηθισμένη στη σύγχρονη λογοτεχνία. Αυτή η γλωσσική δυναμική στηρίζεται σε δομές που ανασυνθέτουν τόσο τον κλασικισμό όσο και την πρωτοπορία, διηθώντας μας στον ειρμό των πιο παραδοσιακών αλλά και των πιο νεωτεριστικών εκφραστικών μορφών. Επομένως, το έργο του Zúñiga είναι κάτι παραπάνω από τεχνική: είναι η ανακάλυψη του ηθικού-καλλιτεχνικού-λογοτεχνικού ανθρώπου, γι’ αυτό και πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

Η λογοτεχνική και κοινωνική δράση του Zúñiga έμειναν για πολύ καιρό στο σκοτάδι. Τα τρία βιβλία του για τους κατοίκους της πολιορκημένης και βομβαρδισμένης Μαδρίτης, Largo Noviembre de Madrid, La tierra será un paraíso και Capital de la gloria, όπως και άλλα γραπτά του, δεν βγήκαν στο φως παρά μόνο μετά την παλινόρθωση της δημοκρατίας. (Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε για τα αιτία αυτής της καθυστέρησης, απάντησε λακωνικά: «Δεν ήταν η ώρα τους»). Αυτός είναι κι ο λόγος που τα κείμενά του δονούνται κάτω από ένα υπόστρωμα ιστορικών ψεμάτων που στοιχειώνουν τη ζωή των ανθρώπων, ψέματα εδραιωμένα σε χρονικό διάστημα πολλών ετών. Σκοπός αυτών των κειμένων, σκοπός επομένως του Zúñiga, «δεν είναι μόνο να κοιτάξω με μάτια τεντωμένα αυτό που βρίσκεται μπροστά, αλλά να διαβλέψω αυτό που προσπαθεί να κρυφτεί από εμάς», επισημαίνει σε μια συνέντευξή του στον Javier Goñi. Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό που λέει ο αφηγητής στο διήγημα Νοέμβριος, η μητέρα, 1936: «Κανείς δεν νοιάζεται για τον ξένο πόνο κι ακόμα περισσότερο για την επίπονη εσωτερική διαδικασία της ωρίμανσης η οποία απαιτεί χρόνο για να γίνει κατανοητή, γι’ αυτό και κανένας οικείος δεν συνειδητοποιεί αυτή τη μετάβαση προς την κατανόηση των όσων μας περιβάλουν, προς την αλήθεια του κόσμου στον οποίο ζούμε, μια κατανόηση που ρίχνει φως στη συνείδηση, που φωτίζει και αποκαλύπτει μια θλιβερή αλυσίδα από συνήθειες, από αποδοχές ανόητων ή επικίνδυνων λογικών που προκάλεσαν δάκρυα και που, πολύ κοντά, στις παρυφές της μεσοαστικής σταθερότητας, έκανε οστεωμένα χέρια διαμαρτυρίας να σηκωθούν∙ ακόμα πιο δυσκολονόητο είναι το ότι κάποια μέρα αυτή η επίγνωση της κατανόησης κάνει ξαφνικά την εμφάνισή της και η λάμψη της αναστατώνει, και πλέον αφιερωνόμαστε στο να ψάχνουμε όλο και περισσότερο μέσα στις αναμνήσεις ή στα καταπιεσμένα μας αισθήματα για να ξαναβρούμε έναν άλλο άνθρωπο που έζησε μέσα μας αλλά έξω από τη συνείδησή μας…»

Βιογραφία

Juan Eduardo Zúñiga

Γεννήθηκε το 1927 στη Μαδρίτη, πόλη που κατέχει μόνιμη θέση στα βιβλία του και στην οποία έζησε καθ’ όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, γεγονός που τον σημάδεψε βαθειά. Επιστρατεύτηκε στα τέλη του 1937, αλλά εξαιτίας της άσχημης φυσικής του κατάστασης, υπηρέτησε σε βοηθητικές μονάδες. Σπούδασε στη Μαδρίτη Καλές Τέχνες και Φιλοσοφία και ειδικεύτηκε στον ισπανικό 19ο αιώνα και τη σλαβική λογοτεχνία, κυρίως τη ρωσική και τη βουλγαρική.

Από τα έργα του ξεχωρίζει μια βιογραφία του Τουργκένιεφ με τίτλο Los imposibles afectos de Ivan Turgueniev (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο Τα αβέβαια πάθη του Ιβάν Τουργκένιεφ), διάφορα δοκίμια για ρώσους συγγραφείς και αμέτρητα κείμενα και μελέτες για τον βουλγαρικό πολιτισμό, ανάμεσα στα οποία το βιβλίο La historia de Bulgaria. Έχει μεταφράσει σημαντικούς μυθιστοριογράφους και ποιητές των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, καθώς και πορτογάλους πεζογράφους όπως ο Urbano Tavares Rodrigues και ο Mario Dionisio. Για τη ισπανική έκδοση του έργου του πορτογάλου συγγραφέα Antero de Quental τού απενεμήθη το 1987 το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης.

Το 1951 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα Inútiles totales και λίγο αργότερα, το 1962, το μυθιστόρημα El coral y las aguas. Από το 1962 ως το 1967 αναγκάστηκε, για βιοποριστικούς λόγους, να εργαστεί ως κριτικός και μεταφραστής. Το 1967 έγραψε το δοκίμιο Los artículos sociales de Mariano José de Larra και το 1980 δημοσίευσε τη συλλογή διηγημάτων Largo noviembre de Madrid με θέμα τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μαδρίτη την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Το βιβλίο αυτό, ένα από τα καλύτερα που γράφτηκαν ποτέ για τον ισπανικό αλληλοσπαραγμό, έγινε best seller και ανατυπώθηκε άλλες δύο φορές.

Το 1983 κέρδισε το βραβείο Premio Opera Optima που απονέμει η Ένωση Συγγραφέων και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το El anillo de Puskin, ένα είδος δοκιμιακού διηγήματος. Το 1986 εκδόθηκε το La tierra será un paraíso, βιβλίο με το ο οποίο τρία χρόνια αργότερα ήταν φιναλίστ για το Εθνικό Βραβείο Κριτικών και ένα χρόνο μετά για το Εθνικό Βραβείο Συγγραφής. Στις 21 Απριλίου 1992 δημοσίευσε το Misterios de las noches y los días, μια συλλογή σαράντα μικρών διηγημάτων με την οποία το 1993 ήταν φιναλίστ για το λογοτεχνικό βραβείο Elle και το Εθνικό Βραβείο των Ισπανικών Γραμμάτων.

Τον Απρίλιο του 1999 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Flores de plomo, ένα χρονικό βασισμένο σε ιστορικά στοιχεία γύρω από την αυτοκτονία του Mariano José de Larra σε ηλικία 28 ετών στη Μαδρίτη. Το 2003 ο συγγραφέας των Largo noviembre de Madrid και La tierra será un paraíso ολοκλήρωσε την τριλογία της Μαδρίτης και του εμφυλίου πολέμου με το έργο Capital de la gloria, έναν δεκάλογο διηγημάτων που εικονογραφούν τις τελευταίες ελεύθερες μέρες της ισπανικής πρωτεύουσας, με το οποίο κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Κριτικών και το Βραβείο Salambó.

Σημ. Το παραπάνω διήγημα είναι από το βιβλίο του "Capital de la Gloria" που τιμήθηκε με Εθνικό Βραβείο Κριτικών και το Βραβείο Salambo.

αλβέρτι

G.A.BEQUER FABLES.He also wrote some narrative pieces in prose, "Narraciones", which are loaded with imagination and implausibility, such as "Memorias de un Pavo" (Memoirs of a Turkey) in which, as the title implies, he describes the trip of a turkey from its home farm to the city, and its purchase to be eaten, when its writings are discovered inside the already cooked body.

http://www.politeianet.gr/books/9786185042028-anthologia-korontzis-ispanofoni-anthologia-poiisis-228741
http://www.politeianet.gr/books/9789608431348-becquer-gustavo-adolfo-koultoura-mpeker-poiimata-85732

Μπέκερ, Γκουστάβο Αντόλφο (Gustavo Adolfo Bécquer, Σεβίλη 1836 – Μαδρίτη 1870). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ισπανού ποιητή Γκουστάβο Αντόλφο Ντομίνγκεθ Ινσαούστι Μπατίστα (Gustavo Adolfo Dominguez Insausti Batista). Έχασε τους γονείς του σε ηλικία 10 ετών και αργότερα ταξίδεψε στη Μαδρίτη, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Χαρακτήρας εσωστρεφής με ιδιαίτερες ευαισθησίες, γεγονός το οποίο ενέτειναν οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε καθώς και η ασθενική κράση του, ο Μ. στα έργα του βυθίζεται στον εσωτερικό κόσμο των αισθημάτων και των ονείρων. Εκτός από τη συλλογή με τον τίτλο Ρίμες (Rimas, 1860), που περιλαμβάνει ποιήματα στα οποία κυριαρχεί μια βαθιά μελαγχολία, διαποτισμένη με έντονο λυρικό πανθεϊσμό, έγραψε τους Θρύλους (Leyendas, 1860-64), πεζά στα οποία πρωταγωνιστούν φανταστικά όντα σε μια μυστηριακή, μεσαιωνική ατμόσφαιρα· στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται και τα δοκίμια με τον τίτλο Γράμματα από το κελί μου (Cartas Desde Mi Celda, 1864). Όλα τα έργα του δημοσιεύθηκαν τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1873. Η ποίηση του Μ., χάρη στη λεπτότητα και στην καθαρή γλώσσα της, επανεκτιμήθηκε κατά τη διάρκεια του 20ού αι., προκαλώντας τον θαυμασμό των Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Αντόνιο Ματσάδο, Ραφαέλ Αλμπέρτι και Λούις Θερνούντα.
H EPΓASIA TOY.. διαποτισμένη με έντονο λυρικό πανθεϊσμό– τους Θρύλους, όπου υπερέχει το ενδιαφέρον για την παράδοση και για ένα φανταστικό και μυστηριώδη κόσμο.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

49 ~ Ο ΡΑΦΑΈΛ ΑΛΜΠΈΡΤΙ ΣΤΟΝ ΓΚΟΥΣΤΆΒΟ ΑΝΤΌΛΦΟ ΜΠΈΚΕΡ

Rafael Alberti for Gustavo Adolfo Bécquer
***

ΤΡΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Αφιέρωμα στον G.A. Bequer

Πρόλογος

Δεν είχανε χρονίσει ακόμα μήτε ο αρχάγγελος μήτε το ρόδο.
Όλα είταν πριν απ' το βέλασμα πριν απ' το κλάμα.
Όταν το φως δεν ήξερε καλά-καλά
αν η θάλασσα θα γεννούσε αγόρι ή κορίτσι.
Όταν ο άνεμος ονειρευότανε μαλλιά να τα χτενίζει,
γαρούφαλα και μάγουλα να κατακαίει η φωτιά
και το νερό να ξεδιψάει από δυο χείλη ράθυμα.
Όλα είταν πριν από το κορμί και τ' όνομα,
πριν απ' το χρόνο.

Λοιπόν θυμάμαι μια φορά στον ουρανό...

Πρώτη ανάμνηση
...Ένα κομμένο κρίνο...
G.A.B.


Εβάδιζε μ' ένα λύγισμα κρίνου συλλογισμένου,
πουλιού σχεδόν που εννόησε πως πρέπει να γεννήσει,
κοιτώντας δίχως να κοιτάζεται σ' ένα φεγγάρι
που παρασταίνονταν μες στ' όνειρό της σαν καθρέφτης,
σε μια σιωπή χιονιού που ανύψωνε τα πόδια της.
Σε μια σιωπή σκυμένη.
Είτανε πριν από την άρπα, τη βροχή, πριν απ' τα λόγια.
Δεν ήξερε.
Άσπρη μαθητευόμενη του αέρα,
τρεμούλιαζε με τ' άστρα, με τα δέντρα και με τ' άνθος.
Ο μίσχος της, τ' ανάστημά της πράσινο.
Με τα δικά μου αστέρια που μη ξέροντας,
δυο βάλτους θέλοντας να σκάψουνε στα μάτια της
σε δυο πέλαγα τη βυθίσανε.
Θυμάμαι...

Κι έπειτα τίποτα. Νεκρή να φεύγει και να χάνεται.

Δεύτερη ανάμνηση
Ήχοι φιλιών και φτεροκοπήματα
G.A.B.


Πιο πριν,
πολύ πιο πριν από την επανάσταση των ίσκιων,
πριν πέσουνε πάνω στον κόσμο τ' αναμμένα φτερά,
κι ένα πουλί μπορέσει να πεθάνει για ένα κρίνο.
Ακόμα, πριν μου γυρέψεις
τον αριθμό και την τοποθεσία του κορμιού μου.
Πολύ πριν από το κορμί.
Στον καιρό της ψυχής.
Όταν όρθωσες στο δίχως στέμμα μέτωπο τ' ουρανού
την πρώτη δυναστεία του ονείρου.
Όταν εσύ, κοιτάτοντάς με μέσα στο μηδέν
επινόησες την πρώτη λέξη.

Τότε η συνάντησή μας.

Τρίτη ανάμνηση
...πίσω από τη βεντάλια
με τα χρυσά φτερά...
G.A.B.


Τα βαλς τ' ουρανού δεν είχαν ακόμα αρραβωνιάσει
το γιασεμί και το χιόνι,
δεν είχαν οι άνεμοι συλλογιστεί την πιθανή μουσική των μαλλιών σου,
ούτε κι ο βασιλιάς είχε προστάξει να ενταφιαστεί σ' ένα βιβλίο η βιολέττα.
Όχι.
Είταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
χωρίς τ' αρχικά μας στο ράμφος του.
Που οι καμπανέλλες κι οι κλιματίδες μαραίνονταν
δίχως εξώστες κι άστρα για να σκαρφαλώσουν.
Είταν εκείνος ο καιρός
που δεν υπήρχε ένα άνθος για να γείρει το κεφάλι του στον ώμο ενός πουλιού.

Και τότε, πίσω απ' τη βεντάλια σου, το πρώτο μας φεγγάρι.

μτφ: Τάκης Σινόπουλος


από την Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής ποιήσεως του Κλέωνος Β. Παράσχου
εκδ. Παρουσία, 1999



TRES RECUERDOS DEL CIELO
Homenaje a Gustavo Adolfo Bécquer

Prólogo
No habían cumplido años ni la rosa ni el arcángel.
Todo, anterior al balido y al llanto.
Cuando la luz ignoraba todavía
si el mar nacería niño o niña.
Cuando el viento soñaba melenas que peinar
y claveles el fuego que encender y mejillas
y el agua unos labios parados donde beber.
Todo, anterior al cuerpo, al nombre y al tiempo.
Entonces yo recuerdo que, una vez, en el cielo...

Primer recuerdo

... una azucena tronchada...
G.A.BÉCQUER

Paseaba con un dejo de azucena que piensa,
casi de pájaro que sabe ha de nacer.
Mirándose sin verse a una luna que le hacía espejo el sueño
y a un silencio de nieve que le elevaba los pies.
A un silencio asomada.
Era anterior al arpa, a la lluvia y a las palabras.
No sabía.
Blanca alumna del aire,
temblaba con las estrellas, con la flor y los árboles.
Su tallo, su verde talle.
Con las estrellas mías
que, ignorantes de todo,
por cavar dos lagunas en sus ojos
la ahogaron en dos mares.
Y recuerdo...
Nada más: muerta, alejarse.

Segundo recuerdo
... rumor de besos y batir de alas...
G.A.BÉCQUER.


También antes,
mucho antes de la rebelión de las sombras,
de que al mundo cayeran plumas incendiadas
y un pájaro pudiera ser muerto por un lirio.
Antes, antes que tú me preguntaras
el número y el sitio de mi cuerpo.
Mucho antes del cuerpo.
En la época del alma.
Cuando tú abriste en la frente sin corona del cielo
la primera dinastía del sueño.
Cuando tú, al mirarme en la nada,
inventaste la primera palabra.
Entonces, nuestro encuentro.

Tercer recuerdo... detrás del abanico de plumas de oro...
G.A.BÉCQUER.


Aún los valses del cielo no habían desposado al jazmín y la
nieve,
ni los aires pensado en la posible música de tus cabellos,
ni decretado el rey que la violeta se enterrara en un libro.
No.
Era la era en que la golondrina viajaba
sin nuestras iniciales en el pico.
En que las campanillas y las enredaderas
morían sin balcones que escalar y estrellas.
La era
en que al hombro de un ave no había flor que apoyara la cabeza.
Entonces, detrás de tu abanico, nuestra luna primera.

βελμόντε

Πηγή. http://sanejoker.blogspot.gr/2012/08/blog-post_5.html

Belmonte on cover of Time magazine, 5 January 1925
as an author BELMONTE {who was the mos famus matador of hisera with el cordovez} published a (ghostwritten) autobiography. Written byManuel Chaves Nogales and published in 1937, it was called Juan Belmonte, matador de toros: su vida y sus hazañas (Juan Belmonte, killer of bulls: his life and deeds) and consisted of his story as told to Nogales. The book was translated into English by Leslie Charteris asJuan Belmonte, Killer of Bulls. Belmonte was also a close friend of author Ernest Hemingway, and he appears prominently in two of Hemingway's books: Death in the Afternoon and The Sun Also Rises. Like Hemingway, Belmonte committed suicide by gunshot.[6]
Juan Belmonte was the single matador that changed the style of bullfighting. Born with slightly deformed legs, he could not run or jump like other boys[4] and so when he finally began his career as a matador, he firmly planted his feet on the ground, never giving way.[2] He forced the bull to go around him, whereas others until then had jumped all over the place like circus performers.
During his bullfighting career he received 24 serious wounds and 'countless minor ones'.[4] He later developed a grave heart condition,[5]identified by a Madrid specialist who advised him to 'go easy' and to stop riding,[4] an instruction that he initially took to heart but, in the last spring of his life, disobeyed in order to ride his favourite horse, Maravilla,[5] on the ranch with his son. Shortly before his death he learned that he had lung cancer.[4] After a final morning ride, he returned home to his ranch house, took his 6.35mm[4] pistol from a drawer in his study and shot himself.[5] He died within a week of his 70th birthday. Berman and Wallace[7] suggest that this may have been a 'copycat suicide'; on hearing of his friend Hemingway's suicide in 1961, Belmonte is said to have answered 'Well done.'
The circumstances surrounding his death are the source of some controversy. A popular version, seen for example in Life,[8] describes events substantially as follows: when Belmonte's doctor told him that, because of his lifelong injuries and trauma, he could no longer smoke cigars, ride his horses, drink wine or perform sexual acts with women, he decided he was ready to die. He ordered that his favourite horse be brought to him, took a handful of cigars, two bottles of his favourite wine and rode out to his finca where he was met by two of Sevilla's "women of the night."[citation needed] He smoked his cigars and drank his wine, engaging one more time in his final passions, took his pistol and shot himself. He had told others prior to his last day that if he could not live like a man he would at least die like one.[citation needed]
A movie about his life, titled Belmonte[9] and directed by Juan Sebastián Bollaín, was released in 1995.
He is interred at the cemetery of Seville,[3] 20 yards from the grave of his rival of seven seasons, Joselito.[4] His wish was to be buried with the robe of his Holy Week fraternity. The cofradías (fraternities or confraternities) of Seville have their religious roots in the guilds of the Middle Ages. Each of the various guilds was responsible for a large float that several men carried during the processions of Holy Week. Upon each float was a large image—picture or statue—of the particular guild's patron saint flanked by a myriad of candles and flowers, e.g. Blessed Mary under the title of La Macarena. Guild members in their colorful hoods and robes vied with each other for attention and adulation. The capataz (leader of the float) sometimes instructs the guild members to sway the image in a way that resembles a festive street dance. At various stations along the way, the float stops in the middle of a neighborhood street to be serenaded by a saeta sung from a balcony. The uniform robe and hood of some guilds is of bright color, while that of others is quite somber. The most severe Guilds are dressed in black, ancestors of the Penitentes of northern New Mexico. At the time of Belmonte's death, Catholic rules prescribed against suicide victims' being buried in consecrated ground. According to today's more pastoral norms, a suicide victim is considered to be temporarily insane, and thus might be accorded Catholic burial. Nevertheless, Belmonte's death provoked a strong sadness in the city of Seville.

IN POPULAR CULTURE[EDIT]

Belmonte is referred as a former friend of Montgomery Burns in the episode 533: Four Regrettings and a Funeral of The Simpsons.
Belmonte also appears as a character in Woody Allen's 2011 filmMidnight in Paris as a friend of Ernest Hemingway, who considers him to be "truly brave". He is portrayed by Swedish actor Daniel Lunth

Rupert Alexander Fiske-Harrison (Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο, 22 Ιουλίου 1976) είναι ένας Άγγλος συγγραφέας και ηθοποιός ο οποίος έγινε ο κορυφαίος ερασιτέχνης Anglo ταύρους μετά την προπόνηση ως ταυρομάχος που εκτελούνται για την έρευνα βραβευμένο βιβλίο του (στα αγγλικά), Into The Arena: Το World Of The ισπανική ταυρομαχία, και το blog του «The Last Arena: Σε αναζήτηση Η ισπανική ταυρομαχία» (η οποία είναι εν μέρει διαθέσιμες στα ισπανικά, όπως "The Last Arena:. Σε αναζήτηση του Corrida De Toros») Λόγω του συνδυασμού της πρακτικής και θεωρητικής εργασίας στον κόσμο των ταυρομαχιών, πήρε το όνομά του από την εφημερίδα The Times του Λονδίνου "ταυρομάχος-φιλόσοφος».

Αυτός είναι ο νεότερος γιος ενός τραπεζίτη επενδύσεων από το «The City» του Λονδίνου, και καταγόταν από μια οικογένεια της αγγλικής, οι Fiskes, ο οποίος ήρθε στη βρετανική περιοχή του East Anglia και Βίκινγκς το 991 μ.Χ. στη μάχη του Maldon . Ήταν μορφωμένος στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Λονδίνου στη βιολογία και τη φιλοσοφία. Γράφει, μεταξύ άλλων, The Times, The New York Times , η Financial Times , η περιοδικά GQ , και The Spectator και μίλησε στο CNN , το BBC , Al-Jazeera , NPR (National Public Radio στις Ηνωμένες Πολιτείες), και της Αυστραλίας Broadcasting Corporation (Australian Broadcasting Corporation).

Διδάχτηκε για ταυρομαχίες από ερασιτέχνες που ασκήθηκε, και ο γιος του πρώην Προέδρου της Ισπανίας, Adolfo Suárez Illana , και από τους φίλους σας Juan José Padilla , Cayetano Rivera Ordóñez και Eduardo Miura Dávila. πιο αξιοσημείωτη εμφάνισή του ήταν Σκότωσε έναν ταύρο από σίδηρο σε Saltillo de Moreno de la Cova σε ένα φεστιβάλ μπροστά από ταυρομάχους , τους αγρότες και Grandee της Σεβίλλης και της Ronda .

Fiske-Harrison, κινείται μεταξύ δύο ταύρους Estafeta Torrestrella στην Παμπλόνα 7, Ιουλίου, 2011 στην Red Jacket

Έχει δώσει διαλέξεις πάνω σε ταυρομαχίες στην Σεβίλλη Πανεπιστήμιο , αναφερώμενος στη σχετική σ κουλτούρα των ταύρων και αφιερονοντας ολμιλλιες στόνπρέσβη της Ισπανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου , Federico Trillo , στο Reform Club στο Λονδίνο, όπου και τού απεδόθη ένα βραβείο για την αποκάλυψη της λειτουργίας των ταύρων στην Cuéllar , Σε ένα χωριό στην Castilla y León έχει την παλαιότερη λειτουργία της Ισπανίας και είναι ένα από τα del7 '7 'Παγκοσμίου Δρομείς Team' »στην Παμπλόνα .

BAROJA

BLASCO IBANEZ

Βιθέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ: Η καταδικασμένη

Μεταφράζει ο Τάσος Ψάρρης
psarris24.jpg
Ισπανός συγγραφέας και πολιτικός, ο Βιθέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ (Vicente Blasco Ibáñez) είναι από τους κορυφαίους λογοτέχνες της ιβηρικής σχολής. Έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις κινηματογραφικές διασκευές έργων του με θέμα τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταξύ των οποίων και του δημοφιλούς μυθιστορήματος Los cuatro jinetes del Apocalipsis (Οι τέσσερις ιππείς της Αποκάλυψης). Μέλος της περίφημης Γενιάς του ’98, που συμπεριελάμβανε προσωπικότητες όπως οι Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Πίο Μπαρόχα και Αντόνιο Ματσάδο, ο Ιμπάνιεθ κατέγραψε με ρεαλιστική διάθεση την καθημερινότητα της ισπανικής επαρχίας στα τέλη του 19ου αιώνα, γεγονός που δεν απέτρεψε το έργο του από το να αποκτήσει μεγαλύτερη απήχηση εκτός συνόρων. Το διήγημα Η καταδικασμένη (La condenada) προέρχεται από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων και αποτελεί δείγμα της έντονα ψυχολογικής ματιάς του συγγραφέα.

**

Ο Ραφαέλ βρισκόταν δεκατέσσερις μήνες μέσα στο στενό κελί.
Τον κόσμο του αποτελούσαν εκείνοι οι τέσσερις τοίχοι, που ήταν βαμμένοι με το απαίσιο άσπρο χρώμα του οστού, και που τις χαραμάδες και τα σκασίματά του ήξερε από μνήμης· ο ήλιος του ήταν το ψηλό παραθυράκι με τη σταυρωτή σιδεριά που έκοβε στα δύο τον γαλάζιο λεκέ του ουρανού· κι από το πάτωμα μήκους οκτώ βημάτων μετά βίας τού ανήκε το μισό εξαιτίας εκείνης της απίστευτης στριγγής αλυσίδας που ο κρίκος της, εισχωρώντας στον αστράγαλό του, είχε σχεδόν γίνει ένα με τη σάρκα του.
Ήταν καταδικασμένος σε θάνατο, κι ενώ στη Μαδρίτη έριχναν μια τελευταία ματιά στη χαρτούρα του φακέλου του, εκείνος έβλεπε τους μήνες να περνούν εκεί μέσα αποκομμένος από τα εγκόσμια, σαπίζοντας, σαν ένα ζωντανό πτώμα, σ’ εκείνο το φέρετρο από κονίαμα, ανυπομονώντας, σαν ένα στιγμιαίο κακό που θα απέτρεπε άλλα μεγαλύτερα, να φτάσει η ώρα που θα του έσφιγγαν τον λαιμό, δίνοντας επιτέλους ένα οριστικό τέλος σε όσα συνέβαιναν.
Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν η καθαριότητα· εκείνο το πάτωμα που το σκούπιζαν και το έτριβαν καθημερινά σε βαθμό ώστε η υγρασία, διαπερνώντας το κιλίμι του, να του φτάνει μέχρι τα κόκκαλα· εκείνοι οι τοίχοι, που πάνω τους δεν άφηναν τον παραμικρό κόκκο σκόνης. Ως και τη συντροφιά της βρωμιάς απαγόρευαν στον κρατούμενο. Απόλυτη μοναξιά. Όταν εμφανίζονταν αρουραίοι, έβρισκε παρηγοριά με το να μοιράζεται μαζί τους το λιγοστό του φαγητό και να τους μιλάει λες και ήταν καλοί του φίλοι· όταν έβρισκε καμιά αράχνη στις γωνιές, περνούσε τον χρόνο του εξημερώνοντάς την.
Τη μόνη ζωή που ήθελαν μέσα σ’ εκείνο τον τάφο ήταν η δική του. Κάποια μέρα, πόσο καθαρά το θυμόταν ο Ραφαέλ!, έσκασε μύτη στο κελί ένα σπουργίτι, θαρρείς ένα ανυπάκουο παιδί. Ο πλάνης του φωτός και του αέρα τιτίβιζε σαν να εξέφραζε την έκπληξή του που έβλεπε εκεί κάτω εκείνον το κιτρινισμένο και κοκαλιάρη απόκληρο, να τρέμει από το κρύο μέσα στο κατακαλόκαιρο, με κάτι πανιά δεμένα στα μηλίγγια και ένα κουρέλι από την κουβέρτα δεμένο γύρω από τα νεφρά. Πρέπει να τον τρόμαξε εκείνο το σκελετωμένο και ωχρό πρόσωπο με την ασπρίλα του μασημένου χαρτιού· του προκάλεσε φόβο η παράξενη αμφίεση ερυθρόδερμου και το έβαλε στα πόδια, κουνώντας τα φτερά του θαρρείς για να λυτρωθεί από τη μυρωδιά τάφου και σάπιου μαλλιού που ανέδιδε το κελί.
Η μοναδική ένδειξη ζωής προερχόταν από τους συγκρατούμενους που περιδιάβαιναν στο προαύλιο. Εκείνοι τουλάχιστον έβλεπαν ανοιχτό ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους, δεν κατάπιναν τον αέρα μέσα από μια πολεμίστρα· τα πόδια τους ήταν ελεύθερα και όλο και κάποιον είχαν να μιλήσουν. Ακόμα κι εκεί μέσα η δυστυχία είχε τις διαβαθμίσεις της. Ο Ραφαέλ μάντευε την αιώνια ανθρώπινη δυσαρέσκεια. Ζήλευε τους άλλους στο προαύλιο, θεωρώντας την κατάστασή τους ως μία από τις πλέον επιθυμητές. Οι κρατούμενοι ζήλευαν τους έξω, εκείνους που απολάμβαναν την ελευθερία τους. Ίσως όσοι τριγύριζαν εκείνη την ώρα στους δρόμους να μην ήταν ευχαριστημένοι με την τύχη τους, λαχταρώντας ένας Θεός ξέρει πόσα πράγματα...! Τι καλή που είναι η ελευθερία...! Τους άξιζε να είναι φυλακισμένοι.
Βρισκόταν στο τελευταίο σκαλί της δυστυχίας. Κάποτε, σε μια κρίση απελπισίας, είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει τρυπώντας το πάτωμα, κι από τότε οι φύλακες τον παρακολουθούσαν αδιάκοπα, εξοντωτικά. Όταν τραγουδούσε, του επέβαλλαν τη σιωπή. Μια φορά θέλησε να διασκεδάσει σιγομουρμουρίζοντας μονότονα τις προσευχές που του έμαθε η μάνα του και από τις οποίες θυμόταν μόνο κάποια αποσπάσματα, και τον διέταξαν να πάψει. Μήπως προσπαθούσε να το παίξει τρελός; Θεέ μου, ατέλειωτη σιωπή! Ήθελαν να διατηρείται ακμαίος, υγιής στο σώμα και το πνεύμα, ώστε ο δήμιος να μην βάλει χέρι σε φθαρμένη σάρκα.
Τρελός! Δεν ήθελε να καταντήσει έτσι· ο ενταφιασμός όμως, η ακινησία και εκείνο το λιγοστό και άθλιο συσσίτιο τον εξόντωναν. Είχε παραισθήσεις· μερικές νύχτες, μόλις έκλεινε τα μάτια ενοχλημένος από το επιτρεπόμενο φως, που δεκατέσσερις μήνες δεν είχε καταφέρει να συνηθίσει, τον τρόμαζε η αλλόκοτη σκέψη ότι, ενώσω κοιμόταν, οι εχθροί του, εκείνοι που ήθελαν να τον σκοτώσουν και τους οποίους δεν γνώριζε, έκαναν το στομάχι του να ανακατεύεται. Γι’ αυτό τον βασάνιζαν με φοβερές σουβλιές.
Την ημέρα δεν σταματούσε να σκέφτεται το παρελθόν του, η μνήμη του όμως ήταν τόσο θολωμένη ώστε νόμιζε ότι αναψηλαφούσε την ιστορία κάποιου άλλου.
Θυμόταν την επιστροφή στο γενέθλιο χωριουδάκι του, μετά από την πρώτη του κάθειρξη για διάφορες βιαιοπραγίες· τη φήμη που είχε σε όλη την περιφέρεια, τους θεατές που τον επευφημούσαν με ενθουσιασμό στην ταβέρνα της πλατείας: Τι άγριος που είναι ο Ραφαέλ! Η καλύτερη κοπέλα του χωριού ήθελε να τον παντρευτεί, περισσότερο από φόβο και σεβασμό παρά από έρωτα. Οι αξιωματούχοι του Δήμου του χάρισαν ένα τουφέκι αγροφύλακα αποβλέποντας στην εκμετάλλευση της βαρβαρότητάς του στις εκλογές. Βασίλευε χωρίς αντίπαλο σε όλη την περιοχή. Οι άλλοι, οι ηττημένοι, ήταν υποχείριά του, μέχρι που είδαν κι απόειδαν και βρήκαν προστασία σε κάποιον τραμπούκο που κι αυτός μόλις είχε βγει από τη φυλακή, στέλνοντάς τον να τα βάλει με τον Ραφαέλ.
Κύριε των δυνάμεων! Η επαγγελματική του τιμή βρισκόταν σε κίνδυνο. Έπρεπε να δώσει ένα μάθημα σ’ εκείνο το υποκείμενο που του έκλεβε το ψωμί. Μοιραία λοιπόν, του έστησε καρτέρι και του έριξε μια τουφεκιά ακριβείας, αποτελειώνοντάς τον με το κοντάκι για να μην γκαρίξει και λυσσάξει άλλο.
Με λίγα λόγια... αντρικές δουλειές! Και μετά, η φυλακή, όπου βρήκε παλιούς συντρόφους· η δίκη, στην οποία όλοι όσοι μέχρι τότε τον φοβόντουσαν έπαιρναν εκδίκηση για τον τρόμο που τους είχε προκαλέσει καταθέτοντας εναντίον του· η φριχτή καταδίκη και εκείνοι οι καταραμένοι δεκατέσσερις μήνες της αναμονής μέχρι να φτάσει από τη Μαδρίτη ο θάνατος που, κρίνοντας από τη μεγάλη καθυστέρηση, σίγουρα ερχόταν με το κάρο.
Δεν του έλειπε το θάρρος. Σκεφτόταν τον Χουάν Πορτέλα, τον όμορφο Φρανθίσκο Εστέμπαν, όλα εκείνα τα ατρόμητα παλικάρια που τα κατορθώματά τους, εξιστορημένα σε μπαλάντες, είχε ακούσει πάντα με ενθουσιασμό, και ήξερε ότι είχε κι εκείνος την ίδια γενναιότητα για να αντιμετωπίσει αυτή την τελευταία δοκιμασία.
Κάποιες νύχτες όμως πεταγόταν από το κιλίμι του λες και τον είχε χτυπήσει κεραυνός, κάνοντας την αλυσίδα να τρίζει θλιμμένα. Φώναζε σαν μωρό, και ταυτόχρονα το μετάνιωνε προσπαθώντας μάταια να καταπνίξει τις κραυγές του. Κάποιος άλλος φώναζε μέσα του· κάποιος που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει, που φοβόταν και κλαψούριζε, και που ηρεμούσε μόνο αφού είχε πιει πρώτα μισή ντουζίνα φλιτζάνια από εκείνο το καυτερό αφέψημα από χαρούπι και σύκο που στη φυλακή ονόμαζαν καφέ.
Από τον παλιό Ραφαέλ, που ήθελε να πεθάνει για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα, το μόνο που είχε μείνει ήταν το περιτύλιγμα. Ο καινούργιος, εκείνος που είχε γεννηθεί μέσα σ’ εκείνο τον τάφο, σκεφτόταν με τρόμο ότι είχαν ήδη περάσει δεκατέσσερις μήνες κι ότι αναπόφευκτα το τέλος ήταν κοντά. Θα περνούσε ευχαρίστως άλλους δεκατέσσερις μέσα σ’ εκείνη τη δυστυχία.
Ήταν τρομαγμένος· προαισθανόταν ότι η συμφορά πλησίαζε. Την έβλεπε παντού: στα πρόσωπα που ξεμύτιζαν γεμάτα περιέργεια στο παραθυράκι της πόρτας· στον παπά των φυλακών, που πλέον ερχόταν κάθε απόγευμα, λες κι εκείνο το μολυσμένο κελί ήταν το καταλληλότερο μέρος για να μιλήσει κανείς μ’ έναν άνθρωπο και να καπνίσει ένα τσιγάρο. Λάθος, μεγάλο λάθος!
Οι ερωτήσεις δεν θα μπορούσαν να τον αναστατώνουν περισσότερο. Ήταν καλός χριστιανός; Ναι, πάτερ. Σεβόταν τους παπάδες, δεν είχε πει ποτέ την παραμικρή άσχημη κουβέντα εναντίον τους. Για την οικογένειά του δεν είχε κάτι να πει. Οι δικοί του είχαν φύγει όλοι για το βουνό για να πολεμήσουν υπέρ του νόμιμου βασιλιά, γιατί έτσι τους διέταξε ο εφημέριος του χωριού. Και για να αποδείξει ότι ήταν χριστιανός, έβγαζε από τα κουρέλια που κάλυπταν το στήθος του μια λιγδιάρικη αρμαθιά από χαϊμαλιά και μενταγιόν.
Στη συνέχεια ο παπάς τού μιλούσε για τον Ιησού, για τον Υιό του Θεού ο οποίος είχε βιώσει μια κατάσταση παρόμοια με τη δική του. Αυτός ο παραλληλισμός ενθουσίαζε τον φτωχοδιάβολο. Τι τιμή...! Παρ’ όλο όμως που αυτή η ομοιότητα τον κολάκευε, ήθελε να πραγματοποιηθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθυστέρηση.
Έφτασε η μέρα όπου έσκασε σαν κανονιά στο κεφάλι του η φριχτή είδηση. Η διαδικασία στη Μαδρίτη είχε ολοκληρωθεί. Ο θάνατος πλησίαζε, με μεγάλη ταχύτητα: με τον τηλέγραφο.
Όταν ένας υπάλληλος του είπε ότι η γυναίκα του μαζί με το κοριτσάκι που είχε γεννηθεί ενώ εκείνος ήταν κρατούμενος βρίσκονταν έξω από τη φυλακή ζητώντας να τον δουν, δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία. Το γεγονός και μόνο ότι εκείνη είχε έρθει από το χωριό υποδήλωνε ότι το τέλος ήταν κοντά.
Άρχισε να σκέφτεται την πιθανότητα να ζητήσει χάρη, και γαντζώθηκε με λύσσα πάνω από εκείνη την τελευταία ελπίδα από την οποία πιάνονται όλοι οι δυστυχισμένοι. Πολλοί το είχαν καταφέρει, γιατί όχι κι αυτός; Εξάλλου, δεν κόστιζε τίποτα σ’ εκείνη την καλή κυρία στη Μαδρίτη να του χαρίσει τη ζωή· το μόνο που χρειαζόταν ήταν να υπογράψει ένα φιρμάνι.
Όλους τους επίσημους νεκροθάφτες που τον επισκέπτονταν από καθήκον ή από περιέργεια, δικηγόρους, παπάδες και δημοσιογράφους, τους ρωτούσε, τρέμοντας και ικετεύοντας, λες και μπορούσαν να τον σώσουν:
«Τι πιστεύετε; Θα υπογράψει το φιρμάνι;»
Την επόμενη μέρα θα τον πήγαιναν στο χωριό του, δεμένο και με συνοδεία, σαν ένα άγριο ζώο που μεταφέρεται στο σφαγείο. Βρισκόταν ήδη εκεί ο δήμιος μαζί με τα συμπράγκαλά του. Η γυναίκα, μια εύσωμη μελαχρινή με χοντρά χείλη και σμιχτά φρύδια, περίμενε στην πόρτα της φυλακής να τον δει να βγαίνει, κουνώντας την αεράτη φούστα της με τα απανωτά μεσοφόρια που ανέδινε μια βαριά μυρωδιά στάβλου.
Έμοιαζε ξαφνιασμένη που βρισκόταν εκεί. Στο χαζό της βλέμμα διάβαζε κανείς περισσότερο σαστιμάρα παρά πόνο, και μόνο όταν κοίταζε το πλασματάκι που ήταν γαντζωμένο στο τεράστιο στήθος της άφηνε κάποια δάκρυα να τρέξουν.
Για όνομα του Θεού! Τι ντροπή για την οικογένεια! Ήξερε καλά ότι εκείνος ο άνθρωπος θα κατέληγε έτσι! Μακάρι να μην είχε γεννηθεί το μωρό!
Ο παπάς των φυλακών προσπαθούσε να την παρηγορήσει. Συμβιβασμός: όταν θα έμενε χήρα, θα μπορούσε να βρει έναν άντρα που θα την έκανε περισσότερο ευτυχισμένη. Αυτά τα λόγια φαίνονταν να την ενθουσιάζουν, και μάλιστα έφτασε στο σημείο να μιλήσει για τον πρώτο της αρραβωνιαστικό, ένα καλό παιδί που είχε αποσύρει το ενδιαφέρον του επειδή φοβόταν τον Ραφαέλ, και που τώρα τη γυρόφερνε στο χωριό και τους αγρούς λες και κάτι ήθελε να της πει.
«Όχι. Άντρες υπάρχουν πολλοί» έλεγε ήρεμα εκείνη με μια υποψία χαμόγελου. «Είμαι πολύ θρησκόληπτη. Αν πάρω άλλον άντρα, θέλω να μου τον στείλει ο Θεός».
Και βλέποντας την έκφραση έκπληξης στο πρόσωπο του παπά και των φρουρών της πύλης, επανήλθε στην πραγματικότητα και ξανάρχισε να κλαίει με το ζόρι.
Το σούρουπο έφτασε η είδηση. Είχε όντως δοθεί χάρη. Εκείνη η κυρία στη Μαδρίτη που ο Ραφαέλ τη φανταζόταν γεμάτη με τα πλούτη και τα στολίδια που μόνο στις Αγίες Τράπεζες μπορεί να δει κανείς, είχε ενδώσει στα τηλεγραφήματα και τις ικεσίες του παρατείνοντας τη ζωή του.
Η απονομή χάριτος προκάλεσε πανδαιμόνιο στη φυλακή, λες και όλοι οι κατάδικοι είχε λάβει εντολή αποφυλάκισης.
«Χαμογέλα, κορίτσι μου» έλεγε ο παπάς στη γυναίκα του κρατούμενου στην καταρρακτή. «Ο άντρας σου δεν θα πεθάνει. Δεν θα μείνεις χήρα».
Η κοπέλα ήταν σιωπηλή, λες και πάλευε με σκέψεις που πλημμύριζαν αργά και βασανιστικά το μυαλό της.
«Ωραία» είπε στο τέλος με ηρεμία. «Και πότε θα βγει;»
«Πότε θα βγει…! Είσαι τρελή; Ποτέ. Πρέπει να ευχαριστεί την τύχη του που γλύτωσε. Θα πάει στην Αφρική, είναι νέος και δυνατός, μπορεί να ζήσει άλλα είκοσι χρόνια».
Η γυναίκα έκλαψε για πρώτη φορά με όλη της την ψυχή· τα δάκρυά της όμως δεν ήταν δάκρυα λύπης, αλλά απελπισίας, οργής.
«Ηρέμησε, κορίτσι μου» έλεγε ο παπάς ενοχλημένος. «Μην βάζεις σε πειρασμό τον Κύριο. Του χάρισαν τη ζωή, το καταλαβαίνεις; Δεν τον βαραίνει πια η θανατική καταδίκη... Τι άλλο θες;»
Η εύσωμη κοπέλα συγκράτησε τα δάκρυά της. Τα μάτια της έλαμψαν με μια έκφραση μίσους.
«Εντάξει, δεν θα πεθάνει... Χαίρομαι. Εκείνος θα σωθεί, εγώ όμως...;»
Και μετά από παρατεταμένη σιωπή, πρόσθεσε ανάμεσα από βογγητά που έκαναν το μελαχρινό και φλογερό της δέρμα, το οποίο ανέδιδε μια άγρια μυρωδιά, να τρέμει:
«Ο μόνος καταδικασμένος εδώ είμαι εγώ».


pablito

pablito
1969

moebius

picasso machado

ΓΚΙΜΠΣΟΝ ΙΣΠΑΝΙΣΤΗΣ

ΕΚΤΩΣ ΑΠΟ ΔΥΟ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ Ο ΓΚΙΜΠΣΟΝ ΕΓΡΑΨΕ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΑΛΙ ΠΟΥ ΕΞΗΓΕΙ ΠΙΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΕΞΩΘΗΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΛΙΤΕΧΝΗ ΣΤΟΝ ΦΡΑΝΚΙΣΜΟ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΡΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΡΙ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ. I. Γκίμπσον μίλησε στους δημοσιογράφους για τη σχέση τού Λόρκα με την Ελλάδα. Αναφέρθηκε σε λησμονημένα ποιήματα και πεζά που ο Λόρκα έγραψε σε ηλικία 19-20 χρόνων και στα οποία εκφράζει μια αγωνία για τον τρόπο που ο καθολικισμός αντιμετωπίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητα. O νεαρός Λόρκα εκφράζει ένα μίσος για τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και μια βαθιά αγάπη για τον Χριστό. Για τον Λόρκα, ο Χριστός ήταν ο «θεός που είχε προδοθεί». «Στο σημείο αυτό ο Λόρκα συνάντησε την ελληνική μυθολογία», τόνισε ο I. Γκίμπσον. «H ελληνική μυθολογία ήταν μια απελευθέρωση για τον Λόρκα, και την ανακάλυψε μέσω της "Θεογονίας" του Ησίοδου». Κατά κάποιο τρόπο, ο Λόρκα συγχώνευσε την αγάπη του για τον Χριστό με την αρχαία ελληνική μυθολογία και αυτό φαίνεται καθαρά σε ένα ποίημα με τίτλο «H θρησκεία του μέλλοντος», το οποίο ο I. Γκίμπσον πρόκειται να διαβάσει απόψε. «Μέσω της ελληνικής μυθολογίας, αλλά και μέσω του ποιητή Ρουμπέν Νταρίο, ο οποίος ήταν Παραγουανός αλλά είχε ταυτιστεί με την Ισπανία, ο Λόρκα συνειδητοποίησε ότι είναι άνθρωπος της Μεσογείου και είχε σκοπό να ανακαλύψει τον πολιτισμό της. Δεν πρόλαβε». O I. Γκίμπσον τόνισε επίσης ότι όντας άνθρωπος του θεάτρου, ο Λόρκα είχε επηρεαστεί πολύ από τον Χορό της αρχαίας τραγωδίας. «O αρχαίος ελληνικός Χορός τον βοήθησε να γράψει τα δικά του θεατρικά έργα, ιδίως το "Γέρμα"», υπογράμμισε ο I. Γκίμπσον.

Επιπλέον, σε ένα άλλο νεανικό έργο, ο Λόρκα παρουσιάζει έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στον Πλάτωνα και τη Σαπφώ με θέμα την ομοφυλοφιλία. Ηταν την εποχή που ο Λόρκα αναζητούσε εναγωνίως τη σεξουαλική του ταυτότητα, σε έναν τόπο βαθιά συντηρητικό, όπως ήταν τότε η Γρανάδα. «Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 1985 που κυκλοφόρησε η βιογραφία μου στην Ισπανία» σχολίασε ο I. Γκίμπσον, «ουδείς αναφερόταν στην ομοφυλοφιλία του Λόρκα για να μην αναστατωθούν οι οικείοι του. Ηταν φοβερό ταμπού».

Ο I. Γκίμπσον έχει περιγράψει συγκλονιστικά τη σκηνή της εκτέλεσης του Λόρκα, αναφέροντας ότι οι στρατιώτες λόγχισαν κι εξευτέλισαν το άψυχο κορμί του ακριβώς επειδή γνώριζαν τη σεξουαλική του ιδιαιτερότητα. Ηταν το τέλος ενός ποιητή που άφησε μεγάλο έργο και στίχους όπως: «Κανείς δεν κοιμάται στον κόσμο/στο πιο απομακρυσμένο κοιμητήρι ένας νεκρός/παραπονιέται πως έχει ένα ξερό τοπίο στο γόνατό του./Και το παιδί που θάψαν το πρωί/ χρειάστηκε να φέρουν τα σκυλιά /για να σωπάσεi

museo ramon gomez de la serna

museo  ramon  gomez de  la  serna
conte duque foundation madrid

museo ramon gomez de la serna

museo  ramon  gomez  de  la  serna
conte duque cultural center madrid

museo ramon gomez de la serna

museo  ramon  gomez  de  la  serna
conte duque foundation madrid

ramon de la serna in madrid . .ghost town!

...ΟΠΩΣ Ο ΣΤΑΛΙΝ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΣΤΡΑΒΟΥΛΙΑΚΑΣ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΠΟΛΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΚΑΛΙΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΝΑ ΚΛΕΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΑΣΥΜΦΟΡΟΥΣ...ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΦΡΑΝΚΟ ΦΥΛΑΚΙΣΕ ΣΕ ΚΑΤ ΟΙΚΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΟΝ ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ ΚΑΙ ΕΞΩΡΗΣΕ ΤΟΝ ΡΑΜΟΝ ΓΟΜΕΘ ΝΤΕ ΛΑ ΣΕΡΝΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΙΡΕΣ..ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ ΕΝΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗΣ ΣΑΤΙΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΑΡΙΣΕ ΤΙΣ ΓΡΕΓΟΥΕΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΟΝΟΜΑΣΕ ΕΤΣΙ ΙΣΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΠΑΝΕΞΥΠΝΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΑΝ ΔΙΥΣΜΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΤΑΚΑ ΤΟΝ ΑΦΟΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΗΜΑΤΑΚΙ..ΑΥΤΟΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗ ΡΗΣΗ ΤΟΥ ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ ΟΤΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΕΡΩΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΑ ..ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΗΤΑΝ ΝΑ ΚΟΒΕΙ ΑΠΟ ΠΕΡΟΔΙΚΑ ΠΙΝΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΚΟΛΑΖ ΜΕ ΑΥΤΑ.ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΑΥΤΟ-ΠΟΙΩΣ ΞΕΡΕΙ-ΙΣΩΣ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΝΤΕ ΛΑ ΣΕΡΝΑ ΑΦΟΥ ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΑΤΤΑΚΕΣ-.Η ΕΣΤΩ ΜΙΑ ΤΡΙΧΟΥΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΦΡΥΔΙ ΤΟΥ-.ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΕΝΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΕ ΛΑ ΣΕΡΝΑ ΠΟΥ ΤΟ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΣΕ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΥΒΙΣΤΗΣ ΝΤΙΕΓΚΟ ΡΙΜΠΕΡΑ..ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΤΟΥ ΝΤΕ ΛΑ ΣΕΡΝΑ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΒΕΛΑΘΚΕΣ ΤΑ ΜΑΖΕΨΑΝ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΟΠΟΘΕΤΗΣΑΝ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΥΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΣΙΟ ΚΟΝΤΕ ΝΤΟΥΚΕ.....ΦΤΙΑΧΝΩΝΤΑΣ.....ΕΚΕΙ ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΡΑΦΕΑ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΕ ΝΤΕ ΛΑΣ ΚΑΡΡΕΤΑΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ ΠΟΥ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΒΡΑΔΙΕΣ ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΟΥΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΤΟΤΕ Η ΜΑΔΡΙΤΗ.-ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΚΥΚΛΟ ΤΟΝ ΟΝΟΜΑΣΕ - -ΛΑΣ ΤΕΡΙΤΟΥΛΙΑΣ- -ΚΑΙ ΔΙΟΡΓΑΝΟΝΟΝΤΑΝ ΕΚΕΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΒΡΑΔΙΕΣ ΚΥΡΙΩΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ..ΗΤΑΝ ΧΩΡΟΣ ΑΒΑΝ ΓΚΑΡΝΤ ΚΑΙ ΚΑΠΟΤΕ ΕΓΙΝΕ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ.ΜΑΖΕΥΟΝΤΟΥΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΥΡΙΩΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΠΙΟΜΠΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΧΩΡos AVAN GARDE....

Κυνηγώντας ανεμόμυλους

don-quixote_1.jpg

DON-QUIXOTE_1Ο Δον Κιχώτης του Rob Davis είναι επιρρεπής στις γκάφες και στα λάθη. Δεν παύει ποτέ, όμως, να είναι συμπαθής και να ακολουθεί τα συναισθήματά του

Ο Rob Davis, δημιουργός του Δον Κιχώτη σε κόμικς, μιλά στην «Εφ.Συν.»

Ενα κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο θρυλικός, ονειροπόλος και αδάμαστα ιδεολόγος, έστω και ημιπαράφρων, Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, μεταφέρεται σε κόμικς από τον Βρετανό δημιουργό Rob Davis. Η έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χαραμάδα (μτφρ.: Μαρία Χρίστου) συνοδεύεται από τη διπλή παρουσίαση του βιβλίου σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα το ερχόμενο διήμερο, παρουσία του δημιουργού του.

Αν και έχουν περάσει περισσότερα από 400 χρόνια από τότε που ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες έγραψε τον Δον Κιχώτη, το έργο του παραμένει επίκαιρο, φρέσκο και συναρπαστικό όσο ελάχιστα στην ιστορία της λογοτεχνίας. Οι συνεχείς επανεκδόσεις και μεταφράσεις του σε όλο τον κόσμο, αλλά και οι αμέτρητες προσαρμογές και διασκευές του αποδεικνύουν τη δυναμική και τη διαχρονικότητά του.

Ο «ονειροπαρμένος», «αλαφροΐσκιωτος» και «ηρωικός» ευγενής από τη Μάντσα, με την αυτοσχέδια «ιπποτική» στολή του, το ψωραλέο άλογό του, Ροσινάντε, και τον πιστό ιπποκόμο του, Σάντσο Πάντσα, πασχίζει να σώσει τον κόσμο και να κατακτήσει την καρδιά της (φανταστικής;) Δουλτσινέας. Η υπέροχη ιστορία του Θερβάντες ενέπνευσε ζωγράφους όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Σαλβαντόρ Νταλί, σκηνοθέτες όπως ο Ορσον Γουέλς και ο Τέρι Γκίλιαμ, έγινε όπερα, μπαλέτο, μιούζικαλ και μεταφέρθηκε επανειλημμένα σε κόμικς από πολλούς καλλιτέχνες.

DON-QUIXOTE_2

Το πρόσφατο εγχείρημα του Rob Davis επαινέθηκε από τους κριτικούς για την επιτυχή απόδοση του κλίματος του Θερβάντες, το εύστοχο χιούμορ, την επιλογή των σκηνών και την τεράστια χρωματική παλέτα που αποδίδει ιδανικά τις ψυχικές μεταπτώσεις και τον ταραγμένο εσωτερικό κόσμο του «ερασιτέχνη» αλλά αλτρουιστή ιππότη.

Γιατί, όμως, ο Rob Davis επέλεξε να μεταφέρει σε κόμικς το συγκεκριμένο κλασικό έργο, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο; «Επιζητούσα μια μεγάλη πρόκληση και δεν υπάρχουν μεγαλύτερες από τον Δον Κιχώτη. Τα θέματά του είναι παγκόσμια, το χιούμορ του και ο ανθρωπισμός του είναι παγκόσμια. Πρόκειται για ένα βιβλίο που με συνάρπασε, με μπέρδεψε, με κέρδισε πολλές φορές ως αναγνώστη και τελικά με αγκάλιασε πρώτα ως αναγνώστη και στη συνέχεια ως δημιουργό. Ο Δον Κιχώτης έχει ξεπεράσει σε ζωή το αναγνωστικό κοινό του και θα συνεχίσει να το πράττει όσο διαβάζεται. Επιθυμία μου ήταν να αποκτήσουν την ευκαιρία να το διαβάσουν όσοι δεν το έχουν ήδη κάνει και να το δουν υπό νέα οπτική όσοι το έχουν ήδη διαβάσει. Το ότι ένα έργο τόσο σημαντικό δεν έχει διαβαστεί στο εύρος που θα έπρεπε είναι εγκληματικό. Στόχος μου ήταν να το ανανεώσω και να το φέρω πιο κοντά μας από το να παραμένει σκεπασμένο κάτω από τη σκόνη των 400 ετών και της ακαδημαϊκής επιβράβευσης», απαντά στην «Εφ.Συν.» ο δημιουργός του.

Εχει, όμως, θέση, έστω και ως λογοτεχνικό, φανταστικό πρόσωπο, σε μια κοινωνία σκληρότητας και πραγματισμού ένας ονειροπόλος όπως ο Δον Κιχώτης; Αν ζούσε σήμερα θα τον θεωρούσαμε τρελό, ρομαντικό παράφρονα ή ήρωα; «Τίποτα δεν έχει αλλάξει από τα χρόνια του Θερβάντες. Κάθε άνθρωπος που ακολουθεί τα όνειρά του, που στηρίζεται στη φαντασία του και την ελεύθερη σκέψη του, αντί να συμμορφώνεται με τις καθημερινές συμβάσεις, θεωρείται απόβλητος, τρελός. Είναι σαν την απόφαση ζωής που παίρνουν όλοι οι καλλιτέχνες, και αυτό εξηγεί γιατί ο Δον Κιχώτης μας “μιλά”. Επίσης, όμως, αντιπροσωπεύει την εύθραυστη σχέση μας με την “πραγματικότητα”. Γιατί, τελικά, κάθε “πραγματικότητα” είναι στη φαντασία μας», επισημαίνει ο Rob Davis.

DON-QUIXOTE_3Με εντυπωσιακά πλάνα, άνισα πλαίσια, έντονα χρώματα και έξυπνους διαλόγους, ο Rob Davis σέβεται το πρωτότυπο έργο, αλλά καινοτομεί προσθέτοντας τις δικές του πινελιές |

Πώς μπορούν, όμως, τα κόμικς να αποδώσουν ένα τόσο πολυδαίδαλο λογοτεχνικό έργο που μιλά για τον ανθρώπινο ψυχισμό; Και γιατί χρειαζόταν ακόμη μία μεταφορά του σε κόμικς; Τι θεωρεί το δικό του έργο ο Rob Davis, μια «προσαρμογή» του έργου του Θερβάντες ή κάτι νέο; «Πιστεύω πως κάθε προσαρμογή αποτελεί μια ξεχωριστή ανάγνωση του έργου. Είναι, όμως, εξίσου σημαντικό για κάθε προσαρμογή να μεταφέρει την αίσθηση του πρωτοτύπου. Με ρωτούν συχνά αν ο Δον Κιχώτης μου είναι “πιστός”. Θα ήταν προδοσία του Θερβάντες από μέρους μου αν είχα αντιγράψει δουλοπρεπώς, λέξη προς λέξη, το βιβλίο του ή αν αντιμετώπιζα με τόσο δέος τη μεγαλειότητα του πρωτοτύπου ώστε να το θεωρήσω μνημείο προς προσκύνημα. Ηθελα να καταστήσω το βιβλίο ζωντανό για ένα νέο αναγνωστικό κοινό, και για να το πετύχω έπρεπε να φέρω νέα πράγματα εντός του. Δεν ήταν, όμως, αυτοσκοπός η αλλαγή. Ηθελα να κάνω την εμπειρία του αναγνώστη πλησιέστερη προς τις εμπειρίες που πιθανώς έχουν οι σύγχρονοι αναγνώστες. Τα κόμικς είναι το ιδανικό μέσο για τον Δον Κιχώτη επειδή το χιούμορ γίνεται αμέσως εμφανές. Σε μια τυχαία μετάφραση του πρωτοτύπου αυτό δεν συμβαίνει. Επίσης, η τέχνη των κόμικς μού επέτρεψε να υπογραμμίσω τόσες πολλές από τις εκπληκτικές, μεταμυθοπλαστικές ιδέες που προτείνει ο Θερβάντες. Για πολλούς, ο Δον Κιχώτης αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα, είναι επίσης το πρώτο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, 300 χρόνια πριν από τον μοντερνισμό. Κάποιοι βλέπουν την προσαρμογή μου και αναρωτιούνται αν αυτά που δείχνω περιλαμβάνονται στο πρωτότυπο. Αυτό συμβαίνει γιατί το πραγματικό εύρος του πρωτοτύπου είναι ένα μυστικό για πολλούς μοντέρνους αναγνώστες», ξεκαθαρίζει ο Rob Davis.

DON-QUIXOTE_4

Η κίνηση των εκδόσεων Χαραμάδα του Νεκτάριου Λαμπρόπουλου να «φέρουν» τον Δον Κιχώτη του Rob Davis στο ελληνικό κοινό, παρά τη στενότητα και τις δυσκολίες της εποχής μας, κρίνεται τολμηρή αλλά και γενναία πράξη. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο που εικονοποιεί και «ξαναγράφει» στη γλώσσα των κόμικς ένα αριστούργημα με σεβασμό, αλλά δεν είναι αγκυλωμένη προσκόλληση στο πρωτότυπο. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο έργο, σπουδαίο και απολαυστικό. Που δεν επιδιώκει να υποκαταστήσει το πρωτότυπο αλλά να συνομιλήσει μαζί του παρά τη διαφορά 400 ετών. Το ότι μπορούν πράγματι να συνομιλούν τέτοια έργα αποδεικνύει και την αξία τους.

Ο δημιουργός

Ο Rob Davis γεννήθηκε στο Ντόρσετ της Μεγάλης Βρετανίας. Μετά τη δημιουργία του ψυχεδελικού κόμικς SLANG, από το 1989 ώς το 1991, εργάστηκε επαγγελματικά για τα δημοφιλή βρετανικά κλασικά κόμικς Roy of the Rovers και Judge Dredd. Απογοητευμένος από τον κόσμο των κόμικς που δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του, χώρισε τις εικόνες από τις λέξεις κερδίζοντας τα προς το ζην ως εικονογράφος. συνεργαζόμενος με τον «Guardian», τα περιοδικά του BBC και τους εκδοτικούς οίκους Scholastic Books και Random House. Το 2005 επέστρεψε στα κόμικς, γράφοντας και σχεδιάζοντας cοmic strips για το Doctor Who Magazine, διαδικτυακά κόμικς και κόμικς για τον οίκο Solipsistic Pop. Υπήρξε εμπνευστής της ιδέας και, σε συνεργασία με τον Woodrow Phoenix, συντονιστής της υλοποίησης του Nelson, ενός βρετανικού συλλογικού graphic novel με τη συμμετοχή 54 καλλιτεχνών που βραβεύτηκε με το British Comics Award ενώ ήταν υποψήφιο για βραβείο Eisner. Εκτοτε διασκεύασε τον Δον Κιχώτη για τον οίκο SelfMadeHero, ακόμη δύο υποψηφιότητες για βραβεία Eisner, ενώ πρόσφατα ολοκλήρωσε το The Motherless Oven, επίσης προτεινόμενο για βραβείο Eisner.

DON-QUIXOTE-COVERΟ Δον Κιχώτης του Rob Davis, αν και αρχικά είχε εκδοθεί σε δύο τόμους, στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα σε έναν ενιαίο τόμο 300 έγχρωμων σελίδων |

Εκδηλώσεις

Την Κυριακή και τη Δευτέρα, ο Rob Davis θα βρίσκεται στην Ελλάδα για να παρουσιάσει τον Δον Κιχώτη του και να πάρει μέρος στο φεστιβάλ κόμικς The Comic Con της Θεσσαλονίκης και στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το πρόγραμμά του έχει ως εξής:

Κυριακή, 2 μ.μ., βιβλιοπαρουσίαση στο θεματικό περίπτερο της Διεθνούς Εκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης με τη συμμετοχή του Rob Davis, του δημιουργού κόμικς Σπύρου Δερβενιώτη και της μεταφράστριας Μαρίας Χρίστου.

Κυριακή, 6.30 μ.μ., signing στο The Comic Con Festival, Προβλήτα Γ, Λιμάνι Θεσσαλονίκης

Δευτέρα, 7.30 μ.μ., βιβλιοπαρουσίαση στο Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας (Μητροπόλεως 23 - Σύνταγμα) από τους Σπύρο Δερβενιώτη και Μαρία Χρίστου

comics@efsyn.gr

ruiz picasso

cervantes

cervantes
ΜΠΟΡΕΙ Ο ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΒΡΑΙΟΣ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣΩΝΟΣ

cervantes

tassos

ΤΖΩΡΤΖ ΣΑΝΤΑΓΙΑΝΝΑ

ΟΠΟΙΟΣ ΔΕ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΩΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΖΗΣΕΙ
_

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΜΟΡΦΩΘΗΚΕ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟ_

ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΝ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΣΥΜΦΩΝΕΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥΣ

DIEGO RIBERA PORTRAIT OF RAMON GOMEZ DE LA SERNA

pablo ruiz blasco

pablo ruiz blasco
juan palencia

νεα εκδοση 2015 Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΕΘ ΓΚΑΛΝΤΟΣ

νεα  εκδοση 2015  Η  ΣΚΙΑ  ΤΟΥ  ΠΕΡΕΘ  ΓΚΑΛΝΤΟΣ
Η ΣΚΙΑ (ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 19ος ΑΙΩΝΑΣ / ΣΕΙΡΑ) ΕπιθυμητόΑγαπημένο βιβλίοAγαπημένος Συγγραφέας Share on facebook Share on print Share on favorites More Sharing Services 0 Η ΣΚΙΑ PEREZ-GALDOS BENITO Τιμή Έκδοσης €11.72 Τιμή Πολιτείας €10.55 (-10%) Κερδίζετε €1.17 - Διευκρινίσεις σχετικά με τις τιμές διάθεσης βιβλίων - Άμεσα διαθέσιμο. Αποστέλλεται κατά κανόνα σε 2-4 εργάσιμες μέρες. Παρουσίαση Το 1985, σε μια από τις πιο σουρεαλιστικές δημιουργίες του Γούντι Άλεν, ο Τομ Μπέξτερ (Τζεφ Μπρίτζες), πρωταγωνιστής στην ταινία "Το πορφυρό ρόδο του Καΐρου" κατεβαίνει από την οθόνη για να παρηγορήσει την κακοποιημένη από το σύζυγό της Σεσίλια (Μία Φάροου). 115 χρόνια νωρίτερα, το 1870, στη νουβέλα "Η σκιά του Γκαλντός" ο μυθικός Πάρης βγαίνει από έναν πίνακα που κρέμεται στο σαλόνι του ιδιόρρυθμου δόκτορα Ανσέλμο για να του σπείρει αμφιβολίες για τη σύζυγό του. Ο αποδιοργανωμένος δόκτωρ θα εξιστορήσει την εξωφρενική περιπέτειά του σ' έναν ακροατή που ψάχνει λογικές εξηγήσεις. Ένα αριστουργηματικό λογοτεχνικό -ή και πρώιμα ψυχαναλυτικό- δοκίμιο για την ερωτική ζήλια. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) Περιεχόμενα Σημείωμα του εκδότη Benito Perez Galdos Η σκιά Ο δόκτωρ Ανσέλμο Η εμμονή Αλέξανδρος Σημειώσεις ΕΠΙΜΕΤΡΟ Κώστας Κοσμίδης Ο μακρύς δρόμος του ισπανικού μυθιστορήματος προς το Ρεαλισμό. Από το ρομαντικό μυθιστόρημα στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα με θέση Βιογραφικά στοιχεία για το συγγραφέα Λεπτομέρειες Ξενόγλωσσος τίτλος LA SOMBRA ISBN13 9789602105955 Εκδότης ΟΔΥΣΣΕΑΣ Σειρά ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 19ος ΑΙΩΝΑΣ Χρονολογία Έκδοσης Δεκέμβριος 2014 Αριθμός σελίδων 160 Διαστάσεις 21x14 Πρόλογος ΧΑΤΖΗΑΝΔΡΕΟΥ ΑΝΤΙΓΟΝΗ Μετάφραση ΣΑΜΠΕΘΑΙ ΝΤΙΝΑ Συγγραφέας/Δημιουργός (Ελληνικά) ΠΕΡΕΘ-ΓΑΛΔΟΣ ΜΠΕΝΙΤΟ Κωδικός Πολιτείας 3070-0556 Θέμα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/arrowΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ/arrowΙΣΠΑΝΙΑarrow

ruiz

ruiz
blasco

before giernica koutarelli

before  giernica  koutarelli
picasso

ΣΑΒΑΤΕΡ=ΖΩΗΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Δεν θα ήμαστε αυτό που είμαστε χωρίς τους άλλους, αλλά μας κοστίζει να είμαστε μαζί με τους άλλους! H κοινωνική συμβίωση δεν είναι ποτέ ανώδυνη. Γιατί; Ισως γιατί ακριβώς είναι για μας πολύ σημαντική, γιατί ελπίζουμε σ' αυτήν ή γιατί τη φοβόμαστε υπερβολικά, γιατί μας ενοχλεί το ότι μας είναι τόσο αναγκαία. Για μια πολύ μικρή περίοδο χρόνου, κάθε ανθρώπινο ον πιστεύει πως είναι Θεός ή τουλάχιστον ο βασιλιάς ενός οικείου μικροσκοπικού σύμπαντος: η μητρική αγκαλιά είναι πάντα εκεί για να κορέσει την πείνα μας (τις πιο πολλές φορές με τη βοήθεια ενός μπιμπερό), χέρια γεμάτα τρυφερότητα σπεύδουν για να σκουπίσουν τα δάκρυά μας, να μας δροσίσουν ή να μας ζεστάνουν, να μας κρατήσουν συντροφιά. Μιλάω για τους τυχερούς, γιατί υπάρχουν παιδιά που μια άκαρδη μοίρα τούς αρνείται αυτό τον πρώτο παράδεισο απατηλής παντοδυναμίας. Ωστόσο, ακόμα και στις πιο ευτυχισμένες περιπτώσεις, το βασίλειό μας έχει γρήγορο τέλος. Πολύ σύντομα καταλαβαίνουμε ότι αυτά τα όντα, από τα οποία τόσο εξαρτιόμαστε, έχουν δική τους θέληση, που δεν υπακούει πάντοτε στη δική μας. Μια μέρα κλαίμε, αλλά η μάνα μας αργεί να έρθει. Αυτό μας προετοιμάζει, θέλοντας και μη, και μας προαναγγέλλει μιαν άλλη μέρα, πιο μακρινή: τη μέρα που θα κλαίμε, αλλά η μάνα μας δεν θα ξανάρθει πια.

- Στη Γαλλία, ένα από τα εκπαιδευτικά θέματα που προκάλεσαν έντονο δημόσιο διάλογο είναι η κατάργηση των θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια σχολεία. Οι μουσουλμάνοι ισχυρίζονται ότι το μέτρο βάλλει κυρίως κατά της ισλαμικής μαντίλας. Τι γνώμη έχετε;

- Πολύ χειρότερο απ' ό,τι το ζήτημα των κοριτσιών που φορούν ισλαμική μαντίλα στη Γαλλία είναι ότι στην Ισπανία υπάρχει υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών, όπου η θρησκεία δεν διδάσκεται με επιστημονικό τρόπο, δεν γίνεται συγκριτική μελέτη των θρησκειών, αλλά ορισμένοι καθηγητές, επιλεγμένοι από τους επισκόπους και τους οποίους πληρώνει το κράτος, διδάσκουν Θρησκευτικά. Χρειάζεται, νομίζω, να «αποδραματοποιήσουμε» τις θρησκείες όσο γίνεται περισσότερο. Να απαλείψουμε τη ζοφερή τους πλευρά που οδηγεί σε συγκρούσεις. Αν μετατρέψουμε την ισλαμική μαντίλα σε κάτι το φοβερό, προσδίδουμε πιθανότατα ακόμη πιο δραματικό χαρακτήρα στη θρησκεία. Είναι γεγονός ότι το φανατικό Ισλάμ θέτει περιορισμούς που δεν συνάδουν με το σημερινό κοσμικό κράτος. Σε γενικές γραμμές, αυτό που πρέπει να υπερασπιστούμε είναι ότι οι νόμοι του κράτους είναι πάντα πάνω από οποιονδήποτε θρησκευτικό νόμο.

Ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο, ο μεγάλος Ισπανός στοχαστής, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Το τραγικό νόημα της ζωής». Εγώ, αντιθέτως, έβλεπα πάντα τη ζωή από την κωμική της πλευρά. Οταν συνάντησα, ύστερα από χρόνια, ένα φίλο που ήμαστε μαζί στη φυλακή, την εποχή της δικτατορίας του Φράνκο, μου είπε ότι το μόνο που θυμόταν από τότε ήταν το πώς έκανα τους συγκρατούμενούς μου να γελούν. Είναι ο μεγαλύτερος έπαινος που εισέπραξα ποτέ. Θαύμαζα πάντα τους στοχαστές που πραγματεύονταν τα ζητήματα με χιούμορ, εμβαθύνοντας ταυτόχρονα στην ουσία των πραγμάτων. Οπως ο Βολταίρος, για παράδειγμα, που ερμήνευσε και εκλαΐκευσε τόσες σπουδαίες ιδέες. Σκεφτείτε ότι επινόησε την ιστορία με τον Νεύτωνα και το μήλο για να εξηγήσει τη θεωρία της βαρύτητας.ΠΟΛΟΙ ΥΠΟΤΑΣΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΑΔΙΑΦΟΡΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΑΥΤ ΘΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΤΟΥΣΖΩΗ ΑΠΛΑ ΓΙΑΤΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΤΙ ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΚΕΠΤΩΝΤΑΙ ΕΝΑ ΜΕΛΟΝ ΤΟΣΟ ΑΒΕΒΑΙΟ.


Η «Αναπηρία» κατά τον Φερνάντο Σαβάτερ


Σύμφωνα με την ανάλυση που προτείνει ο Φερνάντο Σαβάτερ, υπάρχουν διάφορες κατηγορίες αναπήρων.

Οι διανοητικά ανάπηροι είναι εκείνοι που νομίζουν ότι δεν έχουν αρκετό μυαλό ( ή φοβούνται μήπως τους τελειώσει αν το χρησιμοποιήσουν), γι αυτό ρωτούν τον άλλον: «πώς είμαι; Τι να κάνω; Από πού να πάω;» και όταν πρέπει να πάρουν μια απόφαση, ρωτάνε διάφορους: «Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;» πριν προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια, οργανώνουν μια ομάδα συμβούλων που σκέφτονται αντί γι αυτούς. Επειδή πραγματικά πιστεύουν ότι δεν μπορούν οι ίδιοι να σκεφτούν, αποθέτουν την ικανότητά τους για σκέψη στους άλλους – πράγμα αρκετά ανησυχητικό. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι ότι, καμιά φορά, αυτά τα άτομα τα συγχέουμε με ανθρώπους αληθινά ευαίσθητους και αξιαγάπητους, και μπορεί να καταφέρουν, μέσα από διάφορες συμπτώσεις, να είναι πολύ δημοφιλή. ( ίσως εδώ χρειάζεται μία μόνο προειδοποίηση: Μην τους ψηφίσετε ποτέ!!!)

Οι συναισθηματικά ανάπηροι είναι εκείνοι που εξαρτώνται διαρκώς από την επιβεβαίωση ότι κάποιος τους θέλει, τους αγαπάει, ότι είναι ωραίοι, ότι είναι καλοί.
Συνήθως, πρωταγωνιστούν σε διαλόγους όπως αυτός:
«Μ΄ αγαπάς;»
«Ναι σ΄αγαπώ…»
«Σε πείραξε;»
«Ποιο πράγμα;»
«Που σε ρώτησα.»
«Όχι, γιατί να με πειράξει;»
«Καλά….Εξακολουθείς, δηλαδή, να μ΄αγαπάς;»
Ο συναισθηματικά ανάπηρος βρίσκεται μονίμως σε αναζήτηση κάποιου που τα του επαναλαμβάνει ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν πρόκειται να πάψει να τον αγαπάει. Όλοι επιθυμούμε να μας αγαπάει αυτός που αγαπάμε, αλλά είναι τελείως διαφορετικό να ζει κανείς για την επιβεβαίωση.
Οι άντρες, έχουν μεγαλύτερη τάση προς τη συναισθηματική αναπηρία απ’ ό,τι οι γυναίκες. Οι γυναίκες έχουν την τάση να εμφανίζουν αναπηρία περισσότερο σε θέματα πρακτικά παρά συναισθηματικά.
Ας πάρουμε για παράδειγμα χίλια χωρισμένα ζευγάρια τρεις μήνες μετά το χωρισμό τους κι ας παρατηρήσουμε την εξέλιξή τους. Το 95% των ανδρών είναι ήδη με άλλη γυναίκα, συζούν ή είναι έτοιμοι να συζήσουν. Στη συζήτηση μαζί μας, λένε: «Δεν άντεχα να γυρνάω σπίτι και να βρίσκω τα φώτα σβηστά και να μην υπάρχει κανένας να με περιμένει. Δεν μπορούσα να περνάω τα σαββατοκύριακα μόνος μου».
Οι γυναίκες σε ποσοστό 99%, εξακολουθούν να ζουν μόνες τους ή με τα παιδιά τους. Μιλάμε μαζί τους και μας λένε: «Αφού αποφάσισα τι έπρεπε να κάνω για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους και να τακτοποιήσω το οικονομικό ζήτημα…….γιατί να θέλω έναν άντρα στο σπίτι; Για να μου λέει ¨φέρε μου τις παντόφλες αγάπη μου;¨ Να μου λείπει».
Οι γυναίκες μπορεί να έχουν βρει, μπορεί και να μην έχουν βρει ακόμη σύντροφο, εύχονται, όμως νοσταλγούν, θέλουν να βρουν κάποιον και να μοιραστούν μαζί του πράγματα. Ωστόσο, πολύ δύσκολα θα δεχτούν τον οποιονδήποτε απλώς και μόνο για να μη νιώθουν την απελπισία των «σβηστών φώτων». Αυτό, είναι ανδρικό χαρακτηριστικό.
Και τέλος……..

Οι ηθικά ανάπηροι, χωρίς αμφιβολία οι πιο επικίνδυνοι απ’ όλους. Είναι αυτοί που χρειάζονται διαρκώς την επιδοκιμασία των άλλων για να πάρουν μια απόφαση. Ο ηθικά ανάπηρος είναι εκείνος που έχει ανάγκη τον άλλον για να του πει αν ό,τι κάνει είναι καλό ή κακό. Εκείνος που διαρκώς αμφιταλαντεύεται, καθώς αναρωτιέται αν αυτό που θέλει να κάνει ταιριάζει ή δεν ταιριάζει, είναι ή δεν είναι αυτό που θα έκανε και ο δίπλα ή ο περισσότερος κόσμος. Είναι αυτοί που φτάνουν στην υπερβολή κάνοντας σφυγμομετρήσεις για το αν πρέπει ν’ αλλάξουν αυτοκίνητο, αν τους συμφέρει ν’ αγοράσουν καινούργιο σπίτι, αν είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνουν παιδί.
Γίνονται ενοχλητικοί και είναι πολύ δύσκολο να τους αποφύγεις. Μπορείς να δοκιμάσεις να μην απαντήσεις όταν, για παράδειγμα, σε ρωτάνε πώς πρέπει να διπλώσουν το χαρτί υγείας. Νομίζω, πάντως, ότι το καλύτερο που έχει να κάνει κανείς είναι……να φύγει τρέχοντας.
Όταν κάποιο απ’ αυτά τα μοντέλα εξάρτησης γίνεται οξύτερο και συγκεντρώνεται σε ένα μόνο άτομο του περιβάλλοντος, το άτομο αυτό φτάνει να πιστεύει ειλικρινά ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον άλλον. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη του, που αρχίζει να εξαρτά κάθε συμπεριφορά απ’ αυτόν τον παθολογικό δεσμό, τον οποίο αισθάνεται ταυτόχρονα σαν σωτηρία και σαν μαρτύριο. Ό,τι κι αν κάνει το εμπνέεται, το κατευθύνει, το αφιερώνει, το δημιουργεί προκειμένου να ευχαριστήσει, να εξοργίσει, να ελκύσει, να επιβραβεύσει ή να τιμωρήσει εκείνον από τον οποίο εξαρτάται.
Αυτός ο τύπος αναπήρων, είναι τα άτομα που η σύγχρονη ψυχολογία ονομάζει ΣΥΝεξαρτημένα.
Η συνεξάρτηση είναι ο υπερθετικός βαθμός της παθολογικής εξάρτησης. Η τρυφερή υπερεκτίμηση κρύβει πίσω της την εξάρτηση, και η εξαρτημένη συμπεριφορά κολλάει πάνω στην προσωπικότητα όπως η ιδέα ότι: «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα».
Το επιχείρημα είναι πάντοτε: «……..Μα αν αγαπάω κάποιον και τον αγαπάω ολόψυχα, δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν;» και η δική μου απάντηση είναι: «Όχι, και βέβαια όχι».
Η αλήθεια είναι πως μπορώ πάντοτε να ζήσω χωρίς τον άλλον και είναι δύο πάντοτε αυτοί που πρέπει να το γνωρίζουν: ΕΓΩ και Ο ΑΛΛΟΣ.

Ελευθερία είναι να μπορείς να λες "ναι" ή "όχι". Ελευθερία είναι να αποφασίζεις, αλλά επίσης -μην το ξεχνάς- να συνειδητοποιείς ότι αποφασίζεις. Αυτό είναι το άκρως αντίθετο από το να παρασύρεσαι, όπως καταλαβαίνεις. Για να ξέρεις αν κάτι είναι πράγματι σωστό ή όχι, θα πρέπει μόνος σου να εξετάσεις σε βάθος αυτό που κάνεις. Η ελευθερία της επιλογής είναι αποκλειστικά δική σου, πράγμα που σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να σε απαλλάξει από το να επιλέγεις και να ψάχνεις μόνος σου. Κάποια στιγμή πρέπει να ενηλικιωθείς, δηλαδή να γίνεις ικανός να ανακαλύψεις τη δική σου ζωή και όχι απλώς να ζεις αυτή που άλλοι έχουν επινοήσει για σένα. Φυσικά, εφόσον δεν ζούμε μόνοι μας, δεν μπορούμε να τα καθορίσουμε όλα εμείς στη ζωή μας, πολλά πράγματα μας επιβάλλονται είτε το θέλουμε είτε όχι.



Απο το βιβλίο του Jorge Bucay - Να βλέπεις στον έρωτα

ΣΑΒΑΤΕΡ [[ΠΕΡΙ ΧΑΡΑΣ]]

«Οταν ήμουν 15 χρόνων, ένας καθηγητής μού έθεσε την εξής ερώτηση: "Τι επιθυμούν οι άνθρωποι;". Απάντησα: "Να είναι ευτυχισμένοι", και πράγματι μέχρι σήμερα δεν έχω αλλάξει γνώμη. Πάντα αγωνιζόμουν ενάντια στην έννοια της θυσίας, που στην Ισπανία συνδεόταν αυτόματα με αυτήν της ζωής, εναντίον της αποδοχής του πόνου στη ζωή που επέβαλλε η θρησκεία. Αυτή την άποψη παραδόξως μοιράζονταν τόσο οι παπάδες όσο και οι μαρξιστές, οι οποίοι περιφρονούσαν το γέλιο, τη διασκέδαση και την αγάπη για τη ζωή. Πολύ νέος έμαθα πως η χαρά έχει πάντα κάτι το ανατρεπτικό».

ταυτοσημιες ΣΑΒΑΤΕΡ με ΤΣΟΜΣΚΙ

Η δύναμη του λόγου

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας του ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ στο «Φόρουμ του βιβλίου», που οργανώθηκε τον Νοέμβριο του 2008 στο Κάλιαρι.

Η Έμιλι Ντίκινσον γράφει: «Δεν γνωρίζω τίποτα στον κόσμο που να έχει τόση δύναμη όση η λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και την κοιτάζω μέχρις ότου αρχίσει να λάμπει». Συχνά με ρωτούν αν η Εμιλι Ντίκινσον, μια συνεσταλμένη ποιήτρια του 19ου αιώνα, ενός αιώνα οπτιμισμού και ακλόνητης πίστης στην πρόοδο (αν και αυτή δεν ήταν βέβαια μια αγωνίστρια), θα σκεφτόταν το ίδιο στον σημερινό κόσμο, έναν κόσμο φόβου. Φόβου για την τύχη της οικονομίας, για την απειλή στην επιβίωση της ανθρωπότητας, για την τρομοκρατία, τον πόλεμο, την εγκληματικότητα. Σε αυτό το ερώτημα εγώ απαντάω: ναι. Για έναν απλό λόγο: το σύμπαν μας έχει θεμελιωθεί από τον λόγο.

Η μυθολογική μας παράδοση λέει ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος». Στην αρχή είναι τα λόγια αυτά που γεννούν τα πράγματα. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας. Είμαστε συμβολικά όντα, δηλαδή υποταγμένα σε ένα δεσμό λέξεων.

Ο Αριστοτέλης, όταν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο, κάτοχος πολιτικής γνώσης, μια ύπαρξη που ζει σε συντροφιά με τους άλλους, το κάνει βασιζόμενος στο γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι μιλάμε, χρησιμοποιούμε μια γλώσσα -την οποία δεν την έχουμε επινοήσει, αλλά την έχουμε βρει ήδη δεδομένη- και ότι αυτή η γλώσσα δίνει μορφή στη σκέψη μας, στις επιθυμίες μας.

Ακόμα και ο αναχωρητής ή εκείνος που αποσύρεται στη μοναξιά του βουνού, μιλάει με τον εαυτό του και με το Θεό με μια γλώσσα που δεν έχει επινοήσει, αλλά την έχει βρει έτοιμη για χρήση. Αυτή η γλώσσα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοινωνία που ζει μέσα στον καθένα από μας. Ιδού γιατί αυτό που μας συγκροτεί ως πολιτικά, κοινωνικά και ανθρώπινα όντα και μας καθιστά μέρος του ανθρώπινου γένους είναι η ικανότητά μας να μιλάμε και κυρίως να κατανοούμε το νόημα του γλωσσικού συμβόλου, ενός κόσμου λέξεων.

Οι λέξεις αλλάζουν, όπως αλλάζουν και τα μέσα επικοινωνίας με τα οποία αυτές μεταβιβάζονται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά ο κεντρικός τους ρόλος παραμένει αναλλοίωτος. Χρησιμεύουν για να εκφράζουν τα πάντα: τα συναισθήματα, τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον, την ορθολογική σκέψη καθώς και τα τρελά πάθη.

Όταν λέω αυτά τα πράγματα, μιλώντας σαν γέρος λόγιος, μου αντιτείνουν ότι σήμερα οι λέξεις υποκαθίστανται συχνά από άλλες, πιο ισχυρές μορφές επικοινωνίας: εικόνες, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες. Υπάρχει μάλιστα ένα είδος ουτοπικού αφορισμού, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, σύμφωνα με τον οποίο μια εικόνα αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Δεν συμφωνώ και δεν είναι αληθινό. Μια εικόνα χωρίς λέξεις δεν αξίζει τίποτα. Αναφέρω ένα παράδειγμα: η φωτογραφία ενός πτώματος σε ένα χωράφι πάνω σε ένα λόφο μπορεί να αντιστοιχεί σε εκείνη του θύματος ενός εγκλήματος, ενός πολέμου, ενός ατυχήματος. Αλλά αυτό το πτώμα μπορεί να είναι και το πτώμα ενός εκτελεσμένου δικτάτορα. Τα συμφραζόμενα θα είναι εκείνα που θα καταστήσουν κατανοητή την εικόνα: τρομερή, αξιοθαύμαστη, θλιβερή.

Προσοχή όμως! Οι λέξεις και οι εικόνες μπορεί να είναι απατηλές. Ένας λόγος παραπάνω για να πούμε ότι μια απομονωμένη εικόνα δεν έχει ποτέ αρκετή δύναμη. Αληθεύει όμως το αντίθετο: οι λέξεις αφαιρούν τη δύναμη των εικόνων.

Αληθεύει επίσης ότι σήμερα οι λέξεις φτάνουν σε μας μέσα από ασυνήθιστα μέσα. Στην αρχή και για πολλούς αιώνες οι λέξεις ήταν αποκλειστικά προφορικές. Στη συνέχεια μετατράπηκαν σε γραπτές λέξεις, με σκοπό να προσδιοριστούν οι νόμοι και οι κανόνες συμπεριφοράς. Μόνον αργότερα θα αρχίσουν να τυπώνονται και να αποδίδονται, ενώ σήμερα φτάνουν σε μας από την οθόνη του υπολογιστή και μέσα από μηνύματα κάθε τύπου. Ωστόσο, επιμένω: η δύναμη των λέξεων συνεχίζει να είναι η ίδια.

Πώς γίνεται αυτό; Επειδή όσο ισχυρή και να είναι η επίδραση των εικόνων, πρόκειται μόνον για μια υπνωτιστική επίδραση. Για να μας κάνει να συλλογιστούμε ή να αναπτύξουμε κριτικό πνεύμα, μια εικόνα δεν είναι αρκετή, ενώ ο λόγος είναι πάντοτε.

Αφού έπλεξα αυτό το εγκώμιο στο λόγο, θα ήθελα να προειδοποιήσω τον αναγνώστη: υπάρχει ένας εθισμός στις λέξεις. Υπάρχουν οι λέξεις που καταλήγουν να χάνουν τη λαμπρή τους όψη και που δεν λάμπουν πλέον, αντίθετα με την εικόνα που έδινε η Εμιλι Ντίκινσον. Μερικές λέξεις, εξαιτίας του ότι επαναλαμβάνονται ή πέφτουν στο κενό, χάνουν το νόημά τους.

Εχω στο νου μου εκφράσεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» ή ακόμη και εκείνες τις ερωτικές, όπως το «σ' αγαπώ». Τις έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές, έχουμε δει την πραγματικότητα να τις διαψεύδει και επομένως καταλήγουμε να δυσπιστούμε γι' αυτές. Οι λόγοι των πολιτικών, για παράδειγμα, είναι συνήθως γεμάτοι με αυτές τις λέξεις και λένε όλο και λιγότερα ή τίποτα. Ιδού γιατί το να εμφυσήσει νέα ζωή στις λέξεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογοτεχνίας.

Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που κατορθώνουν να δώσουν στις λέξεις κοινής χρήσης -όχι σε εκείνες τις παράξενες ή ασυνήθιστες- μια νέα ζωή, μια νέα δύναμη (...).*

μιλώντας στό γιό μού γιά ηθική & ελευθερία

15874504

»Παρ’ όλο που δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που μας συμβαίνει, μπορούμε αντιθέτως να επιλέξουμε να εναντιωθούμε σε αυτό που μας συμβαίνει»

γράφει ο Φερνάντο Σαβατέρ * στο βιβλίο του
»Μιλώντας στο γιο μου για την Ηθική και την Ελευθερία» **

«Ελευθερία; Μα για ποια ελευθερία μου μιλάς;
Πώς γίνεται να είμαστε ελεύθεροι, όταν μας πιπιλίζουν το μυαλό από την τηλεόραση, όταν οι κυβερνήτες μας εξαπατούν και μας χειραγωγούν, όταν οι τρομοκράτες μας απειλούν, όταν τα ναρκωτικά μας κάνουν σκλάβους και όταν επιπλέον μου λείπουν τα χρήματα για να αγοράσω μια μηχανή που θέλω; Αν προσέξεις λιγάκι, θα δεις ότι αυτοί που μιλάνε έτσι μοιάζει να παραπονιούνται αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ικανοποιημένοι γνωρίζοντας ότι δεν είναι ελεύθεροι. Στο βάθος σκέφτονται: «Ουφ! Μεγάλο βάρος βγάλαμε από πάνω μας!
Καθώς δεν είμαστε ελεύθεροι, δεν μπορούμε να φταίμε για τίποτε απ’ ό,τι μας συμβαίνει…».

Για να συνεχίσει λίγο παρακάτω:

»Η ηθική δεν είναι τίποτα άλλο από τη λογική προσπάθεια να εξακριβώσεις πώς θα ζήσεις καλύτερα
και Υπευθυνότητα , είναι να ξέρω ότι κάθε πράξη μου με δομεί, με καθορίζει, με ανακαλύπτει.

Επιλέγοντας αυτό που θέλω να κάνω, μεταμορφώνομαι σιγά σιγά. […}

Ενας διανοούμενος πρέπει να διευκολύνει τον στοχασμό, τα σλόγκαν δεν τον διευκολύνουν.
Ο διανοούμενος οφείλει να εκφράζεται με σαφήνεια, να προσφέρει επιχειρήματα και όχι να πετάει συνθήματα.
Πάντα πίστευα ότι πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν έξυπνοι προκειμένου να γίνουν.

«Ηθική της Ανάγκης» - το νέο βιβλίο του Φερνάντο Σαβατέρ

Ο συγγραφέας του «Μιλώντας στο γιο μου για την ηθική και την ελευθερία» επιστρέφει με το νέο του βιβλίο.

Πώς μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται οι νέοι; Ρωτώντας τους. Απάντηση φαινομενικά απλή, που κρύβει όμως μια μεγάλη δυσκολία. Γιατί χρειάζεται να ξέρει κανείς να ρωτάει, χρειάζεται να ξέρει να μπαίνει στη θέση των νέων, να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους. Να ακούει και συγχρόνως να συμβουλεύει, να εκφέρει γνώμη, να παίρνει θέση…

Η «Ηθική της ανάγκης» μας προειδοποιεί για τις ανησυχίες αυτών που σύντομα θα κληρονομήσουν τις ευθύνες του κόσμου του αύριο. Ο μεγάλος Ισπανός φιλόσοφος και συγγραφέας του «Μιλώντας στο γιο μου για την ηθική και την ελευθερία» ξαναπιάνει το νήμα του διαλόγου του με τους νέους για όλα τα μεγάλα και καινούρια ηθικά ζητήματα που τους απασχολούν: τη διαφθορά, τις νέες τεχνολογίες, το διαδίκτυο και τα παράνομα κατεβάσματα, τις καταχρήσεις εξουσίας, τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, τη δύναμη και την αδυναμία της δημοκρατίας, το κίνημα 15-Μ, αλλά και την ομορφιά, τον θάνατο, την αλληλεγγύη…

Γεννημένος το 1947, ο Φερνάντο Σαβατέρ θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς στοχαστές. Είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης. Το έργο του ευρύ, περιλαμβάνει φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και πολιτικά δοκίμια, αφηγήματα και θεατρικά έργα.

Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του «Μιλώντας στο γιο μου για την ηθική και την ελευθερία» (2009) και «Μιλώντας στον γιο μου για την πολιτική και τη δημοκρατία» (2010), που έχουν μεταφραστεί με μεγάλη επιτυχία σε περισσότερες από 25 γλώσσες.

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ "Ο εθνικισμός αποβλακώνει"

Ο μεγαλύτερος εν ζωή φιλόσοφος της Ισπανίας δηλώνει μιλώντας στο «Βήμα» πολέμιος των απαγορεύσεων, ιδίως όσων γίνονται για το καλό μας
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ "Ο εθνικισμός αποβλακώνει"

3

εκτύπωση

ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΟΥΝ «Ζαν-Πολ Σαρτρ της Ισπανίας» και τον παρομοιάζουν με τον συγγραφέα Σάλμαν Ρούσντι. Για το πρώτο «ευθύνεται» το ότι
θεωρείται ο μεγαλύτερος εν ζωή φιλόσοφος της Ισπανίας- αν και ο ίδιος προτιμά τον τίτλο του καθηγητή πανεπιστημίου-, ενώ για το δεύτερο ευθύνεται η ΕΤΑ. Βάσκος την καταγωγή, ο Φερνάντο Σαβατέρ είναι σταρ των μέσων ενημέρωσης
και ορκισμένος πολέμιος όλων των εθνικισμών, μαζί και του βασκικού. «Ο εθνικισμός αποβλακώνει» μας λέει χωρίς περιστροφές. Δηλώνει επίσης κατά των απαγορεύσεων, ιδίως όσων γίνονται για το καλό μας.

Το τίμημά του να καταδικάζει απερίφραστα την ΕΤΑ (την αποκαλεί «τρομοκρατική οργάνωση με μια επίφαση αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας» ) είναι ότι κυκλοφορεί με σωματοφύλακες. Στην τηλεφωνική μας συνομιλία από τη Μαδρίτη προσπάθησε να το υποβαθμίσει: «Οχι, δεν ζω “κυνηγημένος”, αλλά όπως όλοι όσοι θεωρούνται πιθανοί στόχοι. Εχω συνηθίσει να ζω με σωματοφύλακες. Αν ήμουν 25-30 ετών, θα με ενοχλούσε επειδή θα ήθελα να βγαίνω τα βράδια, να κάνω μια ζωή ελεύθερη. Επειδή όμως ζω αρκετά οργανωμένα,δεν είναι κάτι που με απασχολεί ιδιαίτερα». Ασκεί βέβαια σφοδρή κριτική στους εθνικισμούς κάθε είδους, αλλά τους ιεραρχεί. «Υπάρχουν πιο ανώδυνοι εθνικισμοί, όπως εκείνος του ποδοσφαίρου. Ολοι μας υποστηρίζουμε την ομάδα της χώρας μας. Οταν όμως ο εθνικισμός μετατρέπεται σε πολιτικό δόγμα, τα πράγματα σοβαρεύουν» λέει.

Γιατί υποστηρίζετε ότι ο εθνικισμός αποβλακώνει; τον ρωτάμε. «Τον περασμένο αιώναπροκάλεσε δύο παγκόσμιους πολέμους στην Ευρώπη. Εγώ ανήκω σε εκείνους που θεωρούν ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί προϊόν εξυπνάδας».

Ο Σαβατέρ δεν θέλει να ακούει για απαγορεύσεις, σε βαθμό που τοποθετείται υπέρ της μπούρκας στη δημόσια συζήτηση για το αν πρέπει να απαγορευτεί στους δρόμους της Ισπανίας. «Αν η μπούρκα επιβάλλεται από τον πατέρα ή τον σύζυγο, τότε πρέπει να στραφούμε εναντίον του καταπιεστικού πατέρα ή συζύγου και όχι εναντίον της μπούρκας. Το ίδιο ισχύει για τους άνδρες που επιβάλλουν στη γυναίκα τους να φοράει μίνι, τακούνια και να έχει μεγάλο ντεκολτέ. Αν μια γυναίκα είναι καταπιεσμένη, πρέπει να την ελευθερώσουμε από την καταπίεση, όχι να της επιβάλουμε νέες απαγορεύσεις. Αν όμως μια γυναίκα επιθυμεί να φορέσει μπούρκα, το να της δώσει διαταγές το κράτος είναι τόσο άσχημο σαν να της έδινε ο άνδρας της».

Στην ερώτησή μας αν έχει δοκιμάσει να περπατήσει ή να φάει φορώντας μπούρκα, απαντά: «Μου φαίνεται φρικτό, αλλά εξίσου φρικτό μου φαίνεται το να περπατήσω με τακούνια» .

Αραγε η σημερινή εποχή «σηκώνει» τη φιλοσοφία ή ένας διανοούμενος είναι αναγκασμένος να καταφεύγει σε πιασάρικα σλόγκαν για να ακουστεί; «Ενας διανοούμενος πρέπει να διευκολύνει τον στοχασμό, τα σλόγκαν δεν τον διευκολύνουν. Ο διανοούμενος οφείλει να εκφράζεται με σαφήνεια,να προσφέρει επιχειρήματα και όχι να πετάει συνθήματα. Πάντα πίστευα ότι πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν έξυπνοι προκειμένου να γίνουν».

Ο Σαβατέρ δεν πιστεύει στον Θεό, ωστόσο δεν δηλώνει άθεος ούτε αγνωστικιστής, αλλά ορθολογιστής. «Δεν δηλώνω άθεος διότι το “άθεος” ακούγεται σαν θρησκευόμενος.Οταν,για παράδειγμα,δεν πιστεύεις στους Αρειανούς δεν θεωρείσαι αντιαρειανός. Δεν μπορείς να ορίζεσαι σε σχέση με κάτι που δεν υπάρχει».

Τον λυπεί το γεγονός ότι στη σημερινή Ευρώπη ζουν και βασιλεύουν οι λαϊκές μυθολογίες. «Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν ότι οι Ρομά είναι χειρότεροι από τους υπόλοιπους ή ότι είναι στη φύση τους να κλέβουν. Η ναζιστική μυθολογία έδειξε πόσο επικίνδυνα είναι όλα αυτά».

Ανθρωπος που δεν φοβάται να προκαλέσει, δηλώνει ότι «όλες οι κουλτούρες δεν είναι εξίσου σεβαστές». Πιο σεβαστές θεωρεί εκείνες στις οποίες μπορούν να συνυπάρξουν διαφορετικές απόψεις, μορφές ηθικής και τρόποι συμπεριφοράς. «Οι πολιτισμοί που σέβονται ό,τι ξεφεύγει από τη νόρμα είναι ανώτεροι. Εκείνοι που επιβάλουν ομοιομορφία, την ηγεμονία ορισμένων ιδεών στις οποίες όλοι πρέπει να υποτάσσονται είναι κατώτεροι» λέει. «Οι κουλτούρες που απαγορεύουν πολλά είναι χειρότερες από εκείνες που δεν απαγορεύουν τίποτε. Παράδειγμα η ισπανικήαπαγορεύει τις ταυρομαχίες, την μπούρκα, το κάπνισμα...».

«Θέλω να είμαι φιλόσοφος της παρέας, χωρίς Φ κεφαλαίο»
Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟΣαβατέρ γεννήθηκε στο Σαν Σεμπαστιάν πριν από 63 χρόνια. Ειδικός στον Νίτσε και θαυμαστής του Σπινόζα, θεωρεί εαυτόν «φιλόσοφο της παρέας, σε αντιδιαστολή με τον θεωρητικό Φιλόσοφο με κεφαλαίο Φ». Φυλακίστηκε από τη δικτατορία του Φράνκο και στη συνέχεια έζησε εξόριστος στη Γαλλία. Εως πριν από δύο χρόνια, όταν συνταξιοδοτήθηκε, κατείχε την έδρα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης. Πολυγραφότατος, έχει συγγράψει περισσότερα από 80 δοκίμια και μυθιστορήματα. Αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα «Εl Ρais» από την εποχή της ίδρυσής της. Εχει λάβει πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Ζαχάροφ το 2000 για τη δράση του στην οργάνωση «Βasta Υa!» εναντίον της τρομοκρατίας της ΕΤΑ. Είναι δραστήριο μέλος του κόμματος «Ενωση, Πρόοδος και Δημοκρατία» που διασπάστηκε από τους Σοσιαλιστές.

Ελλάδα και Ισπανία τείνουν προς την «περιπέτεια», τον «τυχοδιωκτισμό»
- Γιατί η οικονομική κρίση έπληξε κυρίως τις μεσογειακές χώρες;

«Εχω επισκεφθεί τη χώρα σας έξι-επτά φορές. Πιστεύω ότι η οικονομική κρίση έπληξε άσχημα την Ελλάδα, την Ισπανία και τα άλλα μεσογειακά κράτη επειδή διαθέτουν ένα είδος εργαζομένων που ανακυκλώνεται δύσκολα, λόγω του ότι έχουν χαμηλή επαγγελματική κατάρτιση. Αντίθετα οι χώρες που προσφέρουν καλύτερη παιδεία και επαγγελματική κατάρτιση έχουν τη δυνατότητα να ανακυκλώσουν ευκολότερα τους εργαζομένους τους, οι οποίοι μπορεί να χάνουν τη δουλειά τους, αλλά είναι διαθέσιμοι για άλλη. Φοβάμαι ότι οι χώρες μας, η Ελλάδα και η Ισπανία, διαθέτουν ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό με χαμηλή κατάρτιση διότι δεν είχαν δώσει αρκετή σημασία σε όλα αυτά έως σήμερα. Είναι χώρες που έτειναν- πώς να το πούμε;- προς την “περιπέτεια”, τον “τυχοδιωκτισμό”, τα προσωρινά μέτρα. Σε περιπτώσεις κρίσης γίνεται εμφανές ότι όλα αυτά είναι θέμα κακής πολιτικής».

COUTARELLI

2015 LIVANIS

2015 LIVANIS
NEW BOOK OF PABLO IGLESIAS

TRAGEDIA EN LA MEDITERANEO

INSTITUTO CERVANTES

DON ERNESTO

carmencita

picasso gravura

picasso

dominguez

MAIRIE TERESE WALTER

BLASCO

RUIZ

cervantes aforismi ανώτεροι τού Σενέκα ή τού Πόρσια

ΠΟΣΟ ΔΙΚΙΟ ΕΙΧΕ Ο ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΣΟΒΙΝΙΣΤΗΣ ΡΕΒΕΡΤΕ ΟΤΑΝ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΟΙ ΕΚΠΡΟΣΟΠΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΣΚΟΡΠΙΣΘΕΙ ΤΟΣΟ ΑΠΛΟΧΕΡΑ ΟΣΟ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΑΥΤΗ ΓΕΙΤΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΓΕΙ ΣΤΟ ΑΤΟΤΣΑ.{ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΕΚΑΤΟΠΕΜΠΤΟ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΟΕΒΔΟΜΟ ΑΙΩΝΑ}_ΕΝΟΕΙΤΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΟΤΙ ΚΑΙ Ο ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΕΖΗΣΕ ΕΚΕΙ{ΚΑΠΟΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ} Ο ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΠΟΥ ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΔΙΚΑΙΩΣ ΩΣ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ era de cristo ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΤΑΝΤΕ,ΣΕΞΠΗΡ,ΒΟΛΤΑΙΡΟ,ΓΚΑΙΤΕ.
.
.

Όλοι θέλουν να ζήσουν πολύ, κανένας όμως δεν θέλει να γεράσει.

Ο χρυσός αιώνας ποτέ δεν ήταν ο τωρινός.

Ποτέ μην παρακαλάς για κάτι που έχεις τη δύναμη να το κερδίσεις.
άρεσε σε 104
Να σωπαίνει εκείνος που έδωσε, να μιλάει εκείνος που πήρε.
άρεσε σε 40
Τα γεγονότα, καλέ μου Σάντζο, είναι οι εχθροί της αλήθειας.
άρεσε σε 29
Mην αγαπάς αυτό που είσαι, αλλά αυτό που μπορείς να γίνεις.
άρεσε σε 25
Πάντα μου έλεγαν, Σάντσο, ότι να κάνεις καλό σε χαμερπείς ανθρώπους είναι σαν να χύνεις νερό στη θάλασσα.
άρεσε σε 23
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τρέλα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος από το να απελπιστεί.
άρεσε σε 18
Η απουσία, αυτή η κοινή θεραπεία για την αγάπη…
άρεσε σε 17
Υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους η γνώση των λατινικών δεν τους εμποδίζει να είναι ζώα.
άρεσε σε 13
Η καθυστέρηση πάντα φέρνει κίνδυνο. Και το να αναβάλλεις ένα μεγάλο σχέδιο σημαίνει, συχνά να το καταστρέφεις.
άρεσε σε 13
Είμαστε οι γιοι των πράξεών μας.
άρεσε σε 12
Τα μάτια, αυτές οι σιωπηλές γλώσσες της αγάπης.
άρεσε σε 12
Το να είσαι έτοιμος είναι η μισή νίκη.
άρεσε σε 9
Ένας άνθρωπος ατιμασμένος είναι χειρότερα από νεκρός.
άρεσε σε 8
Η πείνα είναι η καλύτερη σάλτσα του κόσμου.
άρεσε σε 8
Δεν γεννιούνται όλοι μ’ ένα ασημένιο κουτάλι στο στόμα.
άρεσε σε 6
Σ’ ένα χωριό της Μάντσας, που τ’ όνομά του δεν έχω όρεξη να θυμηθώ, εδώ και όχι πολύ καιρό ζούσε ένας ιδαλγός από κείνους που έχουν κοντάρι στην κονταροθήκη, ένα παμπάλαιο σκουτάρι, ένα κοκαλιάρικο παλιάλογο κι ένα γρήγορο κυνηγόσκυλο.

(η πρώτη φράση από τον «Δον Κιχώτη»)

άρεσε σε 6
Είναι άλλο πράγμα να εκθειάζεις την πειθαρχία, και άλλο να υποκύπτεις σ’ αυτήν.
άρεσε σε 5

Μια παροιμία είναι μια μικρή πρόταση βασισμένη σε μια μακρά εμπειρία.

  • Άντρες με μεγάλα ταλέντα, ποιητές ή ιστορικοί, σπάνια αποφεύγουν τις επιθέσεις αυτών, που χωρίς να έχουν καθόλου προικίσει τον κόσμο με έργα δικής τους παραγωγής, εντρυφούν στην επίκριση των έργων των άλλων.»
  • «Εκείνος που κυκλοφόρησε ένα βιβλίο διέτρεξε ένα πολύ μεγάλο κίνδυνο από τους αναγνώστες του.»
  • «Ένα ατομικό αμάρτημα δεν είναι τόσο βλαβερό σ' αυτόν τον κόσμο, όσο μια δημόσια ασχήμια.»
  • «Η αγάπη και ο πόλεμος είναι το ίδιο πράγμα... Και η στρατηγική και η τακτική το ίδιο εφαρμόσιμες και στα δύο.»
  • «Η ανάγκη σπρώχνει σε απονενοημένα διαβήματα.»
  • «Η ανάμνηση μιας προηγούμενης δυστυχίας, φέρνει μια καινούρια.»
  • «Η αρετή είναι η πραγματική ευγένεια.»
  • «Η ενάρετη γυναίκα είναι σαν τον καθρέφτη, που το καθαρό και λαμπερό του κρύσταλλο λερώνεται και σκοτεινιάζει με την παραμικρότερη πνοή που το εγγίζει.»
  • «Η ιστορία είναι θεματοφύλακας μεγάλων πράξεων, μάρτυρας του παρελθόντος, παράδειγμα και δάσκαλος για το παρόν και μεγάλος σύμβουλος για το μέλλον.»
  • «Η καλλονή μονάχη δεν εμπνέει τον έρωτα, πολλές φορές ευχαριστεί, αλλά δεν προκαλεί τη στοργή.»
  • «Κάθε άνθρωπος είναι όπως τον έκανε ο Παράδεισος, και μερικές φορές πολύ χειρότερος.»
  • «Οι εκδηλώσεις αγάπης που δεν δυσαρεστούν τις γυναίκες -κι αν ακόμη είναι και οι πιο απρεπείς-, έστω κι αν αυτοί που τις κάνουν είναι τελείως αδέκαροι, αφήνουν κάποια μικρή ικανοποίηση στις καρδιές τους.»
  • «Οι ζηλότυποι τα βλέπουν όλα με μεγεθυντικό φακό, που κάνει τα μικρά να φαίνονται μεγάλα, τους νέους γέροντες και τις υποψίες πραγματικότητες.»
  • «Όταν αφήνουμε τον κόσμο τούτο και μας θάβουν κάτω απ' τη γη, ο πρίγκιπας κατέχει τόσο στενό χώρο όσο κι ο εργάτης.»
  • «Ποιος άντρας μπορεί με σιγουριά να υποστηρίξει πως ξέρει, σε όλη της την ένταση, την τόσο αινιγματική γυναικεία ψυχή, και ποιος μπορεί ποτέ να ελπίζει ότι θα σταθεροποιήσει την τόσο ρευστή της φύση;»



marias

Ερωτοτροπίες Τεταρτη, 25 Φεβρουαριου 2015 08:51 Javier MariasΜτφρ. Χριστίνα ΘεοδωροπούλουΕκδ. Πατάκη 2015Σελ. 432, τιμή € 17,70Η τελευταία φορά που είδα τον Μιγέλ Ντεσβέρν ή Ντεβέρν ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε η γυναίκα του, η Λουίσα, γεγονός που δεν έπαψε να είναι περίεργο και ίσως και άδικο, εφόσον εκείνη ήταν ακριβώς αυτό, η γυναίκα του, ενώ εγώ ήμουν μια άγνωστη...Η Μαρία Ντολθ, αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, έμαθε το όνομα του Ντεβέρν όταν τον είδε στη φωτογραφία της εφημερίδας, "μαχαιρωμένο και με ξεκούμπωτο πουκάμισο, λίγο πριν μεταβληθεί σε πτώμα: το τελευταίο πράγμα που πρέπει να συνειδητοποίησε ήταν ότι τον μαχαίρωναν κατά λάθος και χωρίς αιτία".Με λόγο επιβλητικό και σαγηνευτικό, το μυθιστόρημα του Μαρίας μας μιλάει για την τρέλα του έρωτα, μια κατάσταση που σχεδόν οικουμενικά θεωρείται απόλυτα θετική, ακόμη και λυτρωτική κάποιες φορές, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε μοιάζει να δικαιολογεί σχεδόν τα πάντα: τις ευγενείς και αλτρουιστικές πράξεις, αλλά και τις μεγαλύτερες ακρότητες και αθλιότητες...

VALDEZ

VALDEZ
SOLBES

MANUEL VALDEZ

BELVER

EQUIPO CRONICA

EQUIPO CRONICA

EQUIPO  CRONICA
MENINAS PASTICE

PETORYTI

PETORYTI
MAITISE PASTICE

G.R.I.S

G.R.I.S
BLANCHARD

BELVER

GRAFITY

POP ART

A B C

INSTALATION DE S.D.

DIBUJO CON TORO

PABLO RUIZ PICASSO Y BLASCO

MURAL EN MADRID

MURAL EN MADRID

PICASSO

ALISAL PINTOR ROMANTICO

ZULOAGA

JULOAGA

ZULOAGA

ZULOAGA

BALBUENA

BALBUENA
ESTETICO PINTOR MADRILENO

MAESTRO ZULOAGA

RITRATO DE VALLE IGLAN ESCRITOR GALIEGO

ZULOAGA

ZULOAGA
MUJERES RICAS DE CERCANIAS

ZULOAGA

ZULOAGA
AMORIM

ZULOAGA

ZULOAGA
JOVEN PINTOR

JULOAGA

JULOAGA
AUTORITRATO

DIVINO

DIVINO
BALBUENA

F.B..I

ZULOAGA

picasso

picasso

picasso

picasso
derain/ian influence

picasso

rose period [midle]

picasso

picasso

picasso

picasso

picasso
warriors

PICASSO

PADILA

PADILA
EL PIRATA

PADILA

PADILA
grande padila

ΣΚΟΤΩΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΗΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΔΙΚΟ ΤΗΣ

ΣΚΟΤΩΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΗΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΔΙΚΟ ΤΗΣ
www.fecoathens.blogspot.com

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΖΗΛΙΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΙΩΘΩ ΕΙΝΑΙ ΦΤΩΧΕΙΑ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΖΗΛΙΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΙΩΘΩ ΕΙΝΑΙ ΦΤΩΧΕΙΑ
Αν θες να κρατήσεις έναν φίλο, ποτέ μη δοκιμάζεις τη φιλία του.

ΕΚΘΕΣΗ ΤΟ ΝΟΕΒΡΗ 14 ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΜΙΛΑΝΟ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ

ΕΚΘΕΣΗ  ΤΟ  ΝΟΕΒΡΗ  14  ΣΤΟ  ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ  ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ  ΤΟΥ  ΜΙΛΑΝΟ  ΜΕ  ΘΕΜΑ  ΤΗΝ  ΤΑΥΡΟΜΑΧΙΑ
VIA DANTE 10 MILANO ITALY

picasso

picasso
www.nicolaskoundouros.blogspot.com
Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Εθνικό Θέατρο το 1939, σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη και μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη.

Σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά, το «Fantastico- Τα δημιουργημένα συμφέροντα» του Ισπανού νομπελίστα συγγραφέα Χαθίντο Μπεναβέντε (1866-1954), επιστρέφει στην πρώτη κρατική σκηνή της χώρας. Αυτήν τη φορά, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο καλλιτεχνικός διευθυντής, Σωτήρης Χάτζακης. Η πρεμιέρα της καλοκαιρινής παραγωγής του Εθνικού τοποθετείται στις 23 Ιουλίου στο «Σχολείον» της Ειρήνης Παπά (Πειραιώς 52, Αθήνα).

«Έργο κωμικό, δραματικά επίκαιρο και τραγικά αναγνωρίσιμο στις μέρες που ζούμε»- όπως υποστηρίζει ο Σωτήρης Χατζάκης-, ανέβηκε για πρώτη φορά στη Μαδρίτη το 1907 και έχει ως θέμα του τη διαφθορά. «Η παράστασή μας είναι φόρος τιμής σ' εκείνη του Τάκη Μουζενίδη και των συνεργατών του. Είναι μεγάλη μας χαρά και τιμή που την παρουσιάζουμε στο Σχολείον της Ειρήνης Παπά, που περιήλθε στο Εθνικό Θέατρο μέχρι το 2027. Θεσμοθετείται εδώ η Θερινή Σκηνή του Εθνικού θεάτρου ως αρχή ενός στρατηγικού σχεδιασμού που αναπτύσσουμε για την πολιτισμική και τουριστική ανάπτυξη του χώρου και της ευρύτερης περιοχής», αναφέρει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της πρώτης κρατικής σκηνής.

Οι ήρωες του Μπεναβέντε, φτιαγμένοι από τα υλικά της κομέντια ντελ άρτε, χωρίς όμως να χάνουν ούτε στιγμή τα διαχρονικά χαρακτηριστικά τους, στροβιλίζονται γύρω από το χρήμα, τον κυνισμό, τη ματαιοδοξία και το συμφέρον, χρησιμοποιώντας ακόμα και τον έρωτα για να πετύχουν τους σκοπούς τους.

Η ιστορία του έργου αφορά στον Λέαντρο και τον πονηρό υπηρέτη του Κρισπίν, δραπέτη από τα κάτεργα, που φτάνουν σε μια μεγάλη πολιτεία, έχοντας μόλις ξεφύγει από την αστυνομία που τους κυνηγά για χρέη και παρανομίες. Με μεγάλη πανουργία και εφευρετικότητα, ο Κρισπίν, χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, ρίχνει την ελπίδα για δόλωμα στα θύματά του, προκειμένου να επωφεληθεί ο ίδιος και ο Λέαντρος. Όλοι σαγηνεύονται, μέχρι που η αλήθεια αποκαλύπτεται και οι ελπίδες διαψεύδονται. Όμως, υπηρέτης και αφέντης έχουν καταφέρει να τυλίξουν τα πρόσωπα της κωμωδίας σε ένα δίχτυ από δημιουργημένα και κατασκευασμένα συμφέροντα.

«Από την κομέντια ντελ άρτε μέχρι τον Γκόγκολ και τη νεότερη συγγενή δραματουργία εκτείνεται ένα ευρύ πεδίο θεατρικής συμπεριφοράς, μια αλληλουχία τύπων, χαρακτήρων ή πυκνωμάτων πληθυσμιακών χαρακτηριστικών. Οι «γνωστοί άγνωστοι» του σιναφιού μας οδοιπορούν στη σκηνική επικράτεια, διαδέχονται ο ένας τον άλλον, σκυταλοδρομούν πηγαίνοντας πιο πέρα τις επιδόσεις του προηγούμενου. Έτσι ο αρλεκίνος ή ο zanni της κομέντια ντελ άρτε, διαδεχόμενοι τον μεσαιωνικό μίμο, γίνονται: ο τρελός του Σαίξπηρ, ο κομπέρ στο καμπαρέ, ο κλόουν στο τσίρκο, ο μεταβιομηχανικός κλοσάρ, ο ανέστιος και πλάνης στα έργα του Μπέκετ. Συγκροτείται μια θεατροπαρέα που συχνάζει, δολοπλοκεί, γλεντοκοπά, υπονομεύει, στήνει φάρσες και μας κλείνει πονηρά το μάτι ή γελάει τρανταχτά στο πρόσωπό μας στα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου. Με αυτό το ανάμεικτο υλικό έφτιαξε ο Μπεναβέντε τα «Δημιουργημένα συμφέροντα». Θέμα του η διαφθορά όχι μονάχα του ηγέτη εις βάρος του λαού -όπως θα ήθελαν κάποιοι προοδευτικοί κοινωνιολόγοι- αλλά η διαφθορά του ίδιου του λαού στην απόλυτη διήθηση και διάχυσή της στο κοινωνικό σώμα», σημειώνει για την παράσταση ο Σωτήρης Χατζάκης.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στο έργο του Μπεναβέντε το φανταχτερό δέντρο της διαφθοράς έχει απλώσει τις ρίζες του σε όλες τις κατηγορίες και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Έτσι όλοι συμμετέχουν σε μια φάρσα εξαπατήσεων, ανατροπών, μεταστροφών και ένοχων συγκατανεύσεων. «Η διαφθορά, με τους εκβιασμούς, τις εξαγορές και τα λαδώματα, θα χρησιμοποιήσει ακόμη και τον έρωτα ως μέρος του σχεδίου της. Ο αμοραλισμός των επιτήδειων γίνεται κτήμα και αυτονόητο, αλλά και θεσμός στη συγκρότηση της κοινωνίας του έργου», καταλήγει.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελείται η Έρση Δρίνη, τη μουσική ο Θοδωρής Οικονόμου, τους φωτισμούς ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος και τη χορογραφία η Κική Μπάκα.

Ερμηνεύουν: Κατερίνα Γιαμαλή, Ανδρομάχη Δαυλού, Ευγενία Δημητροπούλου, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασίλης Ευταξόπουλος, Νόνη Ιωαννίδου, Εφη Λιάλιου, Νίκος Μαγδαληνός, Δάφνη Μαρκάκη, Ελενα Μαρσίδου, Βασίλης Μπισμπίκης, Χρήστος Νίνης, Στέλιος Πετράκης, Βασίλης Ρίσβας, Γιάννης Σοφολόγης, Γρηγόρης Σταμούλης, Ελεάννα Στραβοδήμου, Αντώνης Χαντζής.



Read more: http://www.newsbomb.gr/politismos/story/473479/fantastico--ta-dimioyrgimena-symferonta-apo-tis-23-ioylioy-sto-ethniko-theatro#ixzz3CCJSwBBJ

bicel

solidaridad

solidaridad
obrera

durruti

durruti
en ajoblanca

durruti

ΕπιθυμητόΑγαπημένο βιβλίοAγαπημένος ΣυγγραφέαςShare on facebook Share on twitter Share on email More Sharing Services 1
ΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΤΑ ΗΡΩΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 1868-1936BOOKCHIN MURRAYΤιμή Έκδοσης€29.82Τιμή Πολιτείας€20.87 (-30%)Κερδίζετε €8.95 - Διευκρινίσεις σχετικά με τις τιμές διάθεσης βιβλίων- Εξαντλημένο στον εκδότη, δεν υπάρχει δυνατότητα παραγγελίας. ΠαρουσίασηΤι προηγήθηκε ώστε να γίνει η Ισπανική Επανάσταση; Γιατί ο αναρχισμός ρίζωσε στην Ισπανία και όχι στη Γερμανία, στη Ρωσία ή αλλού; Ποιες ήταν οι φεντεραλιστικές απόψεις του Προυντόν, ποιος ο αναρχικός κολεκτιβισμός που πρέσβευε ο Μπακούνιν και τι ο αναρχοκομμουνισμός του Κροπότκιν; Σε τι διέφερε ο επαναστατικός συνδικαλισμός από τον αναρχοσυνδικαλισμό; Πώς όλα αυτά τα ρεύματα ιδεών συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανός ο αναρχισμός στην Ισπανία παρά τα κύματα καταστολής που υπέστη για εβδομήντα χρόνια: από την εποχή του φεντεραλιστικού κινήματος του Πι ι Μαργάλ και των μπακουνικών της Α' Διεθνούς μέχρι το πραξικόπημα του Φράνκο το 1936; Πώς κατάφεραν οι αναρχικοί, μέσα στις αντιξοότητες του Εμφυλίου, να δημιουργήσουν την πιο σημαντική Κοινωνική Επανάσταση του 20ου αιώνα και να πραγματοποιήσουν την κολεκτιβοποίηση τόσο στις αγροτικές όσο και στις βιομηχανικές περιοχές εθελοντικά και όχι εξαναγκαστικά και βίαια όπως οι μπολσεβίκοι το 1917; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο Μπούκτσιν απαντά με γλαφυρό αλλά και συνάμα διεπιστημονικό τρόπο, στον αντίποδα εκείνου που αναπτύσσεται στα ακαδημαϊκά θερμοκήπια. Ο τρόπος που αναζητά την α-λήθεια ο Μπούκτσιν μοιάζει με όλων των επαναστατών διανοητών που το πνεύμα τους το έχει οξύνει η ειλικρινής ανάγκη τους να απαντηθεί με μη ιδεολογικούς όρους το αιώνιο ερώτημα: "Πώς μπορεί ο κόσμος να αλλάξει", πώς γίνεται να ζήσουν οι άνθρωποι δίχως κράτος και καπιταλισμό, δίχως ιεραρχία και κυριαρχία; Το κλειδί για τα επιτεύγματα του ισπανικού αναρχισμού το 1936 βρίσκεται, όπως αποδεικνύει ο Μπούκτσιν, στη συνδικαλιστική οργάνωση που προϋπήρχε. Και κυρίως στην ιδιαίτερη αντίληψη των ισπανών αναρχοσυνδικαλιστών για το συνδικάτο, που το θεωρούσαν όχι μόνο όργανο πάλης και διεκδικήσεων, αλλά και ως το κύτταρο της μελλοντικής κοινωνίας, που από πριν θα πρέπει να εμπεριέχει τις ελευθεριακές αρχές της. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)"Για τον σύγχρονο αναγνώστη έχει τεράστιο ενδιαφέρον το συμπέρασμα του Μπούκτσιν ότι σε αντίθεση με τα ισχύοντα σήμερα - αλλά και με τα όσα ίσχυαν στην Ευρώπη του 19ου αιώνα - ο αναρχισμός στην Ισπανία δεν είχε ριζώσει μόνον ανάμεσα στο προλεταριάτο, αλλά και σε μεγάλες μάζες του αγροτικού πληθυσμού. Δεν ήταν μόνον οι βιομηχανικοί εργάτες της Καταλωνίας, ήταν και οι αγρότες της Ανδαλουσίας, οι "σκλάβοι" των λατιφούντιων (των τσιφλικιών θα λέγαμε) που πύκνωναν τις τάξεις του. Και πριν από τη δημιουργία της CNT, όπως άλλωστε και κατόπιν, οι εξεγέρσεις των αναρχικών σε όλη την Ισπανία διαδέχονταν η μία την άλλη συνεχώς και όλες σχεδόν καταπνίγονταν στο αίμα." (ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 17/7/2011)ΠεριεχόμεναΕισαγωγήΠρόλογος στις εκδόσεις AK Press ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Το Ταξίδι του ΦανέλιΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Η "Ιδέα" και η ΙσπανίαΤο ΥπόβαθροΜιχαήλ ΜπακούνινΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Η Τοπογραφία της ΕπανάστασηςΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Το ΞεκίνημαΗ Διεθνής στην ΙσπανίαΤο Συνέδριο του 1870Η Ήττα των ΦιλελευθέρωνΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Τα Πρώιμα ΧρόνιαΠρολεταριακός ΑναρχισμόςΕξέγερση και ΚαταστολήΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: Οι ΑπόκληροιΑγροτικός ΑναρχισμόςΑγροτικές Ενώσεις και ΕξεγέρσειςΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ: Τερορίστες και "Άγιοι"ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ: ΑναρχοσυνδικαλισμόςΟ Νέος Αναβρασμός"Η Τραγική Εβδομάδα"ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ: Η CNTΤα Πρώιμα ΧρόνιαΤα Μεταπολεμικά ΧρόνιαΟι PistolerosΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ: Από τη Δικτατορία στη ΔημοκρατίαΗ Δικτατορία του Πρίμο δε ΡιβέραΟ Συνασπισμός του ΑθάνιαΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ: Ο Δρόμος προς την ΕπανάστασηEl Bienio NegroΑπό το Φεβρουάριο στον ΙούλιοΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ: ΣυμπεράσματαΒιβλιογραφικό ΔοκίμιοΕΠΙΜΕΤΡΟ: Η Πολιτική Διαθήκη του Μάρεϊ ΜπούκτσινΕυρετήριο ΕλληνικόΕυρετήριο ΛατινικόΕυρετήριο Εικόνων

Χιμένεθ • Σύγκρουση στήθους με ράχη

Posted: 28 May 2014 12:51 PM PDT

JIMENEZ Από τη Μικρή ποιητική ανθολογία,
Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου
Poeticanet »»

Είσαι το όριο της τροχιάς μου και είσαι το
απεριόριστο, το έσω της τροχιάς μου και το έξω,
το βαθύ και το εκτενές· όλα όσα μπόρεσα να
κατακτήσω και όλα όσα θα μπορέσω.

Κι εγώ ξέρω, ξέρω πως μια μέρα θ’ αλαφρώσω
την αέναή μου
διαδρομή· και θα είμαι ο πλάνης οδοιπόρος
δίχως καμπανάκι,
μετά χαράς κυρίαρχος των πάντων
και κυριευμένος, μετά χαράς,
ώσπου τον εαυτό μου ν’ ανταμώσω· σύγκρουση
στήθους με ράχη
και σύγκρουση σάρκας με ψυχή, αλήθειας
με εικόνα.
Θεός επιθυμητός και επιθυμών

unamuno

unamuno
Άγιος Μανουήλ ο μάρτυρας/Η θεία Τούλα Μιγέλ ντε Ουναμούνο μετάφραση-επίμετρο: Τάσος Ψάρρης νουβέλες 21χ14, 196 σελίδες, 13 ευρώ, e-book: 7,99 ευρώ 978-960-9776-86-8 unamuno.jpg «Κάποιοι άνθρωποι θα πιστέψουν τα πάντα άμα τους τα ψιθυρίσεις», έλεγε ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο (1864-1936), που ο δικός του ψίθυρος συνεχίζει να μας ξεσηκώνει από τα βάθη της ιστορίας, κηρύττοντας τη δύναμη της ατομικής πίστης. Ένας ψίθυρος ατίθασος και αντικομφορμιστικός, αλλά συνάμα ανθρώπινος, ειλικρινής, γεμάτος εκκωφαντικές παύσεις που δίνουν στον ακροατή -τον αναγνώστη- τη δυνατότητα για στιγμιαίο στοχασμό, για βυθοσκόπηση χωρίς κρατημένη ανάσα. Γιατί «και στον βυθό υπάρχει ζωή», λέει ο μεγάλος Ισπανός φιλόσοφος, ζωή με κρυφή και άγρια χάρη. Ο Άγιος Μανουήλ ο μάρτυρας, το κορυφαίο έργο του Ουναμούνο, συνοψίζει τα βασικά στοιχεία της ουναμουνικής σκέψης, συνενώνοντας τους διάσπαρτους ψιθύρους με τους οποίους ο συγγραφέας διαταράζει την υπαρξιακή μας ραστώνη. Κείμενο γεμάτο συμβολισμούς, προσεγγίζει με τολμηρό τρόπο τις έννοιες της ζωής και του θανάτου, μέσω της εξιστόρησης του βίου ενός ιερέα που δεν πιστεύει στην αθανασία. Η θεία Τούλα, ένα από τα δημοφιλέστερα ισπανικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, αναδεικνύει τις αρετές και τα πάθη του ανθρώπου μέσα από τα έργα και τις ημέρες μιας γυναίκας που θυσιάζει τον εαυτό της –και όχι μόνο– προκειμένου να ικανοποιήσει τις μητρικές της ανάγκες. Οι ελληνικές μεταφράσεις των δύο λογοτεχνικών κομψοτεχνημάτων του Ουναμούνο συνοδεύονται από εισαγωγή και χρονολόγιο που φιλοδοξούν να μυήσουν τον αναγνώστη στον κόσμο του Ισπανού διανοητή.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

UNAMUNO

UNAMUNO
ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΜΙΣΕΙ ΠΙΟΤΕΡΟ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ

TIA TULA EN GRIEGO






Η θεία ΤούλαΜιγέλ ντε Ουναμούνομετάφραση: Μαρία ΜπεζαντάκουΚαλλιγράφος, 2013176 σελ.ISBN 978-960-9568-28-9, [Κυκλοφορεί - Εκκρεμής εγγραφή]Τιμή € 10,65







Ισπανική πεζογραφία - Μυθιστόρημα [DDC: 863]



Η "Θεία Τούλα", που έχει θεωρηθεί ένα από τα εκατό καλύτερα ισπανόφωνα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα (εφημερίδα El Mundo), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα και φιλοσόφου. Το κείμενο, ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα, παγιδεύει τον αναγνώστη με τη γρήγορη και απροσδόκητη πλοκή, τους ζωντανούς διάλογους, τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις του εσωτερικού κόσμου των ηρώων, ενώ δεν προσφέρει ρεαλιστικές περιγραφές ούτε και σαφείς εξηγήσεις, απέχοντας έτσι από τα σύγχρονά του μυθιστορήματα. Όπως γράφει ο Unamuno σε ένα γράμμα στον φίλο του Joan Maragall το 1902, πρόκειται για "(...) την ιστορία μιας νέας που απορρίπτοντας μνηστήρες μένει ανύπαντρη για να μεγαλώσει κάποια ανίψια, παιδιά της αδερφής της που πεθαίνει. Μένει με τον κουνιάδο, τον οποίο απορρίπτει για σύζυγο, επειδή δεν θέλει να λερώσει με το συζυγικό καθήκον το περιβάλλον αγνότητας όπου αναπνέουν τα παιδιά της. (...)"



DURRUTI

"Είναι [οι εργάτες] που χτίσανε αυτά τα παλάτια και τις πόλεις, εδώ στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς, οι εργαζόμενοι. Μπορούμε να χτίσουμε άλλα να πάρουν τη θέση τους. Και καλύτερα αυτά! Δεν είμαστε η μειοψηφία. Φοβούνται τα ερείπια. Θα κληρονομήσουν τη γη. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι 'αυτό. Η αστική τάξη θα μπορούσε να ανατινάξει και να καταστρέψει τον δικό της κόσμο πριν φύγει από το προσκήνιο της ιστορίας. Φέρνουμε έναν καινούργιο κόσμο εδώ, στις καρδιές μας. [.. .] Αυτός ο κόσμος αυξάνεται σε αυτό το λεπτό. "
- Buenaventura Durruti [2]

nazarin

ΝΑΖΑΡΕΝ (NAZARIN)
Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ. Σενάριο: Λουίς Μπουνιουέλ, Χούλιο Αλεχάντρο από μυθιστόρημα του Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός. Φωτογραφία: Γκαμπριέλ Φιγκουερόα. Ηθοποιοί: Φρανσίσκο Ραμπάλ, Μάργκα Λοπέζ, Ρίτα Μαθέδο. Μεξικό, 1958. Ασπρόμαυρη. Διάρκεια: 94΄. Ειδικό βραβείο επιτροπής Φεστιβάλ καννών 1959.

Ο πάτερ-Ναζάριος, ένας περιπλανώμενος ιερέας στο Μεξικό του δικτάτορα Ντιάζ (1900), προσπαθεί να ζήσει σύμφωνα με τα αληθινά χριστιανικά διδάγματα, παρεξηγείται όμως γιατί έχει κοντά του μια πόρνη και μια Ινδιάνα και καταλήγει στη φυλακή, όπου συνειδητοποιεί τη ματαιότητα της καλοσύνης του. Διασκευή ενός θρησκευτικού μυθιστορήματος του Γκαλδός κάτω από την αθεϊστική οπτική του Μπουνιουέλ, ο οποίος παρουσιάζει μια δονκιχωτική μορφή του Ναζωραίου, μέσα σε ένα καταπιεστικό και άθλιο κοινωνικό πλαίσιο που θα μπορούσε να είναι το Μεξικό, αλλά και η Ισπανία της εποχής του Φράνκο. Λέει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης για τον ήρωά του:
«Ο Ναζαρέν είναι ένας Δον Κιχώτης του ιερατείου: αντί ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα των βιβλίων της ιπποσύνης, ακολουθεί εκείνο του Ευαγγελίου. Αντί να έχει τον ιπποκόμη Σάντσο Πάντσα, συντροφεύεται από δυο γυναίκες, που είναι κατά κάποιο τρόπο οι «υπηρέτριές» του. Ταυτόχρονα μπορούμε να πούμε ότι η Μπεατρίς είναι η Μαρία Μαγδαληνή και η Αντάρα μια θηλυκή εκδοχή του Αποστόλου Πέτρου (για παράδειγμα ο Πέτρος βγάζει το σπαθί του όταν συλλαμβάνουν τον Χριστό και η Αντάρα χτυπά ένα φύλακα κατά τη σύλληψη του Ναζαρέν (….) Ναι, ο Ναζαρέν έχει κάτι το δονκιχωτικό, με τη διαφορά ότι ο Δον Κιχώτης είναι άλλοτε τρελός κι άλλοτε όχι, ενώ ο Ναζαρέν είναι πάντα σώφρον. Δεν είναι επίσης ένας επαναστάτης, αν και μπορεί κάποια μέρα να γίνει ένας αγνός και λίγο απλοϊκός επαναστάτης. Ο Ναζαρέν θα καταλήξει ενδεχομένως μια μέρα να πιστέψει περισσότερο στο άτομο παρά στο Θεό ή την κοινωνία. Κι εγώ επίσης πιστεύω περισσότερο στο άτομο παρά στην κοινωνία» (Απόσπασμα από το βιβλίο Luis Bunuel, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000).
Μπάμπης Ακτσόγλου


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Nazarin
Benito Pérez Galdós (Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός), μετάφραση: Robert S. Rudder και Gloria Chacon de Arjona. Latin American Literary Review Press, 1997, σελ. 176.

Nazarin
Benito Pérez Galdós (Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός), μετάφραση: Jo Labanyi. Οξφόρδη: Oxford University Press (World’s Classics), 1993.

«
Εάν για άλλους ανθρώπους ευτυχία είναι να ονειρεύεσαι τον πλούτο, για μένα η ευτυχία συνίσταται στο όνειρο της φτώχειας, στη χαρά που αισθάνεται κανείς και μόνο στη σκέψη της φτώχειας. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα, να φαντάζεσαι κάτι ακόμη χειρότερο
Είναι ο Nazarin ένας σύγχρονος Ιησούς ή μήπως ένας σουρεαλιστικός, ρομαντικός, Δονκιχωτικός τρελός... Μ’ έναν αγγελικό, μυστηριώδη και ερεθιστικό τρόπο, αποπειράται να ιδρύσει μια εναλλακτική κοινωνία που να βασίζεται στην απόρριψη της ατομικής ιδιοκτησίας και να μην αντιστέκεται στο «κακό», με απρόσμενα, συχνά, αποτελέσματα. Δεν ζητάει τίποτα, δεν θέλει τίποτα και με το παράδειγμά του κηρύσσει την υπομονή ή και την παθητικότητα. Ο
Ναθαρίν (1895) του Μπενίτο Πέρεθ Γκαλδός, του μεγαλύτερου κοινωνικού ρεαλιστή των Ισπανικών γραμμάτων του 19ου αιώνα, είναι ένα εντυπωσιακά μοντέρνο έργο: αποτελεί ταυτόχρονα μια σοβαρή συζήτηση για τις ρίζες του Χριστιανισμού, μια εμβάθυνση σε μια «μη κανονική» ψυχοσύνθεση και μια κριτική του μικροαστικού υλισμού, ενώ παράλληλα ασκείται με λαμπρό τρόπο στην κωμωδία. Στην παράδοση του Θερβάντες, η ειρωνικά μεταφυσική του διάσταση το κάνει ένα μυθιστόρημα σύγχρονο και σημαντικό.






ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΚΕΠΤΩΝΤΑΙ ΟΙ ΣΟΦΟΙ ΚΑΙΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ ΟΙ ΒΛΑΚΕΣ [Τ.ΣΑΝΤΑΥΑΝΝΑ]

Ο Μόδεστος Λαφουέντε ήταν Ισπανός ιστορικός και σατυρικός συγγραφέας (1806-1866).Ήταν ο εκδότης του περιοδικού «Fray Gerundio», με το οποίο και σατίριζε με καυστικό πνεύμα τα ήθη των ανθρώπων της εποχής του και ιδίως των πολιτικών ανδρών. Από τα έργα του ξεχώρισαν τα «Ταξίδια ανά τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και τις όχθες του Ρήνου» και το «Ταξίδι με αερόστατο». Ο Μόδεστος Λαφουέντε έγραψε επίσης εξέδωσε τη «Γενική ιστορία της Ισπανίας» που ολοκληρώθηκε σε 29 τόμους

LONDON CERVANTES INSTITUTE 2011 JANUARY EXHIBITION OF ENGLISH SPOCKEN TRAVELERS/AUTHORS IN SPAIN

LONDON CERVANTES INSTITUTE 2011 JANUARY EXHIBITION OF ENGLISH SPOCKEN TRAVELERS/AUTHORS IN SPAIN
Ισπανός λογοτέχνης καιδο- κιμιογράφος. Η καταγωγή του ήταν αριστοκρατική, σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Γρανάδας και της Μαδρίτης και για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως διπλωμάτης. Έγραψε πολιτικά, φιλοσοφικά, θρησκευτικά και ιστορικά δοκίμια που διαπνέονται από ορθολογιστικό πνεύμα.

ΑΖΟΡΙΝ

Το 1932 εκδόθηκε ο Θάνατος στο απομεσήμερο (Death in the Afternoon), έργο στο οποίο ο Χέμινγουεϊ διαπραγματεύτηκε την ταυρομαχία, τόσο εγκυκλοπαιδικά όσο και με αναφορές στην μεταφυσική και θρησκευτική της διάσταση. Υπήρξε θαυμαστής των ταυρομαχιών ήδη από το 1925 μετά από ταξίδια του στην Ισπανία. . . . . . . . .


AZORIN
Γέννηση 8 de junio de 1873 8η του Ιούνη του 1873 Monóvar ( Alicante ) Monóvar ( Αλικάντε ) Θάνατος (93 χρόνων) 1967 (93 ετών) Μαδρίτη Ιθαγένεια ISΠΑΝΙΚΗ Ψευδώνυμο Azorín Επάγγελμα Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας. Περίοδος XX αιώνας Κινήσεις Generación del 98 Γενιά του '98 Ο José Augusto Martínez Trinidad Ruiz, περισσότερο γνωστή με το ψευδώνυμο του Azorin ( Monóvar , Αλικάντε , 8, Ιουν του 1873 - Μαδρίτη , 2 του Μαρτίου του 1967 ), [1] ήταν ένας μυθιστοριογράφος Ισπανός , καθώς και δοκιμιογράφος , θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας . ..Βιογραφία . Ο πατέρας του γεννήθηκε στο Yecla , Μούρθια , και ήταν ενεργός στο Φιλελεύθερο-Συντηρητικού Κόμματος (έγινε δήμαρχος, βουλευτής και υποστηρικτής του Francisco Romero Robledo ).. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Monóvar και διέθετε ένα κτήμα. Η μητέρα του γεννήθηκε στην Elda . Ήταν απο παραδοσιακή αστική και πλούσια οικογένεια. Ο Azorin ήταν ο μεγαλύτερος από τα εννέα παιδιά..Σπούδασε εσωτερική σχολείο για οκτώ χρόνια στο κολέγιο της Escolapios στάδιο Yecla αναπτύσοντασ εκεί τον προβληματισμό σχετικά με τα δύο πρώτα μυθιστορήματά του, ισχυρό αυτοβιογραφικό περιεχόμενο. . Από το 1888 έως το 1896 σπούδασε νομικά στη Βαλένθια , η οποία ενδιαφέρεται για τον krausismo και τον αναρχισμού και παρέδωσε μια πυρετώδη λογοτεχνική και πολιτική αναγνώση. . Χρησιμοποιήσε ψευδονυμα . Επίσης, γράφει για την Ηχώ της Monóvar, El Mercantil Valenciano, ακόμη και στην εφημερίδα El Pueblo Vicente Blasco Ibáñez . . Λειτουργεί σχεδόν πάντα ώς κριτικός γράφοντας έργα θεάτρου μέισχυρό κοινωνικό περιεχόμενο (επαίνέσε τα έργα του Angel Guimera και Benito Perez Galdos ή Juan José του Joaquín DICENTA ) και ΤΟΝΊΖΕΙ & αντικατοπτρίζειτίς πλέον αναρχικές τάσεις τους. . Μεταφράζει το δράμα Ο Εισβολέας του Μωρίς Μαίτερλινκ , το συνέδριο του γαλλικού Hamon Α. γονικής ή Φυλακές Πρίγκιπα Κροπότκιν . τό 1895 ό Azorin δημοσίευσε δύο δοκίμια, λογοτεχνικού και κοινωνικού αναρχισμού σημειώνει, παρουσιάζοντας στο κοινό τις βασικές θεωρίες των αναρχικών. Εξετάστηκε στην Γρανάδα και Salamanca , αλλά ήταν πιο υπότροφος φοιτητής Έφτασε στις 25 Νοέμβρη του 1896 στην Μαδρίτη για να συνεχίσει τις σπουδές του, άρχισενά γραφει ανάμεσα στη μεγάλη στέρήση στο Ρεπουμπλικανικό δημοσιογραφίκό έντυπο ( Η Χώρα (1896), όπου έριξαν? Progress (1897), εφημερίδα Alejandro Lerroux ), που λαμβάνουν μόνο η στήριξη του Leopoldo Alas σε ένα από τα έντυπα ετούτα, όπου εργάστηκε ως κριτικός, κάτω από τα ψευδώνυμα του Candide προς τιμήν του Voltaire , Αριμάν, ο περσικός θεός της καταστροφής, Charivari και Ανατολής, μεταξύ άλλων. . Σταδιακά το όνομά του ήταν όλο και περισσότερο εμφανίζονται στα περιοδικά και μεγάλες εφημερίδες: New Magazine, Νεότητας (υπογραφή με Baroja και Maeztu ως Ομάδα των Τριών ), Νέας Τέχνης, El Globo, Alma ισπανικά, Ισπανία, αμερόληπτη, ABC. Al mismo tiempo va publicando folletos y libros. Την ίδια στιγμή άρχισε να δημοσιεύει φυλλάδια και βιβλία. . Εράψε μια τριλογία από αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα που χρησιμοποιεί ήδη τ'ο τελικό ψευδώνυμο «Azorin», το οποίο άρχισε νά χρήσιμοποιεί το 1904 : Antonio Azorin και Οι εξομολογήσεις ενός νεαρού φιλοσόφου. . Από το 1905 'ο τρόπος σκέψης και λογοτεχνίας τούAzorin έγινε πίο εγκατεστημένος στον συντηρητισμό.. τότε να εργαστηκε για το ABC, όπου ήταν ενεργός στην πολιτική. Antonio Maura ιδιαίτερα ο υπουργός, και Juan de la Cierva Peñafiel , να γίνουν υποστηρικτές υψηλά του. . Μεταξύ 1907 και 1919 διετέλεσε αναπληρωτής πέντε φορές και δύο σύντομες περιόδους (1917 και 1919), Αναπληρωτής Γραμματέας Δημόσιας Εκπαίδευσης. . Είχε ήδη μια μακρά καριέρα στον Τύπο της Μαδρίτης, όταν εντάχθηκε La Vanguardia ώςκριτικός λογοτεχνίας. [2] Χάρη στις προσπάθειες του διευθυντή Miquel dels Sants Oliver ο Azorin δημοσιεύονται σε αυτή την εφημερίδα, περίπου 200 δικά τού κείμενα μεταξύ 1914 και 1917 . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια εμφανή εκπρόσωπος της ισπανικής κουλτούρας δημοσιεύονται στις σελίδες της εφημερίδας La Vanguardia της Βαρκελώνης και μετά τη Βαρκελώνη ήταν η πρωτεύουσα όπου προήχθη και να κυκλοφορήσει, σύμφωνα με τους μελετητές, η γενιά του 98. Ταξίδεψε ακούραστα για την Ισπανία και Βυθίστηκε ανάγνωση των κλασικών της Χρυσής Εποχής .στο στρατιωτικό κατάλογο Primo de Rivera ψύχεται δημόσια δραστηριότητα Azorin, ο οποίος αρνήθηκε να δεχθεί πολιτικό γραφείο του δικτάτορα. En 1924 fue elegido miembro de la Real Academia Española . Το 1924 εξελέγη μέλος της Βασιλικής Ισπανική Ακαδημία . Cuando estalló la Guerra Civil huyó del Madrid del Frente Popular y con su esposa, Julia Guinda Urzanqui , se refugió en Francia. Με το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου Μαδρίτης εγκατέλειψαν το Λαϊκό Μέτωπο και η σύζυγός του, Τζούλια Cherry Urzanqui , κατέφυγε στη Γαλλία. Μετά τον πόλεμο, θα μπορούσε να επιστρέψει στην Ισπανία με τη βοήθεια που επιδρούν έλαβε από τον τότε υπουργό Εσωτερικών, Ramón Serrano , ο οποίος χρόνια αργότερα ( 1955 ) αφιερωμένο Azorin "με βαθιά ευγνωμοσύνη» έργο του On (Νέα Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη ). En 1946 se le otorgó la Gran Cruz de la Orden Civil de Alfonso X el Sabio . [ 3 ] Το 1946 τιμήθηκε με το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Αστικού Alfonso X ο Σοφός . [3] En sus últimos años se mostró apasionado y asiduo espectador cinematográfico. Στα νεότερα χρόνια του πάθος και τακτική θεατή ταινία έδειξε. Obra [ editar ] Εργασία [ edit ] Retrato de Azorín por Ramón Casas ( MNAC ) ΤΟ Πορτραίτο Azorin φιλοτεχνίθηκε από τόν ΕΜΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΗ Ramon Casas ( MNAC ) . Η Λογοτεχνική παραγωγή του κυρίως χωρίζεται σε δύο μεγάλες ενότητες: δοκίμιο και μυθιστόρημα . Η Λογοτεχνική παραγωγή Azorin έχει επίσης μια μεγάλη στιλιστική αξία. Η ΦΟΡΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΥΛ ΑΠΟ Το γράψιμό του, πολύ περίεργο, χαρακτηρίζεται από τον ιμπρεσιονισμό ,ΤΗΝ περιγραφή, με τη χρήση του μια σύντομη φράση και απλή σύνταξη, το λιανικό λεξικό castizo και μια σειρά από δύο επίθετα συνδέονται με ένα κόμμα. . Μεταξύ των πιο καινοτόμων λογοτεχνικών τεχνικων του είναι η χρήση, με τον τρόπο της Βιρτζίνια Γουλφ , ​​των χαρακτήρων, ενώ ζουν σε διάφορες περιόδους της ιστορίας, όπως Don Juan ή την Παναγία, συνδυάζοντας τόσο το μύθο και τό πνέυμα τής αιώνιας επιστροφής . . Ως δοκιμιογράφος που αφιέρωσε ιδιαίτερη προσοχή σε δύο ζητήματα: το ισπανικό ιμπρεσιονιστήκό τοπίο και ή επανερμηνεία των κλασικών λογοτεχνικών έργων. Η ίδια εξελικτική διαδικασία που σημάδεψαν το σύνολο που παρατηρείται στην ισπανική αφιερωμένη στην κατάσταση δοκιμών Generation 98 : Εάν στο πρώιμο έργο του εξετάζει συγκεκριμένες πτυχές της ισπανικής πραγματικότητα και αναλύει τα σημαντικότερα προβλήματα της Ισπανίας, Καστίλλη (1912) στόχος της είναι να εμβαθύνει την ισπανική πολιτιστική παράδοση (αντανακλάσεις που προκύπτουν αυθόρμητα από μικρές παρατηρήσεις του τοπίου), καθώς και την ενσωμάτωση μια αίσθηση κυκλική φορά εμπνευσμένο από τον Νίτσε. Entre los ensayos literarios de Azorín destaca Ruta de Don Quijote (1905), Clásicos y modernos (1913), Los valores literarios (1914) y Al margen de los clásicos (1915). Ανάμεσα στα highlights φιλολογικά δοκίμια Azorin Οδός Δον Κιχώτης (1905), Κλασική και Σύγχρονη (1913), τα λογοτεχνικά τιμές (1914) Σε αυτά την πρόθεσή του δεν είναι να κάνει μια λεπτομερή μελέτη των κειμένων, αλλά και να διεγείρουν την περιέργεια και το ενδιαφέρον, προσφέροντας μια ιμπρεσιονιστική ανάγνωση τους τονίζοντας μόνο τα πιο σημαντικά από αυτά με τα στοιχεία της προσωπικότητας του συγγραφέα. . Υπογραμμίζει, επίσης, την τραγική Ανδαλουσίας . Es un ensayo añadido a la obra de Los pueblos (edición en 1914). Είναι ένα τεστ προστίθεται στο έργο των Λαών Ο Azorin πάει στην Ανδαλουσία και τη Σεβίλλη περιοδεία στην περιοχή. . Αρχικά αποστέλλεται σε χρόνιες αμερόληπτικες αποστολές και η κυβέρνηση θα αισθανθεί ενοχλήσεις, έτσι ζήτησε από τον διευθυντή της εφημερίδας να μην στείλει περισσότερα Ωστόσο, δημοσίευσε μια συνέντευξη που θα κοστίσει την απέλαση της εφημερίδας και θα λειτουργήσει σε ABC. Τραγική ήταν Andalucía 1904-1905, πριν λαών και στη συνέχεια πρόσθεσε. :
Μυθιστορήματα
Το πρώτο στάδιο δείχνει επικράτηση των αυτοβιογραφικών στοιχεία και τις εντυπώσεις που προκύπτουν από το τοπίο. El protagonista es Antonio Azorín (del cual tomará su seudónimo), personaje de ficción que se convierte en la conciencia de su creador. Ο πρωταγωνιστής είναι Antonio Azorin (η οποία θα λάβει ψευδώνυμο της), φανταστικός χαρακτήρας που γίνεται η συνείδηση ​​του δημιουργού του. . Αυτά τα μυθιστορήματα είναι ένα πρόσχημα για την ανάπτυξη ζωτικών και πολιτιστικές εμπειρίες του συγγραφέα. A ella pertenecen La voluntad (1902), Antonio Azorín (1903) y Las confesiones de un pequeño filósofo (1904). Έχει ανήκουν Will (1902), Antonio Azorin (1903) και Εξομολογήσεις ενός μικρού φιλοσόφου (1904). Στο δεύτερο στάδιο, Azorin αφήνουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά συνεχίζει να αντανακλά τις δικές τους ανησυχίες των χαρακτήρων: το θάνατο, η εμμονή με το χρόνο, τον προορισμό, κ.λπ.. Una muestra de ello es Doña Inés (1925). Ένα παράδειγμα είναι η Doña Inés (1925).. Σε αυτό το ίδιο στάδιο Don Juan (1922), με βάση τη χριστιανική μετατροπή του μύθου ανήκει. Στο τρίτο στάδιο ανήκουν 0 Felix Vargas (1928), ο σουρεαλισμός (1929) και οι άνθρωποι (1939), χαρακτηρίστηκε από την avant-garde και του προσωπικού και κοσμολογικ0 δράμα εμπνευσμένο από τη μεγάλη Αυστρο-γερμανική ποιητή Rainer Maria Rilke . . Στο τέταρτο στάδιο, μετά από μια περίοδο σχετικής σιωπής βαθιά σημαδεμένη από τον εμφύλιο πόλεμο, ο Azorin αφήγηση επιστρέφει στο The Ghost Writer (1941), το μυθιστόρημα ειδύλλιο Mary Fontan (1943) και το νησί χωρίς aurora (1944). Teatro
Θέατρο
[ edit ΠΑΝΤΑ Ο Azorin αισθάνθηκε πάντα μεγάλη αγάπη για το θέατρο . Ωστόσο, τα έργα του δεν άρεσε καθόλου δημοφιλής χάρη. . Από την πένα του θα αφήσει ΤΗΝ Παλιά Ισπανία (1926) ΤΟ ΕΡΓΟ , Brandy, πολύ κονιάκ (1927), Comedy of Art (1927) και η τριλογία Το αόρατο , που συνδέεται με την αισθητική του εξπρεσιονισμού , που αποτελούν μέρος της αράχνης στον καθρέφτη, The Reaper και Doctor Death, 3 έως 5, που θεωρείται από ορισμένους κριτικούς ως η καλύτερη δραματική παραγωγή του. 0. Azorin σημειώνει τη σημασία της δημιουργικής ελευθερίας Εφιστά την προσοχή στη νέα σχέση μεταξύ των κινηματογραφικών τεχνική και θεατρική τέχνη. . Τονίζει την εμφάνιση του κόσμου του υποσυνείδητου στη σκηνή.». Η νέα πραγματικότητα του παιχνιδιού, ανάλογα με τις ανάγκες της νέας κοινωνίας και το ρυθμό της σύγχρονης ζωής, θα πρέπει να είναι «γρήγορη, αδύναμη και αντιφατική." Θα πρέπει να εξαλειφθούν ή να ελαχιστοποιηθούν διαστάσεις. . Είναι ο εσωτερικός κόσμος, ο κόσμος των ιδεών και των προβλημάτων του πνεύματος και της φαντασίας, που υποχρεούνται να παρέχουν τα υλικά τους στο συγγραφέα. . Η πρόθεση είναι να απελευθερώσει το θέατρο Azorin Ισπανικά όλα επαρχιωτισμό και ανυψώσει το καθεστώς του ευρωπαϊκού θεάτρου. Αλλά η ισπανική νοοτροπία δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει αυτές τις νέες δραματικές προτάσεις. ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ και η azoriniano θέατρο, όπως αυτό του Ramón María del Valle-Inclan και Miguel de Unamuno , είχε μια μάλλον περιορισμένη επιτυχία.

PASIONARIA

«Είναι καλύτερα να πεθαίνεις όρθιος, παρά να ζεις γονατιστός» και «Είναι καλύτερα να είσαι χήρα ενός ήρωα, παρά σύζυγος ενός δειλού».

gris

ALCALA HUMOR FABRICA DE UNIVERSIDAD

www.ouabua.blogspot.com

www.ouabua.blogspot.com
ACALA HUMOR FABRICA

WWW.TUTUNGI.BLOGSPOT.COM

Συνολικές προβολές σελίδας



022
122
234
316
422
524
618
732
822
940
1034
1186
1230
1334
1426
1528
1634
1746
1830
1966
2018
2112
2240
2336
2414
2540
2622
2736
2820
2922

Σάβ, 22 Μαΐ στις 7:17 μ.μ.
Desert Bouquet

Η ψηλή γυναίκα είναι μια ιστορία τρόμου που γράφτηκε από τον Pedro Antonio de Alarcon το 1881, η οποία δημοσιεύθηκε στη συλλογή των [[απίθανων αφηγήσεων ]]του συγγραφέα το 1882. [ 1 ]

Η ψηλή γυναίκα
από τον Pedro Antonio de Alarcón Προβολή και τροποποίηση δεδομένων στο Wikidata
ΓένοςΙστορία τρόμου Προβολή και τροποποίηση δεδομένων στο Wikidata
ΙδίωμαΙσπανικά
ΧώραΙσπανία Προβολή και τροποποίηση δεδομένων στο Wikidata
Ημερομηνία έκδοσης1882
ΜορφήΕντυπος
Κείμενο στα ΙσπανικάΗ ψηλή γυναίκα στο Wikisource

Σύνοψη

Το καλοκαίρι του 1875, ο Γαβριήλ , κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στη Σιέρα ντε Γκουανταράμα στη Μαδρίτη, είπε στους φίλους του την ακόλουθη ιστορία:




Ο Τηλεσφόρος , ο καλύτερος φίλος του Γαβριήλ, είχε ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον μπροστά του. Hταν Ένας πολιτικός μηχανικός, και υποσχέθηκε στην Joaquina Moreda , μια όμορφη και πλούσια κληρονόμο[καταγώμενη απο τζάκι ευγενών], πώς θά την νυμφευθεί.ΣΤΗ ΖΩΗ όλα του χαμογελούσαν.

Ωστόσο, μια νύχτα το 1857, αφού έφυγε από ένα σπίτι τυχερών παιχνιδιών όπου έχασε όλη την περιουσία του, βρήκε μια μυστηριώδη γυναίκα της δεκαετίας του '60, ψηλή, ακίνητη σε μια πόρτα, που του χαμογέλασε με το στόμα της χωρίς δόντια. Η εμφάνισή του προκαλεί ρίγη, ειδικά όταν συνειδητοποιεί ότι τον ακολουθεί σε μικρή απόσταση. Φοβούμενος ότι μπορεί να είναι μεταμφιεσμένος άνθρωπος, ίσως κλέφτης ή δολοφόνος, τρέχει μακριά, και την χάνει. Φτάνοντας στο σπίτι του, τον ενημερώνουν για το θάνατο του πατέρα του.

Δύο χρόνια αργότερα, επίσης την αυγή, συναντά ξανά τη γυναίκα, με την ίδια στολή και το ίδιο κακό χαμόγελο. Αυτή τη φορά, εξοργισμένος, την επιτίθεται, αλλά τον χλευάζει και δραπετεύει. Την επόμενη μέρα μαθαίνει για τον ξαφνικό θάνατο της Joaquina. Απελπισμένος, αναρωτιέται ποια είναι η ψηλή γυναίκα . Θάνατος[ΧΑΡΟΣ]; Ο διάβολος; ή είναι όλα σύμπτωση;

Όλα αυτά λέει στον Gabriel, ο οποίος προσπαθεί να τον παρηγορήσει. Λίγες μέρες αργότερα, ο Telesforo αρρωσταίνει σοβαρά και ο Gabriel πρέπει να επιστρέψει στη Μαδρίτη. Μετά από μερικούς μήνες, ο Γαβριήλ μαθαίνει για το θάνατο του φίλου του. Στην κηδεία παρευρίσκεται μια ηλικιωμένη γυναίκα που γελάει απρόσεκτα ΚΑΙ ΑΔΙΑΚΡΙΤΑ κατά τη διάρκεια της τελετής και βαδίζει μπροστά στους διοργανωτές. Η εμφάνισή της συμπίπτει με αυτήν που ανέφερε η Telesforo. Ξαφνικά, κοιτάζει τον Γαβριήλ, και φοβάται να κληρονομήσει την ατυχία του Telesforo και φόβους για τη ζωή του.


View image

RAMON GOMEZ DE LA SERNA



El café Colón en la plaza de Catalunya  Foto antigua: 1897 / Foto actual: 2006 Sustituyendo al antiguo café La Pajarera, Artur Vilaseca construyó en un nuevo emplazamiento (plaza Catalunya esquina paseo de Gràcia) el edificio Colón proyectado por el arquitecto Francesc Rogent y abierto al público el 26 de marzo de 1897.

ΜΟΥΝΙΟΥΕΛ,ΓΚΑΛΝΤΟΣ,ΠΟΡΣΙΑ

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΒΙΡΙΔΙΑΝΑ ΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΤΗΚΑΝ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣΕ ΠΡΟΣΦΕΡΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΑΣΥΛΟ.

Ο ΣΟΥΡΗΣ ΛΕΕΙ ΟΤΙ Ο ΒΟΥΔΑΣ ΗΤΑΝ ΒΟΥΔΙ ΕΝΩ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΒΟΥΔΙ ΗΤΑΝ Ο Α.ΠΟΡΣΙΑ ΠΟΥ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΩΝ ΝΑ ΤΟΝ ΤΙΜΗΣΟΥΝ[ΑΦΙΕΡΩΝΩΝΤΑΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΛΕΝΤΟΚΟΠΟΥΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ
Hay Festival Segovia 2020
17 Sept - 20 Sept 2020
Hay Festival Segovia (Segovia, España)

La ciudad española de Segovia celebra del 17 al 20 de septiembre la decimoquinta edición del Hay Festival que cuenta un año más con la colaboración de AC/E. En esta ocasión, la naturaleza y la sostenibilidad conforman uno de los ejes principales, con la presencia de varios conservacionistas que defienden la salud del planeta. A su vez, se pondrá sobre la mesa el presente y el futuro de Europa, y tendrá especial relevancia el liderazgo femenino en el mundo de la política ...

Programa de internacionalización de autores teatrales...
17 y 24 Sept 2020
Cervantes Theatre London (Londres, Reino Unido)
La Spanish Theatre Company organiza en Londres (Reino Unido), con el apoyo de AC/E, este programa de producciones y lecturas dramatizadas de autores españoles, desde clásicos a obras maestras contemporáneas. Durante el mes de septiembre podrán verse:
17 Sept 2020
'Inquilino', Paco Gámez.
24 de Septiembre de 2020
'El paseo de Joe Strummer', Juan Alaberto Salvatierra.


50 fotografías con historia
18 Sept - 22 Nov 2020
(Madrid, España)

#50FotosConHistoriaExpo propone un recorrido por los últimos ochenta años de esta disciplina en España a través de 50 imágenes. Cada una de estas fotografías es el reflejo de una época, de una forma de entender la fotografía y de su correspondiente carga social. El recorrido visual se inicia con el estallido de la Guerra Civil, momento en el que reporteros gráficos —como Agustí Centelles o Martín Santos Yubero— se convierten en ojos y cronistas del conflicto. En la posguerra y años posteriores ...

Benito Pérez Galdós. La verdad humana
23 Sept - 13 Dic 2020
Casa-Museo Pérez Galdós (Las Palmas, España)
La obra narrativa de Benito Pérez Galdós (Las Palmas de Gran Canaria, 1843-Madrid, 1920) constituye un extraordinario panorama verbal de las costumbres e historia del siglo XIX español. Este novelista decimonónico, un hombre imbuido por la filosofía positivista, el liberalismo, y el anticlericalismo de su tiempo, representó el mundo que vio y que le interesó con un arte reconocido universalmente. La exposición propone un repaso a la vida del escritor canario con motivo del centenario de su muerte a través de .

/
Delibes
17 Sept - 15 Nov 2020
Biblioteca Nacional de España (Madrid, España)

#ExpoDelibes | En 2020 se celebra el centenario del nacimiento de Miguel Delibes, una de las voces más admiradas y originales de la literatura en español de la segunda mitad del siglo XX. Para celebrarlo, Acción Cultural Española y la Biblioteca Nacional de España organizan esta exposición con la que quieren recordarle, así como reivindicar su obra y figura. Miguel Delibes Setién (17 de octubre de 1920​-12 de marzo de 2010), catedrático de Derecho Mercantil, periodista, cazador, defensor a ultranza de la naturaleza y de ...

CARTOONIST WRITER
CARTOONIST WRITER
Δημοσιευμένα
21 Μαΐ 2014
0
CARTOONIST WRITER
CARTOONIST WRITER
Δημοσιευμένα
8 Ιουν 2013
0
CARTOONIST WRITER
CARTOONIST WRITER
Δημοσιευμένα
15 Νοε 2012
0
Δημοσιευμένα
15 Νοε 2012
0




Λέλα Καραγιάννη 26/7/20

Λέλα Καραγιάννη  26/7/20
Oταν δώσαμε στό ινστιτούτο Cervantes το βιβλίο του κλασικού σμερικάνου θεωριτικού Μάρεϋ Μπούχτσιν ((Οι ισπανοί αναρχικοί)) Αρνήθηκαν να το βάλουν στή συλλογή τους(προβάλωντας φτηνές δικαιιλογίες)...ενώ τό 2009 το θερβάντες είχε διοργανώσει ένα ((εξωϊσπανικο)) συνέδριο για τους γκαίη ...Φαίνεται οτι οι γκαίη δέν ενοχλούνε την ίσπανία γιατί δεν είναι εναντίων του κράτους ενώ οι αναρχικοί ενοχλουν
Δεν έχει σημασία ούτε ποιοι είμαστε, ούτε πώς είμαστε, αλλά ποιοι φαινόμαστε ότι είμαστε. Η πραγματική μας ταυτότητα δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε καν εμάς τους ίδιους. Για αυτές τις μικρές, παράπλευρες επιπτώσεις του καπιταλισμού ΜΙΛΑ Η ΚΟΜΩΔΙΑ [[ΜΕΘΟΔΟΣ ΓΚΡΟΝΧΟΛΜ]]-ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΜΠΝΕΟΥΜΕ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΟΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΦΟΒΟΙ ΓΙΑΤΙ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΟυμεΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΥΝ.ΚΑΙ ΜΟΝΟ Μ/ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΥΒΕΡΝΗΘΕΙ ΕΝΑ ΠΛΗΡΩΜΑ ΣΑΝ ΑΥΤΟ ΤΟΥ Μπάουντυ

Ian Gibson..O ANAΠΟΔΟΣ κόσμος του κυρίου Λουϊς

Ian Gibson..O ANAΠΟΔΟΣ κόσμος του κυρίου Λουϊς
Απαίσιος τοπος η Μαδρίτη.Ολοι οι δρόμοι φαγητό εμυρίζαν λέει κάπου ο κοπρολάγνος Λουϊς

La pequeno gran Cervantes

ΟΙ ΔΥΤΙΚΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΧΕΙΡΩΤΕΡΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΟΥΣ



ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΕΡΟΧΟΤΕΡΑ

Λάρα, Μαριάνο Χοσέ ντε-

(Mariano José de Larra, Μαδρίτη 1809 – 1837). Ισπανός συγγραφέας. Ήταν γιος ενός εξόριστου βοναπαρτιστή γιατρού και πέρασε την παιδική του ηλικία στη Γαλλία, όπου ανατράφηκε σύμφωνα με τις αρχές του Διαφωτισμού και του κλασικισμού. Η ζωή του παρουσίασε αμιγώς ρομαντικά χαρακτηριστικά: άτυχοι έρωτες, ένας αποτυχημένος γάμος και αυτοκτονία για ερωτικούς λόγους. Είχε τη φήμη του καλύτερου δημοσιογράφου της εποχής του, ενώ σήμερα θεωρείται ως ο πρώτος ηθικολόγος του 19ου αι. και πρόδρομος της λεγόμενης γενιάς του ’98. Εξαιτίας του πάθους του για την ανανέωση της κοινωνίας του έθνους του, ο Λ. διέπρεψε σε πολιτικά κείμενα και σε πραγματείες περί ηθικής, ιδίως στα γραπτά του της περιόδου 1832-37, τα οποία και υπέγραφε με τα ψευδώνυμα Andres Niporesas, El pobrecito hablador (= ο φτωχός αγορητής) και Figaro. Με ύφος κομψό και δηκτικό, σε τόνους σατιρικούς και με τη γενική σφραγίδα της απαισιοδοξίας, ο Λ. έκανε λόγο για τις αιτίες της καθυστέρησης της Ισπανίας, τις οποίες και απέδιδε στη μακρόχρονη συνύπαρξη με τους Άραβες, στην κυριαρχία της θεολογίας, στην εξουσία της Ιεράς Εξέτασης και στην ελλιπή δεκτικότητα έναντι των νέων ιδεών, είτε επρόκειτο για τις μεταρρυθμιστικές ιδέες των προτεσταντών είτε για τον γαλλικό Διαφωτισμό. Όμως, το καθαρά δημιουργικό μέρος του έργου του δεν διέφερε σε πολλά από τον τυπικό ρομαντισμό της εποχής του. Από τα έργα του, ξεχωρίζει η θεατρική διασκευή της βιογραφίας του ποιητή Μαθίας (όπου εικάζεται ότι έγινε λόγω ταύτισης του συγγραφέα με τον ήρωά του) το 1834, η οποία γράφτηκε και σε μορφή μυθιστορήματος από τον ίδιο.
Εκεί, στις σκοτεινές γωνιές του νου μου, γυμνά και μαζεμένα, κοιμούνται τα παράξενα παιδιά της φαντασίας μου, περιμένοντας σιωπηλά την Τέχνη να τα ντύσει με τον λόγο, για να μπορέσουν να εμφανιστούν με αξιοπρέπεια στην σκηνή του κόσμου.
Γόνιμη, όπως η ερωτική κλίνη της Φτώχειας και ίδια με έκείνους τους γονείς που κάνουν περισσότερα παιδιά απ' όσα μπορούν να θρέψουν, η Μούσα μου συλλαμβάνει και γεννά στο ιερό του κεφαλιού μου, γεμίζοντάς το με αμέτρητα πλάσματα που, ούτε η δουλειά μου, ούτε τα χρόνια ζωής που μου απομένουν, θα ήταν αρκετά για να τους δώσουν μορφή.
Κι εδώ μέσα, γυμνά και ασχημάτιστα, μπλεγμένα και ανακατεμένα σε απερίγραπτη σύγχυση, τα νιώθω κάποιες φορές να ταράζονται και να ζουν μια ζωή σκοτεινή και παράξενη, όμοια με εκείνη των μυριάδων σπόρων που βράζουν και δονούνται σε μια αιώνια επώαση στα σπλάχνα της γης, χωρίς να βρίσκουν αρκετές δυνάμεις για να βγουν στην επιφάνεια και να γίνουν, με το φίλημα του ήλιου, λουλούδια και καρποί. [...] (Από την συμφωνική εισαγωγή)

GUSTAVO A.BEQUER



WWW.THEOVRANAS.BLOGSPOT.COM




Duende






H ΧΑΡΙΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ με το '' Γράμμα Αγάπης '' στο Ίδρυμα Β & Μ Θεοχαράκη - PolisPost - Η Ελλάδα στο Διαδίκτυο











Φερνάντο Αρραμπάλ: «Η Ιστορία είναι μια μητριά»




Ο Fernando Arrabal στην Αθήνα στην πρεμιέρα της παράστασης «Γράμμα Αγάπης»


































"Γράμμα Αγάπης" του Φερνάντο Αρραμπάλ - AllYou.gr




Αποτελέσματα ιστού

3-11/2019 Γράμμα Αγάπης! Πολυχώρος Πολιτισμού Διεύλεσης. Παρών ο ίδος ο Φερναντο Αρραμπάλ , γεν. 1932 στο Ισπανικό Μαρόκο Εχει γράψει περίπου100 .17 Φεβ 2020 - Λόγω της μεγάλης επιτυχίας που σημείωσε και εξακολουθεί να σημειώνει, η παράσταση Γράμμα Αγάπης του Φερνάντο Αρραμπάλ προσκλήθηκε
1 Νοε 2019 - Ο σπουδαίος συγγραφέας Φερνάντο Αραμπάλ, εκφραστής του Θεάτρου του Παραλόγου και συνιδρυτής του Θεάτρου του Πανικού, έρχεται στην ...

Πλοήγηση στις σελίδες









Αυτή η πέτρα που βλέπουμε ανατράφηκε στα νεκρά βότανα και τη σκοτεινή λάσπη

ΦΕΛΙΣ ΝΤΕ ΑΘΟΥΑ

CALLAS CARACALA

Αποτέλεσμα εικόνας για ROUBEN MAMOULIAN IBANEZ

Ανθολογία: 9 βιβλία – Ισπανικό νουάρ

O Μάρκος Κρητικός συνεχίζει τις ανθολογίες αστυνομικών μυθιστορημάτων. Εδώ παρουσιάζει εννιά βιβλία του ισπανικού εκδοτικού πεδίου.


O ΛΟΠΕ ΔΕ ΒΕΓΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΤΥΧΟΣ ΕΦΑΜΙΛΟΣΤΟΥ ΣΑΙΚΣΠΗΡ[ΠΟΥ ΑΠΟ ΤΑ 1500 ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΣΩΘΗΚΑΝ 150 ΜΟΝΟΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΜΟΝΟ ΤΑ 3 ΗΤΑΝ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΜΕ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟ [[ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΗΣ]]
voithia=i voi tis theias


/
La mil caras de Galdos
Vídeo. Youtube
La exposición "Benito Pérez Galdós, La verdad humana" propone un repaso a la vida del escritor canario con motivo del centenario de su muerte a través de más de doscientas obras entre manuscritos, libros impresos, esculturas, grabados y lienzos de las colecciones de la BNE y de otras entidades españolas y coleccionistas privados. Está organizada cronológicamente y dividida en los cuatro momentos esenciales de su existencia....
> Ver la galería de vídeos de la exposición

Νέοι Ισπανοί ποιητές διαβάζουν ποιήματά τους στην Αθήνα

Οι εκδόσεις Βακχικόν, το Ινστιτούτο Θερβάντες και η Xunta de Galicia διοργανώνουν την εκδήλωση "Nέοι Ισπανοί ποιητές διαβάζουν ποιήματά τους στην Αθήνα", με αφορμή την κυκλοφορία των δίγλωσσων βιβλίων Ανθολογία νέων Ισπανών ποιητών (μτφρ. Άτη Σολέρτη, 2018) και Ανθολογία νέων Γαλικιανών ποιητών (μτφρ. Τερέζα Πάρδο-Σοφία Καρατζά, 2019), την Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019 στις 19.00 στο βιβλιοπωλείο Public Συντάγματος.

Για τα βιβλία θα μιλήσουν ο εκδότης Νέστορας Πουλάκος και ο κριτικός λογοτεχνίας Θανάσης Βαβλίδας. Την εκδήλωση θα συντονίσει η μεταφράστρια Σοφία Καρατζά.

Θα διαβάσουν ποιήματά τους οι: Luna Miguel, Laia López Manrique, Gonzalo Hermo και Lara Dopazo. Θα ακολουθήσει ανάγνωσή τους και στα ελληνικά από την Ευμορφία Αναστασίου.

Με την υποστήριξη του ΟΣΔΕΛ.




Η ελληνική «περιπέτεια» του Δον Κιχότε

Του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Από τη Σμαράγδα Μαυροκορδάτου στη Μελίνα Παναγιωτίδου: μια αναδρομή σε όλες τις μεταφραστικές απόπειρες του μυθιστορήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα». «Η ιστορία μας ξεκινά στο Βαγιαδολίδ, το μακρινό 1605. Εκείνη τη χρονιά, τέσσερις αιώνες και πλέον πριν, ένας 57χρονος δημόσιος υπάλληλος ο οποίος, παρά τις πολλές αντιξοότητες που συνάντησε στη ζωή του (αναπηρία, αιχμαλωσία, φυλάκιση, αμφισβήτηση, φτώχια) δεν έχασε ποτέ το κέφι του για δημιουργία...»

GUSTAVO ADOLFO BEQUER

GUSTAVO ADOLFO BEQUER
POESIAS Y FABLES

Αντόνιο Ματσάδο

Αντόνιο Ματσάδο
Www.poytsoi.blogspot.com

zafon-os

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ 1 Πριν προλάβει να τελειώσει καλά καλά την πρώτη παράγραφο, είχε ήδη ξεχάσει ότι αυτό που κρατούσε στα χέρια της ήταν στοιχείο της έρευνάς τους. Αφέθηκε να παρασυρθεί από το άρωμα των λέξεων κι έπειτα από λίγο είχε χαθεί στις σελίδες του, βουτώντας στον πλούτο των εικόνων και του ρυθμού του, παρακολουθώντας την αφήγηση των περιπετειών της Αριάδνα, καθώς η ηρωίδα κατέβαινε στα βάθη εκείνης της στοιχειωμένης Βαρκελώνης. Κάθε παράγραφος, κάθε φράση φαίνονταν να έχουν συνταχθεί με βάση κάποιο μουσικό κλειδί. Η διήγηση έδενε τις λέξεις σε χρυσοκλωστές και τραβούσε το βλέμμα σε ένα ανάγνωσμα με παλμό και χρώμα που ζωγράφιζε στο μυαλό ένα θέατρο σκιών. Διάβασε αδιάκοπα για δύο ώρες, απολαμβάνοντας κάθε φράση και φοβούμενη πως θα έφτανε το τέλος. Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ 2 Η Αλίθια έβρεξε την πένα στο μελανοδοχείο και την άφησε να γλιστρήσει πάνω στο χαρτί, χαράζοντας μια γραμμή σε μπλε γυαλιστερό χρώμα. Έγραψε το όνομά της κι έμεινε να κοιτάζει το μελάνι που στέγνωνε σιγά σιγά. Η απόλαυση της λευκής σελίδας, που πάντα στην αρχή ανάδινε ένα άρωμα μυστηρίου γεμάτο υποσχέσεις, χάθηκε μεμιάς. Με το που άρχιζε κανείς να βάζει στο χαρτί τις πρώτες λέξεις, ανακάλυπτε ότι στη γραφή, όπως και στη ζωή, η απόσταση μεταξύ προθέσεων και αποτελεσμάτων πήγαινε χέρι χέρι με την αθωότητα με την οποία εκφράζονταν οι μεν και γίνονταν αποδεκτά τα δε. Βάλθηκε να γράψει μια φράση που θυμόταν από ένα απ’ τα αγαπημένα της βιβλία, όταν στάθηκε κι έστρεψε το βλέμμα προς την πόρτα. 'Αφησε την πένα πάνω στο χαρτί κι έμεινε να κοιτάζει σιωπηλή.

Πληροφορίες προϊόντος

  • SKU:
    0437924
  • Εκδότης:
    ΨΥΧΟΓΙΟΣ
  • Συγγραφέας:
    ΘΑΦΟΝ ΚΑΡΛΟΣ ΡΟΥΙΘ
  • Έτος κυκλοφορίας:
    2018
  • Διαστάσεις:
    14x21
  • Βάρος:
    1.2600 kg
  • Χώρα:
    ΙΣΠΑΝΙΑ

Αξιολογήσεις

Βαθμολογία
1 2 3 4 5

MEMORIAS DE EGOTISMO

Miguel de Unamuno: Ν' ακους τιε βλακείες που πετάνε κάθε μέρα

unamuno

... εδώ μ’ έφερε μια νέα κρίση μισανθρωπίας ή, μάλλον, ανθρωποφοβίας, αφού τους ανθρώπους πιο πολύ τους φοβάμαι παρά τους μισώ. Μου κόλλησε κι εμένα εκείνη η αξιοθρήνητη ιδιότητα που δεν είναι άλλη από το να βλέπεις τη βλακεία και να μην μπορείς να την ανεχτείς. Πάντως το χειρότερο δεν είναι να την βλέπεις, αλλά να την ακούς – ν’ ακούς τις βλακείες που πετάνε κάθε μέρα, ανυπερθέτως, νέοι και γέροι, βλάκες και ξύπνιοι• γιατί εκείνοι που περνιούνται για ξύπνιοι λένε και κάνουν τις περισσότερες βλακείες...

MIGUEL DE UNAMUNO: ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΔΟΝ ΣΑΝΔΑΛΙΟ, «Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Δεν γνωρίζω καλύτερη απεικόνιση αυτού του αφορισμού, που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ, από τη διαφωτιστική σκηνή όπου ο Βίλχελμ Στάινιτς, ένας από τους πιο αμείλικτους σκακιστές του 19ου αιώνα, ο οποίος εγκλείστηκε σε άσυλο όταν έχασε τα λογικά του, προκαλεί τον Θεό να παίξει μαζί του μια τελευταία παρτίδα, παραχωρώντας του μάλιστα το πλεονέκτημα ενός στρατιώτη. Αυτός ο Εβραίος από τη Βοημία, μέσα στην τρέλα του είχε καταλάβει, πριν από τον Νίτσε, ότι όποιος αναμετριέται με τον Θεό γίνεται ο ίδιος Θεός.

Αυτό το σύντομο αφήγημα παρουσιάζει έναν μισάνθρωπο που δεν αντέχει άλλο τη βλακεία. Αναγνώστης του Φλωμπέρ, αποσύρεται στην ακροθαλασσιά, σε ένα ξενοδοχείο όπου δεν τον ξέρει κανείς και όπου, δόξα τω Θεώ, ούτε εκείνος γνωρίζει κανέναν. Θα συνάψει, ωστόσο, περίεργο δεσμό με έναν άγνωστο, εξίσου σιωπηλό και αινιγματικό σαν τον ίδιο, έναν κάποιο δον Σανδάλιο, που πηγαίνει στη λέσχη μόνο για να παίξει σκάκι, και παίζει χωρίς να αρθρώνει λέξη, με αρρωστημένη μανία.
"Για τον δον Σανδάλιο", γράφει ο Ουναμούνο, "οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ' άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ' τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπορεί και να 'χει δίκιο". Έξαλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το κακό και το καλό.
Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του "Τραγικού αισθήματος της ζωής", αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: "Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;". (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίο«Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Δεν γνωρίζω καλύτερη απεικόνιση αυτού του αφορισμού, που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ, από τη διαφωτιστική σκηνή όπου ο Βίλχελμ Στάινιτς, ένας από τους πιο αμείλικτους σκακιστές του 19ου αιώνα, ο οποίος εγκλείστηκε σε άσυλο όταν έχασε τα λογικά του, προκαλεί τον Θεό να παίξει μαζί του μια τελευταία παρτίδα, παραχωρώντας του μάλιστα το πλεονέκτημα ενός στρατιώτη. Αυτός ο Εβραίος από τη Βοημία, μέσα στην τρέλα του είχε καταλάβει, πριν από τον Νίτσε, ότι όποιος αναμετριέται με τον Θεό γίνεται ο ίδιος Θεός.
Αυτό το σύντομο αφήγημα παρουσιάζει έναν μισάνθρωπο που δεν αντέχει άλλο τη βλακεία. Αναγνώστης του Φλωμπέρ, αποσύρεται στην ακροθαλασσιά, σε ένα ξενοδοχείο όπου δεν τον ξέρει κανείς και όπου, δόξα τω Θεώ, ούτε εκείνος γνωρίζει κανέναν. Θα συνάψει, ωστόσο, περίεργο δεσμό με έναν άγνωστο, εξίσου σιωπηλό και αινιγματικό σαν τον ίδιο, έναν κάποιο δον Σανδάλιο, που πηγαίνει στη λέσχη μόνο για να παίξει σκάκι, και παίζει χωρίς να αρθρώνει λέξη, με αρρωστημένη μανία.
"Για τον δον Σανδάλιο", γράφει ο Ουναμούνο, "οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ' άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ' τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπορεί και να 'χει δίκιο". Έξαλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το κακό και το καλό.
Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του "Τραγικού αισθήματος της ζωής", αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: "Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;". (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίο

Ο Αρνάου Πονς στην Αθήνα

Ο πολυβραβευμένος και δημοφιλής Καταλανός συγγραφέας, μεταφραστής και ποιητής Arnau Pons (Αρνάου Πονς) θα βρίσκεται στην Αθήνα για την εκδήλωση των εκδόσεων Βακχικόν Ποίηση απ' όλο τον κόσμο στο Έναστρον βιβλιοκαφέ, την Παρασκευή 23/11 στις 20.00 μ.μ.
Την ίδια μέρα το πρωί, στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων (Ασκληπιού 17 Αθήνα), θα παραχωρήσει συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους. Παρακαλείσθε να επικοινωνήσετε με τις εκδόσεις στο τηλέφωνο 2103637864 ή στο email info@vakxikon.gr.
Στα ελληνικά κυκλοφορεί η ποιητική του σύνθεση Ερήμωση (εκδόσεις Βακχικόν, Απρίλιος 2018), σε μετάφραση Άτης Σολέρτη και επίμετρο Μυρτώς Γόντικα.
Ο Αρνάου Πονς είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Σπουδών Λογοτεχνικής Κριτικής στο Μεξικό, όπου κάνει συνεδρίες ανάγνωσης σχετικά με την Judith Butler, τον Paul Celan και τον Emmanuel Levinas και ασχολείται επίσης με τη μετάφραση και ανάλυση των Απάντων του Paul Celan στα καταλανικά. Το 2016, το Υπουργείο Πολιτισμού της Ισπανίας τού απένειμε το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης. Επιλέχθηκε επίσης για να γράψει το κριτικό σημείωμα για τον Celan στον συλλογικό τόμο Makers of Jewish Modernity(Princeton University Press, 2016), το οποίο έλαβε το βραβείο για το καλύτερο εβραϊκό βιβλίο της χρονιάς στην κατηγορία των συλλογικών δοκιμίων.

Λύτρωση και τιμωρία στην άγρια ύπαιθρο

E-mailΕκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Χεσούς Καρράσκο «Άγρια ερημιά» (μτφρ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες).

Του Διονύση Μαρίνου

Αν και οι ορισμοί συχνά ομογενοποιούν τις σημασίες, την ίδια στιγμή προσφέρουν μια βάση ανάλυσης. Η Μάργκαρετ Άτγουντ, όταν κλήθηκε να μιλήσει για το τι ακριβώς ήταν το μετα-αποκαλυπτικό μυθιστόρημά της Όρυξ και Κρέικ (εκδ. Ψυχογιός), έδωσε μιαν εξήγηση που ξεπερνούσε τα παραδεδεγμένα λογοτεχνικά στεγανά. Μίλησε για «σκεπτικιστική μυθοπλασία» και για «περιπετειώδη ρομαντισμό».

Στην περίπτωση του μυθιστορήματος «Άγρια ερημιά» δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συνηθισμένο ντεμπούτο, μια δήλωση προθέσεων, αλλά με μια συνολική τοποθέτηση πάνω στο ανθρώπινο αίνιγμα.

Ομοίως, τη στιγμή που το βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθυ Ο δρόμος (εκδ. Καστανιώτη) γινόταν γνωστό, ειδικά ύστερα από τη μεταφορά του στον κινηματογράφο, για το δυστοπικό μέλλον που μετέτρεπε την ανθρωπότητα σε βιωμένη Κόλαση, ο ίδιος επέμενε πως το βιβλίο του είχε να κάνει με τη σύνδεση του ανθρώπου με το Θείο και την πνευματική όψη της ζωής. Οι συγγραφείς, συνήθως, ξέρουν καλύτερα ποιος είναι ο αρχικός τους στόχος όταν ξεκινούν να γράψουν. Ποιος να ήταν, άραγε, ο στόχος που κινητοποίησε τον Ισπανό Χεσούς Καρράσκο να ξεκινήσει τη διαδρομή του στη λογοτεχνία με ένα μυθιστόρημα πολλαπλών σημάνσεων; Στην περίπτωση του μυθιστορήματός του Άγρια ερημιά δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συνηθισμένο ντεμπούτο, μια δήλωση προθέσεων, αλλά με μια συνολική τοποθέτηση πάνω στο ανθρώπινο αίνιγμα. Αν και οι επιρροές του είναι προφανείς (από το πικαρέσκο μυθιστόρημα έως τον Καμίλο Χοσέ Θέλα κι από τον ΜακΚάρθυ έως τον Θόρντον Ουάιλντερ και τον Κόνραντ Ρίχτερ), το δικό του αποτύπωμα είναι ευδιάκριτο.

Ναι, το θέμα της φυγής και της on the road ανέλιξης ενός μύθου δεν είναι καινούργιο, όμως αυτό που προσδίδει στο μυθιστόρημα του Καρράσκο μια μορφή νεωτερισμού είναι ότι ενσωματώνει στοιχεία της παλαιάς αγροτικής ζωής (ο ίδιος κατάγεται από το Μπαταχόθ, μια παραδοσιακά αγροτική περιοχή της Ισπανίας που πλέον έχει αναπτυχθεί οικονομικά) με βιβλικές συνδηλώσεις. Η ποιότητα του βιβλίου αναφαίνεται από τη χρήση της γλώσσας, καθώς «παίζει» συνεχώς με τα αντιθετικά σχήματα. Στο ίδιο «σώμα» συνυπάρχουν η τραχύτητα της υπαίθρου, ο μυστικισμός της Βίβλου, ο λυρισμός των ανθρώπινων συναισθημάτων και ο αιχμηρός τόνος των κατώτερων ενστίκτων που οδηγούν σε σκηνές βίας, αποκτήνωσης και εξανδραποδισμού.

Ο Καρράσκο δημιουργεί ένα σκηνικό που μπορεί να στερείται γεωγραφικών συντεταγμένων (δεν μαθαίνουμε ποτέ τη χώρα και την εποχή που αναπτύσσεται η πλοκή), είναι όμως δηλωτικό της σκληρότητας που περιμένει τους ήρωες. Όλα ξεκινούν με την άτακτη φυγή ενός παιδιού από το σπίτι του. Ο μικρός φυγάς δεν αποχωρίζεται την οικογενειακή θαλπωρή με σκοπό να ανοιχτεί στη μεγάλη περιπέτεια του κόσμου. Αποφασίζει να ξεφύγει από το κολαστήριο στο οποίο ζούσε για χρόνια. Με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών του έχει μετατραπεί σε σεξουαλικό υποχείριο του δυνάστη χωροφύλακα της περιοχής. Υπάρχουν κι άλλα θύματα σαν κι αυτό, είναι όμως ο πρώτος που αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα και να δραπετεύσει. Μπρος του δεν υπάρχει μόνο το άγνωστο, αλλά κι ένας αφιλόξενος τόπος: άνυδρος, τραχύς, χτυπημένος από τον ήλιο, με τη φύση να στέκεται τιμωρός κι όχι αρωγός στο φευγιό του.

alt
Ο Χεσούς Καρράσκο

Στο ίδιο «σώμα» συνυπάρχουν η τραχύτητα της υπαίθρου, ο μυστικισμός της Βίβλου, ο λυρισμός των ανθρώπινων συναισθημάτων και ο αιχμηρός τόνος των κατώτερων ενστίκτων που οδηγούν σε σκηνές βίας, αποκτήνωσης και εξανδραποδισμού.

Το παιδί είναι εξαρχής κυνηγημένο. Στο κατόπι του βρίσκεται ο χωροφύλακας και οι βοηθοί του. Ξέρει πως αν το συλλάβουν δεν θα υπάρχει επιστροφή, μόνο ο θάνατος το περιμένει. Άμαθο στις κακουχίες και τη μοναξιά του διαβατάρη, σύντομα βρίσκεται σε σημείο εξαθλίωσης. Συναντάει στον δρόμο του έναν γέρο τσοπάνη, ο οποίος το βοηθάει να σταθεί στα πόδια του, το παίρνει μαζί του στο μακρύ ταξίδι του στην ενδοχώρα, ολοένα και πιο μακριά από το χωριό του παιδιού, και ουσιαστικό το μυεί τον κόσμο της συγχώρεσης και της ενηλικίωσης. Η μεταξύ τους σχέση οικοδομείται αρχικά με όρους συγκεκαλυμμένης δυσπιστίας, αβεβαιότητας και αμφιβολίας για τις πραγματικές προθέσεις του βοσκού. Το παιδί, έχοντας μεγαλώσει σε έναν κόσμο βίας, δεν γνωρίζει άλλο τρόπο από την άπωση. Θα σταθεί στο πλάι του τσοπάνη μόνο όταν θα διαπιστώσει πως δεν θέλει να αποκομίσει κάτι απ’ αυτό, αλλά να το σώσει δίχως να ρωτάει την αιτία της φυγής του.

Αυτό το παράξενο δίδυμο, δύο άνθρωποι χτυπημένοι από τη μοίρα, μόνοι τους σε έναν αφιλόξενο ξερότοπο, προχωρούν προς το μεγάλο πουθενά γνωρίζοντας πως τα βήματά τους στο χώμα γίνονται χνάρια και οδοδείκτες για τους διώκτες τους. Η συνάντηση με την ειμαρμένη δεν θα αργήσει. Ο χωροφύλακας με την πλουμιστή μηχανή και την αγριωπή θωριά θα βρει την κρυψώνα τους, αλλά όχι και το παιδί. Ο βοσκός έχει προλάβει να το κρύψει. Η τιμωρία που θα λάβει για τη γενναία πράξη του θα είναι σκληρή. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα το μυθιστόρημα αποκτάει έντονα δραματικό χαρακτήρα. Γίνεται ένα εκκρεμές μεταξύ ελπίδας και καταδίκης. Οι δύο φυγάδες ολοένα φεύγουν και συνεχώς βρίσκονται στην ακτίνα του διωκτών τους. Η τελική συνάντηση θα είναι πνιγμένη στο αίμα. Το δράμα θα κορυφωθεί, τη λύση θα τη δώσει ο γέρος (πάλι εις βάρος του εαυτού του), αλλά η λύτρωση στις ανθρώπινες υποθέσεις σπάνια είναι ανέξοδη. Κάθε στιγμή ελευθερίας έχει πληρωθεί με πολλαπλάσιες στιγμές σκλαβιάς του σώματος και της ψυχής. Ο τραχύς τσοπάνης –ένας άνθρωπος χθόνιος, γέννημα θρέμμα του κακοτράχαλου τόπου– μαθαίνει στο παιδί την αξία της συγχώρεσης. Χωρίς αυτό να αφαιρεί το δικαίωμα του θύματος να πάρει εκδίκηση. Όπως και γίνεται.

Η λύτρωση στις ανθρώπινες υποθέσεις σπάνια είναι ανέξοδη. Κάθε στιγμή ελευθερίας έχει πληρωθεί με πολλαπλάσιες στιγμές σκλαβιάς του σώματος και της ψυχής.

Ο Καρράσκο, αφαιρώντας τα στοιχειώδη πραγματολογικά στοιχεία (λείπουν ακόμη και τα ονόματα των ηρώων, καθώς κρατούν μόνο τις ιδιότητές τους), δίνει στο βιβλίο του τη δυνατότητα να αποκτήσει τη μορφή καθολικότητας. Μέσω του μεμονωμένου γεγονότος μιλάει συνολικά για την ανθρώπινη περίπτωση. Μεταμορφώνει το καθημερινό σε γενικό μύθο. Η δονούμενη αλληγορία του βιβλίου θυμίζει τα μεσαιωνικά moralitas, όπου οι χαρακτήρες φέρουν μια συμβολική διάσταση που τους ξεπερνάει. Παρά το γεγονός ότι από τη δράση δεν απουσιάζουν ρεαλιστικά στοιχεία (η καθημερινή ζωή ενός βοσκού, οι σκληροτράχηλοι χωρικοί, η ξηρασία, τα όπλα, η κτηνωδία κ.ά.), τα αισθητικά στοιχεία που νοηματοδοτούν το βιβλίο είναι εξόχως ψυχολογικά και θρησκευτικά. Οι βασικοί ήρωες, καίτοι από τη φύση τους είναι μονοδιάστατοι, εμφανίζονται να είναι φτιαγμένοι να έρθουν αντιμέτωποι με τον αξιακό τους κώδικα και με την ανάγκη τους να ελευθερωθούν από τα δεσμά τους. Έχουμε να κάνουμε με μια δυστοπία που αναπτύσσεται σε δύο δρόμους: έναν εξωτερικό κι έναν εσωτερικό. Το περιβάλλον καθορίζει τις συμπεριφορές και οι ατομικότητες βρίσκονται μπροστά σε ένα διαρκές αδιέξοδο που οφείλουν να υπερβούν για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν το καταφέρνουν όλοι, όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε πως το μεγάλο «στοίχημα» του βιβλίου, και ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής του, είναι το παιδί – ο μοναδικός φορέας του μέλλοντος.

Το βιβλίο του Καρράσκο έγινε αμέσως γνωστό. Μεταφράστηκε σε δεκατρείς χώρες και μεταξύ άλλων έλαβε το βραβείο English PEN Award και Prix Ulysse. Ο συγγραφέας, επιπλέον, τιμήθηκε το 2016 με το Βραβείο λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δεύτερο βιβλίο του La tierra que pisamos. Η παρούσα μετάφραση ανήκει στη Λένα Φραγκοπούλου. Πρόκειται για εργασία άκρως λειτουργική με το ύφος και το πνεύμα του βιβλίου.

* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ» (εκδ. Μελάνι).

Στην κεντρική εικόνα φωτογραφία από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, με τίτλο Out in the open (2019), σε σκηνοθεσία Benito Zambrano, Fernando Trullols.

Ο Μπουνιουέλ στον λαβύρινθο με τις χελώνες «Παρίσι, 1930. Ο Σαλβαδόρ Νταλί και ο Λούις Μπουνιουέλ είναι ήδη οι κύριες μορφές του σουρεαλιστικού κινήματος. Απροσδόκητα, ο Μπουνιουέλ μένει χωρίς χρήματα μετά το σκάνδαλο που περιβάλλει την ταινία του THE GOLDEN AGE. Σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε το επόμενο έργο του, ένα ντοκιμαντέρ για μία από τις φτωχότερες ισπανικές περιφέρειες, την Las Hurdes. Ωστόσο, ο καλός φίλος του, ο γλύπτης Ramón Acín, αγοράζει ένα λαχείο με την υπόσχεση ότι, αν κερδίσει, θα πληρώσει για την ταινία. Απίστευτα και αναπάντεχα, η τύχη είναι στο πλευρό τους». Το κόμικ του Φερμίν Σολίς γίνεται ταινία από τον Σαλβαντόρ Σίμο και «Ο Μπουνιουέλ στον λαβύρινθο με τις χελώνες» είναι το animation που περιμένουμε με χαρά (Φθινόπωρο Χειμώνας 2018 – 2019, Danaos).

«Παρίσι, 1930. Ο Σαλβαδόρ Νταλί


Misericordia Misericordia

Author: Benito Perez Galdos Συντάκτης: Benito Perez Galdos


"." "Η συντριβή της φτώχειας ή του βάρους των προσδοκιών τους, η υψηλή και η χαμηλή ζωή του 19ου αιώνα στη Μαδρίτη, προσφέρουν τη χαρά για αυτό το απογοητευτικό πορτρέτο της παρακμής, της πτώσης και της ανάκαμψης της οικογένειας, ή οποία προστατεύεται από τη χήρα Dona Francisca, που κάποτε έμενε σε .. σαλόνια γιά να καταλήξει τελικά[λόγω χρεοκοπιάς]σε...παραγκούπολη. ΚΑΙ ΠΛΕΩΝ ΔΙΑΒΙΩΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΥΠΗΡΕΤΙΑΣ ΤΗΣ..ΤΗΣ ΜΠΕΝΙΤΑ...Ζώντας σχεδών παρασιτικά από τη δουλειά της Μπένιτα, η οποία μιλάει και ανταλλάσσεται σε μια καθημερινή μάχη με την πείνα και την υπερηφάνεια της ΒΟΗΘΑ ΤΗΝ ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΖΗΤΙΑΝΕΥΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙ ΑΥΤΗΝ.Όταν ξαφνική κληρονομιά εμπλουτίζει τή παλιά οικογένεια. Η Μπενίτα παραγκωνιάζεται {από αυτόυς που εβοήθησε].Η Ισπανία του Γκαλντός γελά με αγίους και αμαρτωλούς, αυτοσαρκάζεται τόσο από τη φτώχεια όσο από τον πλούτο . "

Δόξα σε σένα μοσχοκέφαλε,αρχοντά σκοτεινε,τού σκοτους και της


Ντε Όρυ, Λαμπορδέτα, Χιρόντο: Τρεις ισπανόφωνοι ποιητές

Από BookPress
Με αφορμή ποιήματα των Κάρλος Εδμούντο ντε Όρυ (εκδ. Ιριδανός), Μιγέλ Λαμπορδέτα (ειδ. Κουκούτσι), Ολιβέριο

Δόξα σε σένα μοσχοκέφαλε,αρχοντά σκοτεινε,τού σκοτους και της ζωής δικαίαρχε,δόξα σε σε αρχαίε δαίμωνα βέβηλο πνέυμα χαρας π/η δύναμη σου εσκεπάζει 100 Ισούδες και Ιούδες

Facebook

Αν δεν μπορείτε να διαβάσετε το newsletter πατήστε εδώ.

Νιάου

Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός | Μτφρ. Τάσος Ψάρρης

Είδος: Κλασική Λογοτεχνία
Εξώφυλλο: Artwork του Στράτου Προύσαλη
Σελίδες: 434
Χρονολογία έκδοσης: Μάιος 2018
ISBN: 978-618-5286-63-7

Δείτε το preview

Τιμή: 14,84 €

Καυστική σάτιρα της γραφειοκρατικής ζωής της Μαδρίτης των τελών του 19ου αιώνα, το Νιάου είναι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός. Η διαφθορά και η αυθαιρεσία, η απληστία και η ηθική αποχαλίνωση, η υποκρισία και η ιδιοτέλεια, θίγονται με λεπτομερή και γλαφυρό τρόπο με κεντρικό άξονα την ιστορία ενός δημοσίου υπαλλήλου που χάνει τη δουλειά του. Το Νιάου είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του ισπανικού ρεαλισμού, ένα κομμάτι της Ισπανίας, όπως έλεγε ο συγγραφέας, η ψυχολογική ανατομία ενός ανθρώπου και μιας κοινωνίας, ένα έργο τόσο επίκαιρο και οικουμενικό που θα μπορούσε να είχε γραφτεί στην εποχή μας και για εμάς.

Περισσότερα...

soras it isnt VARDINOGIANNIS..AND THATS WHY THEY CATCH HIM

Νίκος Μάντζιος • Θρύλοι και παραμύθια από τη μεσαιωνική Ισπανία

Posted: 31 May 2018 02:22 AM PDT




έκδοση χαρτόδετη, σχήμα 13 × 20,5 εκ., σσ. 191,
Πρόλογος, Σημειώσεις: Νίκος Μάντζιος
Εικονογράφηση: Ευαγγελίνα Νίκα
I S B N 978-960-537-228-6
Απόπειρα, Αθήνα 2018
Σειρά: Του κόσμου τα παραμύθια, #36
Λ.Τ. 12 € (+ ΦΠΑ)

Μεσαιωνική Ισπανία. Μετά τον θάνατο του Ροντρίγκο, του τελευταίου Γότθου βασιλιά, οι Άραβες γίνονται κυρίαρχοι σχεδόν ολόκληρης της Ιβηρικής χερσονήσου. Αρχίζει ο μακροχρόνιος αγώνας των Χριστιανών ενάντια στους Μουσουλμάνους για την Ανακατάληψη (Reconquista). Οι παραμυθάδες και οι τροβαδούροι γυρνάνε σε πανηγύρια και γιορτές και σε αυλές αρχόντων, αφηγούνται παραμύθια και τραγουδούν για έρωτες και ίντριγκες μες στα παλάτια, για πολέμους αδελφοκτόνους, για θανάσιμες μονομαχίες μεταξύ ανδρείων ιπποτών για θέματα τιμής και υπερηφάνειας, για μάχες επικές και κατορθώματα του θρυλικού Ελ Σίντ.
Εκτός από τον Valle-Inclán, διάσημοι εκπρόσωποι ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΑΙΝΑ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ-υπήρξαν οι Azorín (José Martínez Ruiz), Pío Baroja,Gomez De La Serna,Vicente Blasco Ibáñez, Antonio Machado y Ruiz, Manuel Machado y Ruiz, Unamuno,José Ortega y GASSET,BENAVENTE....ΕΝΩ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ LORCA,VALEJO,MARIAS,REVERTE ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑΟ ΜΕΓΑΛΟΦΥϊΗΣ ΑΡΑΜΠΑΛΚΥΡΙΩΣΓΙΑ ΤΑ ΠΕΖΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ [[ΔΡΑΜΑ]] -[[Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡΑΣ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΙΑΣ]

ΑΧΑΡΙΣΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ Η ΧΑΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΕΑΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ [ΜΕΣΑ]ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΞΩ

ΑΧΑΡΙΣΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ Η ΧΑΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΕΑΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ [ΜΕΣΑ]ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΞΩ
ΘΥΜΑ ΤΗΣΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΚΑΛΕΟΤΟ ΤΟΥ ΜΑΔΡΙΛΕΝΙΟΥ ΣΥΓΡΑΦΕΑ ΧΟΣΕ ΕΤΣΕΓΑΡΑΥ...ΟΠΟΥ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΝ [ΑΔΙΚΑ] ΓΙΑ ΜΟΙΧΟ ΟΣΟΙ ΤΙΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΖΗΛΕΥΑΝ...ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΓΝΩΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΥ [ΠΙΑ] ΣΓΡΑΦΕΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΨΕΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΤΗ ΧΑΟΥΠΤΜΑΝ ΟΠΟΥ Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ [[ΠΡΙΝ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ]] ΕΠΕΣΕ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΛΗΣΤΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΨΑΝ ΟΤΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥΣ ΘΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΧΑΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΣΟΥΝ ...ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΟ ΠΟΥ Ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Ετσεγγαράυ [[ locura ó santidad]](1877, Madman ή Saint), , ο Lorenzo Avendaño κληρονομεί μια περιουσία, αλλά αφού ανακάλυψε ότι δεν είναι ο πραγματικός κληρονόμος του πλούτου, προσπαθεί να τή δώσει πίσω. Ωστόσο, οι άπληστοι συγγενείς του έχουν άλλα σχέδια και ο Lorenzo βρίσκεται σε άσυλο...εγκλωβιζμένος.

actividades

29 DE MAYO / 19.30 H

GREGUERÍAS ILUSTRADAS
Presentación del libro


Ramón Gómez de la Serna fue el creador de un nuevo género literario bautizado por él mismo como «greguería». Entre los años 1930 y 1935, Ramón publicó en la revista Blanco y Negro cerca de 400 de estas greguerías, que hoy se han recogido en este maravilloso libro.
Participan en la presentación Juan Manuel Bonet, Fernando Castillo y Eduardo Alaminos.
19 DE MAYO / MEDIANOCHE

LA NOCHE DE LOS MUSEOS
Abrimos hasta medianoche


La Noche Europea de los Museos, brinda, de manera excepcional, el acceso en horario nocturno a muchos museos. El próximo sábado 19 el Museo ABC permanecerá abierto hasta medianoche.
27 DE MAYO / 11.30 H

DE VIAJE CON RAMÓN
Taller infantil

A través de los dibujos de la exposición Greguerías ilustradas, se creará una historia con el tema delviaje como contexto para indagar en el alma de las cosas y conocer los secretos que esconden los objetos.

exposiciones

HASTA EL 16 DE SEPTIEMBRE

JOAQUÍN XAUDARÓ
La buena gente

El humor de Joaquín Xaudaró (Filipinas, 1872 ─ Madrid, 1933), muy basado en el juego de palabras, y su capacidad para fijar los rostros y las actitudes de la buena gente, hacen de él un portentoso documentalista de las primeras décadas del siglo XX y así lo atestiguan el centenar y medio de dibujos con que hemos querido resumir su larga carrera.

HASTA EL 17 DE JUNIO

RAMÓN GÓMEZ DE LA SERNA
Greguerías ilustradas

Entre 1930 y 1935, Ramón Gómez de la Serna publicó en la revista Blanco y Negro una serie de artículos-greguerías ilustrados. Su vida y su obra representan la fertilidad creativa de un intelectual extraordinario de ágil pensamiento y trabajo inagotable.

HASTA EL 20 DE MAYO

PABLO AMARGO
Mancha mínima, idea máxima

Pablo Amargo nos muestra las ilustraciones de dos de sus publicaciones más significativas Cats are paradoxes y Casualidad, en las que persigue paradojas y dobles sentidos visuales que dotan a las obras de una personalidad propia.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΚΣΤΑΤΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
Bookmark and Share

Συγγραφέας: ΓΚΟΝΖΑΛΟ ΤΟΡΕΝΤΕ ΜΠΑΛΕΣΤΕΡ
Σελίδες: 294
ISBN: 960-410-484-5
Ημερομηνία εισαγωγής: 12/12/2007
Προς Πώληση
Εκδ. Οίκος: ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ : Μυθιστόρημα - Ξένη Λογοτεχνία
Περιγραφή: Eνας νεαρός και αφελής βασιλιάς επισκέπτεται την πιο περιζήτητη πόρνη της πόλης και θαμπωμένος από την ομορφιά του γυμνού της σώματος αναστατώνει την Aυλή με την επιμονή του να δει και τη βασίλισσα γυμνή.
Kαλόγεροι ειδικοί σε ζητήματα ηθικής και ιεροεξεταστές διχάζονται μην μπορώντας ν’ αποφασίσουν αν είναι ηθική ή ανήθικη αυτή η πρωτοφανής επιθυμία. O πρωθυπουργός αποφασίζει να κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να τον εμποδίσει κρατώντας πεισματικά κλειστές όλες τις πόρτες που οδηγούν στα δωμάτια της βασίλισσας.
Yπάρχουν όμως και κάποιοι που έχουν διαφορετική άποψη. Θα καταφέρουν άραγε να βοηθήσουν το βασιλιά να δει επιτέλους γυμνή τη γυναίκα του;















Mια κωμωδία υψηλού κινδύνου για την οικογένεια, το ποδόσφαιρο και την οικονομική κρίση. Ο 82χρονος Ζουζέπ, ζει στο σπίτι του με τον Ρίκυ, τον νοτιοαμερικανό γηροκόμο του. Η κόρη του Ζουζέπ, η Άννα, και ο σύζυγός της Πολ, βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση λόγω της οικονομικής κρίσης, της κρίσης που περνάει ο γάμος τους, αλλά και της επιθυμίας τους να στείλουν τη 18χρονη κόρη τους Λίζα για σπουδές στις ΗΠΑ. Καθώς η απειλή για το μέλλον της οικογένειας μεγαλώνει, η Άννα διαπιστώνει σύντομα πως η μόνη λύση για να χρηματοδοτηθούν οι σπουδές της κόρης της είναι να φύγει από τη μέση ο πατέρας της, να μπει σε ένα δημόσιο γηροκομείο, ώστε να εξοικονομήσουν τα χρήματα που στοιχίζει ο οικιακός βοηθός και να κερδίσουν κι άλλα ενοικιάζοντας το σπίτι του. Αυτό όμως είναι πολύ δυσκολότερο απ’ όσο φαίνεται, και όταν πια η απόγνωση κορυφώνεται… όλα είναι πιθανόν να συμβούν!
Περισσότερες λεπτομέρειες για το 3ο Φεστιβάλ Θεατρικών αναλογίων, θα βρείτε εδώ:
http://www.ispania.gr/ekdilwseis/theatro/4877-3o-festival-theatro


Τoy ignacio may


Το αίμα, του Σέρτζι Μπελμπέλ

H pragmatikotita που βιώνουμε καθημερινά, μοιάζει πολύ με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το χρόνο.



Λουίς Θερνούδα: Τρία ποιήματα - Vakxikon.gr






Λουίς Θερνούδα: Τρία ποιήματα - Vakxikon.gr

Μεταφράζει η Ξένια Κακάκη Ο Λουίς Θερνούδα, ένας από τους βασικούς ποιητές – μέλος της γενιάς του '27 της Ισ...





ποίημα για σένα: 49 ~ ο Ραφαέλ Αλμπέρτι στον Γκουστάβο Αντόλφο Μπέκερ

to biblio ton spoyrgition photo

Το CD Vertigo (Ekfrasis Productions) περιλαμβάνει έναν κύκλο τραγουδιών σε ποίηση του Ισπανού ρομαντικού ποιητή Gustavo Adolfo Becquer (1836-1870) και μουσική Νίκου Χατζηελευθερίου. Η ποιητική απόδοση είναι του Περουλή Σακελλαρίδη. To Βιβλίο των Σπουργιτιών είναι η δίγλωσση έκδοση της ομώνυμης συλλογής ποιημάτων του Becquer, σε απόδοση Δημήτρη Ιντζέ και Περουλή Σακελλαρίδη (εκδόσεις Κέδρος). Τόσο το CD όσο και το βιβλίο, έχουν εκδοθεί με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Θερβάντες. Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αναπληρωτής καθηγητής εφαρμοσμένης μεταφρασεολογίας στο ΑΠΘ και μεταφραστής, Δήμητρα Χριστοδούλου, ποιήτρια και αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Όμηρος Πουλάκης. Για το CD θα μιλήσουν οι Γιώργος Μονεμβασίτης, μουσικοκριτικός, Μιχάλης Τρανουδάκης, συνθέτης και Θανάσης Δρίτσας, καρδιολόγος-αναπληρωτής διευθυντής στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, συνθέτης και συγγραφέας. Θα ακολουθήσει ζωντανή...

"Γλυκιά φωνή μεγάλη, καρδιά θλιμμένη!... Της δυστυχίας ήλιε, αφέντη της βροχής!"






Ποιήματα Μπέκερ – ΒΙΒΛΙΟΓΝΩΣΙΑ






ΜΠΕΚΕΡ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Σήμερα η γη κι





Το ποίημα της ημέρας | Γουστάβο Αδόλφο Μπέκερ – LXIX | ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ | www.tetr...







Η ποιήτρια Ελένη Δημάκου μεταφράζει Γουσταύο Αδόλφο Μπέκερ / Gustavo Adolfo...

Η, ζακυνθινής καταγωγής, φίλη ποιήτρια Ελένη Δημάκου, μού απέστειλε το νέο της βιβλίο, μετάφραση ποίησης αυτή τη...

Καλύτερα σταυρωθής παρά στραβωθείς






Gustavo Adolfo Bécquer: ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Μετάφραση: Ελένη Δημάκου)

[Από το βιβλίο "Γουσταύο Αδόλφο Μπέκερ: Ποιήματα" . Επιλογή - Μετάφραση - Εισαγωγή: Ελένη Δημάκου , ε...

Gustavo Adolfo Bécquer ( 1836-1870), Ποιήματα από το βιβλίο του «Rimas», (μετφρ.- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)






Gustavo Adolfo Bécquer ( 1836-1870), Ποιήματα από το βιβλίο του «Rimas», (μ...

`IΕγώ ξέρω έναν ύμνο ουρανομήκη, παράξενοπου στης ψυχής τα σκοτάδια μιαν αυγή αναγγέλει, ετούτου του ύμνου οι





Γκουστάβο Αδόλφο Μπέκερ: Λέξεις και νότες στον Ιανό | CultureNow.gr

Το Ινστιτούτο Θερβάντες παρουσιάζει στον Ιανό μια βραδιά γεμάτη ποίηση και μουσική, κατά τη διάρκεια της οποίας ...

Κουταρέλλη

Ανατύπωση • Χουάν Ραμόν Χιμένεθ «Μικρή ποιητική ανθολογία»

Posted: 17 Mar 2018 12:05 AM PDT

Ανατυπώθηκε και κυκλοφορεί η Μικρή ποιητική ανθολογία του Χουάν Ραμόν.

Επιλογή, Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου
σσ. 109, σχήμα 13 × 20,5 εκ., έκδοση χαρτόδετη,
I S B N 978-960-537-137-1
Απόπειρα, Μάρτιος 2018 (Πρώτη έκδοση: Απόπειρα, Δεκέμβριος 2011.)
Λ.Τ. 10,00 € (+ ΦΠΑ)

Στη δίγλωσση (ισπανικά/ελληνικά) Μικρή ποιητική ανθολογία παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα μερικά από τα πιο γνωστά ποιήματα του Χουάν Ραμόν, με σκοπό να μεταφερθεί στον Έλληνα αναγνώστη και στους λάτρεις και σπουδαστές της ισπανικής λογοτεχνίας η μεγαλοφυΐα και η ευαισθησία των στίχων που άσκησαν βαθιά επίδραση σε γενιές ποιητών (όπως ο Λόρκα) και προκάλεσαν το θαυμασμό του δικού μας Νίκου Καζαντζάκη. Την έκδοση συμπληρώνει Επίμετρο της μεταφράστριας με τίτλο «Χουάν Ραμόν Χιμένεθ: Ένας ποιητής για τους ποιητές», και Βιβλιογραφία.


To Βγάλε ένα φύλλο… όπως δηλώνει ο υπότιτλός του είναι μια ανθολογία ισπανόγραφου ερωτικού μικροδιηγήματος που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη το 2014 σ....
OANAGNOSTIS.GR

rodoreda

DAN BROWN

Πάντα θεωρούσα την Ισπανία μια χώρα γοητευτικά παράδοξη – πλούσια σε αρχαία παράδοση και ιστορία και παρόλα αυτά να δίνει το στίγμα του μέλλοντος με τεχνολογία αιχμής και επιστήμη. Για το λόγο αυτό, όταν ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα που είναι μια μίξη του πολύ παλιού και του πολύ μοντέρνου, γνώριζα πως αποτελούσε τη μοναδική επιλογή σκηνικού. Έγραψα το ORIGIN με μεγάλο ενθουσιασμό και αγάπη για την Ισπανία, ένα μυθιστόρημα που εξυμνεί τις πλούσιες παραδόσεις και την ιστορία της ταυτόχρονα με τη γενναία και άσβεστη ελπίδα για το μέλλον.»

ΔυσφυΪες

ΟΙ 3 ΧΡΥΣΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΑΣ

ΗΤΑΝ ..Α] Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Β] ΤΕΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΕΝΑΤΟΥ ΑΡΧΕΣ ΕΙΚΟΣΤΟΥ

Γ] ΑΡΧΕΣ 21του [ΡΕΒΕΡΤΕ,ΜΑΡΙΑΣ,ΤΟΥΣΕΤ]

ΠΑΡ ΟΛΟ ΠΟΥ Η [ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΣΥΓΓΕΝΗΣ]

ΙΤΑΛΙΑ ΑΦΓΗΣΕ ΤΟΤΕ ΕΝΑΝ ΠΙΡΑΝΤΕΛΟ,ΕΝΑΝ

ΝΤ/ΑΝΟΥΝΤΣΙΟ,ΜΙΑ ΝΤΕΛΕΝΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΡΟΤΣΕ

ΔΕΝ ΕΦΤΑΣΕ ΠΟΤΕ ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΝΟΣ ΛΟΡΚΑ,

ΕΝΟΣ ΓΚΑΣΕΤ ΚΑΙ ΕΝΟΣ ΙΓΚΛΑΝ[ΠΟΥ ΠΟΛΟΙ

ΤΟΝ ΠΑΡΟΜΙΟΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΤΖΟΫΣ.].

ΕΠΙΣΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΕΙΝΑΙ Ο ΜΠΕΝΑΒΕΝΤΕ ΚΑΙ Ο ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ.


ΔΥΣΤΥΧΩΣ Η ΖΩΗ ΔΕ ΣΕ ΡΩΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΤΗΝ ΘΕΛΕΙΣ Η ΟΧΙ...ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΥΝΕΧΩΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΦΟΡΤΩΘΕΙΣ ΠΟΥ[σού] ΤΙΣ ΑΠΟΡΙΠΤΕΙ ΤΟ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΔΕΙΛΙΑ.


ΟΤΑΝ ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΤΕ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΣΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙΣ ΤΟΝ..ΠΛΟΥΣΙΟ

Αλίθια έβρεξε την πένα στο μελανοδοχείο και την άφησε να γλιστρήσει πάνω στο χαρτί, χαράζοντας μια γραμμή σε μπλε γυαλιστερό χρώμα. Έγραψε το όνομά της κι έμεινε να κοιτάζει το μελάνι που στέγνωνε σιγά σιγά. Η απόλαυση της λευκής σελίδας, που πάντα στην αρχή ανάδινε ένα άρωμα μυστηρίου γεμάτο υποσχέσεις, χάθηκε μεμιάς. Με το που άρχιζε κανείς να βάζει στο χαρτί τις πρώτες λέξεις, ανακάλυπτε ότι στη γραφή, όπως και στη ζωή, η απόσταση μεταξύ προθέσεων και αποτελεσμάτων πήγαινε χέρι χέρι με την αθωότητα με την οποία εκφράζονταν οι μεν και γίνονταν αποδεκτά τα δε. Βάλθηκε να γράψει μια φράση που θυμόταν από ένα απ’ τα αγαπημένα της βιβλία, όταν στάθηκε κι έστρεψε το βλέμμα προς την πόρτα. Άφησε την πένα πάνω στο χαρτί κι έμεινε να κοιτάζει σιωπηλή.

Στη Βαρκελώνη, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Ντανιέλ Σεμπέρε δεν είναι πια εκείνο το αγόρι που η ζωή του θα άλλαζε μέσα στους διαδρόμους του Κοιμητηρίου των Λησμονημένων Βιβλίων. Το μυστήριο του θανάτου της μητέρας του, της Ισαβέλας, έχει ανοίξει στην ψυχή του μιαν άβυσσο, από την οποία προσπαθούν να τον σώσουν η σύζυγός του Μπέα και ο πιστός του φίλος, ο Φερμίν. Και πάνω που ο Ντανιέλ πιστεύει πως απέχει μόλις ένα βήμα από τη λύση του αινίγματος, μια συνωμοσία με ρίζες πολύ πιο βαθιές και σκοτεινές απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί απλώνει τα δίχτυα της ξεκινώντας από τη ρίζα του Καθεστώτος. Τότε ακριβώς εμφανίζεται η Αλίθια Γκρις, ένα πλάσμα γεννημένο απ’ τις σκιές του πολέμου, για να τους οδηγήσει στην καρδιά του σκότους, αποκαλύπτοντας τη σκοτεινή ιστορία της οικογένειας… αν και με τρομερό τίμημα.

Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ είναι ένα συναρπαστικό αφήγημα γεμάτο πάθη, συνωμοσίες και περιπέτειες. Μέσα από τις σελίδες του οδηγούμαστε στο μεγάλο φινάλε της σάγκας που ξεκίνησε με τη ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ και που εδώ εξελίσσεται σε όλη της την ένταση και το βάθος, ενώ συγχρόνως αποτελεί μέγιστο ύμνο στον κόσμο των βιβλίων, στην τέχνη τού να αφηγείται κανείς ιστορίες και στον μαγικό δεσμό ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη ζωή.

Ο κορυφαίος Ισπανός λογοτέχνης, Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, με 30 εκατ. αντίτυπα διεθνώς και 22 λογοτεχνικά βραβεία, μας μεταφέρει ξανά στην ατμοσφαιρική Βαρκελώνη και στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων!

Πείτε μας τη γνώμη σας

Ευχαριστούμε για την κριτική σας! Η γνώμη σας είναι πολύ σημαντική για εμάς, τους συγγραφείς και τους αναγνώστες μας.
Όροι χρήσης

Βαθμολογήστε το

Ψευδώνυμο

Αφήστε το κενό για να εμφανιστεί το αληθινό σας όνομα.

Γράψτε τη γνώμη σας

photo

Ο ΚΑΡΛΟΣ ΡΟΥΙΘ ΘΑΦΟΝ είναι ένας από τους πλέον διαβασμένους και αναγνωρισμένους συγγραφείς σε όλο τον κόσμο. Γεννημένος στη Βαρκελώνη, ξεκίνησε τη λογοτεχνική του καριέρα το 1993 με το εφηβικό μυθιστόρημα El principe de la niebla (Βραβείο Edebé) και ακολούθησαν τα El palacio de...περισσότερα

Όλα τα βιβλία του συγγραφέα

Η βιβλιοθήκη μου

Βιβλία που είδα

Βιβλία που επιθυμώ

Προσθέστε τα βιβλία που σας ενδιαφέρουν!

Τα Παιχνίδια μου

Η Παιχνιδοθήκης σας είναι άδεια

προηγούμενα newsletter

Νοέμβριος 2017

  • Εορτές: Ανάργυρος, Ανάργυρη, Αναργυρούλα, Δαβίδ (όσιος Εύβοιας), Δαυίδ, Δαμιανός, Δαμιανή, Διόνυσος, Κοσμάς

δείτε περισσότερες εκδηλώσεις

ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΓΑMΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝ/ΑΠΕΞΩ ΜΑΣ


Pablo Picasso - Vingt Poemes de Gongora, Circa...

Jorje Sembrun

Jorje  Sembrun
BLUE PERIOD

PICASSO

aralal

Η ατυχία του Δον Κιχώτη δεν ήταν η φαντασιοπληξία του, αλλά ο Σάντσο Πάντσα.

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να έχει τη δική του άποψη, αρκεί να συμφωνεί με τη δική μου.

lorca

lorca

picasso

picasso
Www.poytsoi.blogspot.com

PICASSO

PICASSO
PABLO

PICASSO

PICASSO
ZAQUELLINE

PICASSO

PICASSO
PABLO

picasso

picasso
joven

picasso

picasso
joven

picasso

picasso
joven mujer

picasso

picasso
ritratto de un joven

pablo

pablo
picasso

olga

olga
-

picasso

picasso
-

ili0metron



picasso

Οι Τρελοί της Βαλένθια Θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή 2ος Χρόνος 2016 Σκηνοθεσία Μιχ...

Η sold out ξεκαρδιστική Αναγεννησιακή κωμωδία του 2015 του Λόπε Ντε Βέγκα επιστρέφει στο Θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή έ...





«Οι Τρελοί της Βαλένθια» στο θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή

«Οι Τρελοί της Βαλένθια» του Λόπε Ντε Βέγκα ανεβαίνουν για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή σε σκηνοθεσί...



PEDRO MUNOZ SECA

picasso

picasso
sylvette david

picasso

PICASSO

unamuno

«Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Δεν γνωρίζω καλύτερη απεικόνιση αυτού του αφορισμού, που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ, από τη διαφωτιστική σκηνή όπου ο Βίλχελμ Στάινιτς, ένας από τους πιο αμείλικτους σκακιστές του 19ου αιώνα, ο οποίος εγκλείστηκε σε άσυλο όταν έχασε τα λογικά του, προκαλεί τον Θεό να παίξει μαζί του μια τελευταία παρτίδα, παραχωρώντας του μάλιστα το πλεονέκτημα ενός στρατιώτη. Αυτός ο Εβραίος από τη Βοημία, μέσα στην τρέλα του είχε καταλάβει, πριν από τον Νίτσε, ότι όποιος αναμετριέται με τον Θεό γίνεται ο ίδιος Θεός.
Αυτό το σύντομο αφήγημα παρουσιάζει έναν μισάνθρωπο που δεν αντέχει άλλο τη βλακεία. Αναγνώστης του Φλωμπέρ, αποσύρεται στην ακροθαλασσιά, σε ένα ξενοδοχείο όπου δεν τον ξέρει κανείς και όπου, δόξα τω Θεώ, ούτε εκείνος γνωρίζει κανέναν. Θα συνάψει, ωστόσο, περίεργο δεσμό με έναν άγνωστο, εξίσου σιωπηλό και αινιγματικό σαν τον ίδιο, έναν κάποιο δον Σανδάλιο, που πηγαίνει στη λέσχη μόνο για να παίξει σκάκι, και παίζει χωρίς να αρθρώνει λέξη, με αρρωστημένη μανία.
"Για τον δον Σανδάλιο", γράφει ο Ουναμούνο, "οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ' άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ' τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπορεί και να 'χει δίκιο". Έξαλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το κακό και το καλό.
Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του "Τραγικού αισθήματος της ζωής", αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: "Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;".

Τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα είναι προικισμένα με οίστρο προφητικό. Ιδού ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο: έγραψε πριν μισό περίπου αιώνα την "Αγωνία του Χριστιανισμού", πριν, κάτω από την σκληρότατη πίεση των σύγχρονων μετασχηματισμών του βίου, σπάσουν οι πνευματικές φλέβες των ανθρώπων και διαποτίσουν τον κόσμο με αγωνία.
Η βαθύτατη γεύση του υπάρχειν είναι για τον συνειδητό άνθρωπο αγωνιώδης. Αλλά μια ζωή, των πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας, που διαφύλαγε σχεδόν ανέπαφη την κρούστα της κοινωνικής ζωής, δεν άφηνε παρά μονάχα στα προικισμένα πνεύματα να συλλάβουν δια του εαυτού τους τον παλμό της αγωνίας που άρχισε να συνταράζει την οικουμένη. Κι έπρεπε νάρθουν αποσβολωτικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας γεγονότα, ανομολόγητες κακουργίες, και μια τεχνολογική πρόοδος οπλισμένη με πάθος ριζικών ανανεώσεων της ζωής ώστε να βυθιστούμε όλοι, άγρυπνοι και ναρκωμένοι, στη λέμφο της αστάθειας των πάντων και της μεταβλητότητας και του εσωτερικού μας και του εξωτερικού κόσμου [...].
Ο προφητισμός του Ουναμούνο καταπλήσσει ακόμη βαθύτερα, όταν αναλογιστεί κανείς πως αναφέρεται στην αγωνία του Χριστιανισμού [...]. Στα 1924 η Εκκλησία ήταν θεσμός καθησυχαστικός με βαθύτατες προεκτάσεις κοινωνικής ισορροπίας κι ασφάλειας των κοινωνικών συστημάτων που στα σπλάγχνα της τη φιλοξενούσαν. Ακόμη, στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η Εκκλησία ήταν ο ουσιώδης παράγων που διέλυε και καθησύχαζε αντιδράσεις των ζωηρών αιμάτων μέσα στις κοινωνίες σε στενή συνεργασία με τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, παράγων ανασταλτικός εξελίξεων, λαβαίνοντας πάντα με τη μορφή προνομίων, πλούσιο το μερίδιό της για τη συνεργασία αυτή. Έπρεπε να περάσει, με οδύνη πολλή, μισός αιώνας πάνω από την οικουμένη για ν' αποκαλυφτεί [...] η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, η προσχώρησή της στον κόσμο αυτό. Και είμαστε σήμερα μάρτυρες μιας όλο κι ευρύτερης "αμφισβήτησης" στους κόλπους των Εκκλησιών, "αμφισβήτησης" που εκπηγάζει από τα ζωντανά και ανήσυχα πνεύματα που ζουν για την αγάπη του Χριστού.
Ο Ουναμούνο ξεκινά από την υπαρξιστική σύλληψη της ζωής ως αγώνα και ως αγωνίας για να αποκαλύψει τον Χριστιανισμό -την αληθινή ζωή- ως στην ουσία του αγώνα κι αγωνία. Αγωνία της σάρκας που ζητεί εν πνεύματι Αγίω να μεταμορφωθεί, αγωνία του στοχασμού που δεν αρκείται να κατακτήση το χώρο της λογικής αλλά αξιώνει να του επιτραπεί να εισχωρήσει και στο χώρο του μυστηρίου. Αυτή την έννοια έχει το πάθος του Ουναμούνο να βρει τη ρίζα του μυστηρίου στο λόγο και ν' αποκαλύψει τα αγωνιώδη για την ανθρώπινη ύπαρξη μυστικά του, αυτά που βρίσκονται στην πίστη, σ' εκείνους που άγραφοι κι αμόρφωτοι, πιστεύουν στη χάρη του Θεού και δέχονται τον αποκαλυπτικό φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος, φωτισμό που ο εγωισμός των δύστυχων μορφωμένων αναχαιτίζει.
Μέσα από το γεμάτο σάλο κείμενο του Ουναμούνο, γραμμένο σε ώρες ανυπόμονης εσωτερικής εγρήγορσης, αναπηδούν θέματα, σαν το θέμα της αρρενωπότητας της πίστης μας ή της αγάπης ως αγωνιώδους σύλληψης του βίου [...]. Έτσι, η άρνησή του του κοινωνικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού που σήμερα απειλεί την Εκκλησία μ' ενός άλλου είδους εκκοσμίκευση που τα μάτια των συνειδήσεών μας δεν διακρίνουν καθαρά, είναι μια απόρριψη προφητική που θα τη δεχτούμε καταφάσκοντας στα χρόνια που έρχονται.
Βέβαια, η συχνά δριμεία κριτική του δον Μιγέλ γίνεται με βάση τα δεδομένα του Ρωμαιοκαθολικισμού και για τούτο οι θαρραλέες του θέσεις και για τη Μεταρρύθμιση και για τους Ιησουΐτες. Αλλά η ενοραματική του ματιά σωστά βλέπει σήμερα πια, την πολιορκία της Εκκλησίας από τις δυνάμεις του κόσμου και την προσπάθειά τους να της μουδιάσουν τους σταθερά αγωνιώδεις κι επαναστατικούς της χυμούς, να της ακινητήσουν τα πνευματικά νεύρα που την κάμουν να στέκεται πάνω από τον κόσμο, κόσμο που ζει, απειλεί και μάχεται με όργανο το φόβο του θανάτου, με την δύναμη της ανάστασης και της αθανασίας του ανθρώπου που είναι η ουσία της ελευθερίας και της αγάπης, αλλά κι η ουσία της αυθεντικής αγωνίας ως άρνησης της δουλείας του θανάτου.Ο Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας, το κορυφαίο έργο του Ουναμούνο, συνοψίζει τα βασικά στοιχεία της ουναμουνικής σκέψης, συνενώνοντας τους διάσπαρτους ψιθύρους με τους οποίους ο συγγραφέας διαταράζει την υπαρξιακή μας ραστώνη. Κείμενο γεμάτο συμβολισμούς, προσεγγίζει με τολμηρό τρόπο τις έννοιες της ζωής και του θανάτου, μέσω της

unamuno

«Αν θέλετε να χάσετε έναν άνθρωπο, μάθετέ του να παίζει σκάκι». Δεν γνωρίζω καλύτερη απεικόνιση αυτού του αφορισμού, που αποδίδεται στον Όσκαρ Ουάιλντ, από τη διαφωτιστική σκηνή όπου ο Βίλχελμ Στάινιτς, ένας από τους πιο αμείλικτους σκακιστές του 19ου αιώνα, ο οποίος εγκλείστηκε σε άσυλο όταν έχασε τα λογικά του, προκαλεί τον Θεό να παίξει μαζί του μια τελευταία παρτίδα, παραχωρώντας του μάλιστα το πλεονέκτημα ενός στρατιώτη. Αυτός ο Εβραίος από τη Βοημία, μέσα στην τρέλα του είχε καταλάβει, πριν από τον Νίτσε, ότι όποιος αναμετριέται με τον Θεό γίνεται ο ίδιος Θεός.
Αυτό το σύντομο αφήγημα παρουσιάζει έναν μισάνθρωπο που δεν αντέχει άλλο τη βλακεία. Αναγνώστης του Φλωμπέρ, αποσύρεται στην ακροθαλασσιά, σε ένα ξενοδοχείο όπου δεν τον ξέρει κανείς και όπου, δόξα τω Θεώ, ούτε εκείνος γνωρίζει κανέναν. Θα συνάψει, ωστόσο, περίεργο δεσμό με έναν άγνωστο, εξίσου σιωπηλό και αινιγματικό σαν τον ίδιο, έναν κάποιο δον Σανδάλιο, που πηγαίνει στη λέσχη μόνο για να παίξει σκάκι, και παίζει χωρίς να αρθρώνει λέξη, με αρρωστημένη μανία.
"Για τον δον Σανδάλιο", γράφει ο Ουναμούνο, "οι στρατιώτες, οι αξιωματικοί, οι πύργοι, τ' άλογα, οι βασίλισσες και οι βασιλιάδες του σκακιού έχουν πιο πολλή ψυχή απ' τα πρόσωπα που τα κινούν. Μπορεί και να 'χει δίκιο". Έξαλλου, το παιχνίδι του σκακιού είναι πέρα από το κακό και το καλό.
Αλλά ο Ουναμούνο, συντάσσοντας αυτή τη νουβέλα, έχει πάντα στο μυαλό του ότι είναι ο συγγραφέας του "Τραγικού αισθήματος της ζωής", αδελφό πνεύμα του Κίρκεγκωρ, του φιλοσόφου που αναρωτιέται: "Είμαστε, γίνεται να είμαστε, κάτι περισσότερο από παίκτες σκακιού;".

Τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα είναι προικισμένα με οίστρο προφητικό. Ιδού ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο: έγραψε πριν μισό περίπου αιώνα την "Αγωνία του Χριστιανισμού", πριν, κάτω από την σκληρότατη πίεση των σύγχρονων μετασχηματισμών του βίου, σπάσουν οι πνευματικές φλέβες των ανθρώπων και διαποτίσουν τον κόσμο με αγωνία.
Η βαθύτατη γεύση του υπάρχειν είναι για τον συνειδητό άνθρωπο αγωνιώδης. Αλλά μια ζωή, των πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας, που διαφύλαγε σχεδόν ανέπαφη την κρούστα της κοινωνικής ζωής, δεν άφηνε παρά μονάχα στα προικισμένα πνεύματα να συλλάβουν δια του εαυτού τους τον παλμό της αγωνίας που άρχισε να συνταράζει την οικουμένη. Κι έπρεπε νάρθουν αποσβολωτικά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας γεγονότα, ανομολόγητες κακουργίες, και μια τεχνολογική πρόοδος οπλισμένη με πάθος ριζικών ανανεώσεων της ζωής ώστε να βυθιστούμε όλοι, άγρυπνοι και ναρκωμένοι, στη λέμφο της αστάθειας των πάντων και της μεταβλητότητας και του εσωτερικού μας και του εξωτερικού κόσμου [...].
Ο προφητισμός του Ουναμούνο καταπλήσσει ακόμη βαθύτερα, όταν αναλογιστεί κανείς πως αναφέρεται στην αγωνία του Χριστιανισμού [...]. Στα 1924 η Εκκλησία ήταν θεσμός καθησυχαστικός με βαθύτατες προεκτάσεις κοινωνικής ισορροπίας κι ασφάλειας των κοινωνικών συστημάτων που στα σπλάγχνα της τη φιλοξενούσαν. Ακόμη, στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η Εκκλησία ήταν ο ουσιώδης παράγων που διέλυε και καθησύχαζε αντιδράσεις των ζωηρών αιμάτων μέσα στις κοινωνίες σε στενή συνεργασία με τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, παράγων ανασταλτικός εξελίξεων, λαβαίνοντας πάντα με τη μορφή προνομίων, πλούσιο το μερίδιό της για τη συνεργασία αυτή. Έπρεπε να περάσει, με οδύνη πολλή, μισός αιώνας πάνω από την οικουμένη για ν' αποκαλυφτεί [...] η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας, η προσχώρησή της στον κόσμο αυτό. Και είμαστε σήμερα μάρτυρες μιας όλο κι ευρύτερης "αμφισβήτησης" στους κόλπους των Εκκλησιών, "αμφισβήτησης" που εκπηγάζει από τα ζωντανά και ανήσυχα πνεύματα που ζουν για την αγάπη του Χριστού.
Ο Ουναμούνο ξεκινά από την υπαρξιστική σύλληψη της ζωής ως αγώνα και ως αγωνίας για να αποκαλύψει τον Χριστιανισμό -την αληθινή ζωή- ως στην ουσία του αγώνα κι αγωνία. Αγωνία της σάρκας που ζητεί εν πνεύματι Αγίω να μεταμορφωθεί, αγωνία του στοχασμού που δεν αρκείται να κατακτήση το χώρο της λογικής αλλά αξιώνει να του επιτραπεί να εισχωρήσει και στο χώρο του μυστηρίου. Αυτή την έννοια έχει το πάθος του Ουναμούνο να βρει τη ρίζα του μυστηρίου στο λόγο και ν' αποκαλύψει τα αγωνιώδη για την ανθρώπινη ύπαρξη μυστικά του, αυτά που βρίσκονται στην πίστη, σ' εκείνους που άγραφοι κι αμόρφωτοι, πιστεύουν στη χάρη του Θεού και δέχονται τον αποκαλυπτικό φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος, φωτισμό που ο εγωισμός των δύστυχων μορφωμένων αναχαιτίζει.
Μέσα από το γεμάτο σάλο κείμενο του Ουναμούνο, γραμμένο σε ώρες ανυπόμονης εσωτερικής εγρήγορσης, αναπηδούν θέματα, σαν το θέμα της αρρενωπότητας της πίστης μας ή της αγάπης ως αγωνιώδους σύλληψης του βίου [...]. Έτσι, η άρνησή του του κοινωνικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού που σήμερα απειλεί την Εκκλησία μ' ενός άλλου είδους εκκοσμίκευση που τα μάτια των συνειδήσεών μας δεν διακρίνουν καθαρά, είναι μια απόρριψη προφητική που θα τη δεχτούμε καταφάσκοντας στα χρόνια που έρχονται.
Βέβαια, η συχνά δριμεία κριτική του δον Μιγέλ γίνεται με βάση τα δεδομένα του Ρωμαιοκαθολικισμού και για τούτο οι θαρραλέες του θέσεις και για τη Μεταρρύθμιση και για τους Ιησουΐτες. Αλλά η ενοραματική του ματιά σωστά βλέπει σήμερα πια, την πολιορκία της Εκκλησίας από τις δυνάμεις του κόσμου και την προσπάθειά τους να της μουδιάσουν τους σταθερά αγωνιώδεις κι επαναστατικούς της χυμούς, να της ακινητήσουν τα πνευματικά νεύρα που την κάμουν να στέκεται πάνω από τον κόσμο, κόσμο που ζει, απειλεί και μάχεται με όργανο το φόβο του θανάτου, με την δύναμη της ανάστασης και της αθανασίας του ανθρώπου που είναι η ουσία της ελευθερίας και της αγάπης, αλλά κι η ουσία της αυθεντικής αγωνίας ως άρνησης της δουλείας του θανάτου.Ο Άγιος Μανουήλ ο Μάρτυρας, το κορυφαίο έργο του Ουναμούνο, συνοψίζει τα βασικά στοιχεία της ουναμουνικής σκέψης, συνενώνοντας τους διάσπαρτους ψιθύρους με τους οποίους ο συγγραφέας διαταράζει την υπαρξιακή μας ραστώνη. Κείμενο γεμάτο συμβολισμούς, προσεγγίζει με τολμηρό τρόπο τις έννοιες της ζωής και του θανάτου, μέσω της

CARICATURAS PARA GREGUERIAS

qUe es una biblioteca para ti?

qUe  es una biblioteca para ti?
expo en MADRID BNEDEL 18 DE ABRIL AL 28 DEL MAYO 2017

MADRID 17

Ignacio MEJIAS

Critic, poet, actor, sportsman

Sánchez then became a critic of his own faenas in La Unión. He held his own in this war of nerves and of image, but after several serious gorings, he got tired and left the circuit in 1927. That year he returned to Seville and arranged a meeting of young poets at his estate who wanted to pay homage to Luis de Góngora in his tricentenary. Here was born the famous Generación del 27. In their best-known group photo, Sánchez appears with his ever-present tipped hat, elegant, smiling.

He wrote several theater works, including Sinrazón, on a psychoanalytic theme, which María Guerrero introduced with great critical success, and which was translated into various languages. Also Zaya, an autobiographical piece on bullfighting and metaphysics. Other works included Ni más ni menos, a poetic farce; Soledad, an outline; and Las calles de Cádiz, a grand musical comedy for La Argentinita, with street urchins from La Isla, and including the popular songs of García Lorca.

He also led a conference on tauromaquia at Columbia University in New York. He was a movie actor, a polo player, an auto-racer, a novelist, a "poet", a friend of General Sanjurgo, an unsuccessful promoter of an airport in Seville, president of Real Betis soccer club, of the Red Cross, etc.

The end: Return to the bulls and to love affairs

In 1934 he returned to bullfighting. Earlier he had had a torrid affair with the French Hispanist Marcelle Auclair, whom he had met at the home of Jorge Guillén. His lovesickness was so clear to García Lorca that he wanted him to end the affair because he was convinced that La Argentinita would kill them both.

Sánchez followed Auclair to Paris, where he ran into her husband. She was afraid, and did not want to make a commitment. She returned the following year to see him fight and triumph in Santander. Thereafter their history does not continue, because it was interrupted by Sánchez's final destiny.

Domingo Ortega suffered an automobile accident, and his proxy, Dominguín, asked Sánchez to substitute for him in Manzanares, on 11 August 1934. This came at a bad time for Sánchez, but because the bulls were great he did not want to seem like he was avoiding them. He had no car, no hotel, not even a cuadrilla (bullfighting team). For the first time in his life, he turned to the lottery and drew two tickets with the numbers of the bulls of Ayala that he was scheduled to fight. The first, number 16, Granadino, docile, thin-horned and coarse-skinned, nevertheless gored him.

He did not want to be operated on in the miserable infirmary and asked to be taken back to Madrid, but the ambulance took several hours and the trip went very badly. Two days later he was diagnosed with gangrene. He died, in pain and delirium, on the morning of the 13th.

Trivia

See also



ΕΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

Ένας ισχυρός λόγος για τον οποίο οι αναρχικοί απαξιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, την πανάκεια που απορρέει από τον ...

ΤΣΟΥ ΓΟΥΤΙΕΡΕΘ .ΣΑΚΡΟΜΟΝΤΕ [ΜΠΑΡΙΟ ΝΤΕ ΦΛΑΜΕΝΚΟ]

Το Σακρομόντε και οι σπηλιές του υπήρξε πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες όπως ο Ντεμπυσύ, ο Γκλίνκα, και ο Λόρκα και εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης και τουρίστες και εκλεκτούς επισκέπτες της Ισπανίας. Το ντοκυμαντέρ αναβιώνει τη μνήμη της πιο φλαμένκο γειτονιάς στη Γη: του Σακρομόντε. Δια των επιζώντων της χρυσής του εποχής που χάθηκε, των ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών που ασχολήθηκαν με το φλαμένκο, θα διανύσουμε το παρελθόν για να ξαναβρούμε τις ρίζες τους και τις αναμνήσεις τους. Επί 200 χρόνια, στο Σακρομόντε, στις σπηλιές που βρίσκονταν στις πλαγιές του, κατοικούσαν οι τσιγγάνοι, οι οποίοι το προτίμησαν επειδή πήγαιναν πολύ προσκυνητές στο Αβαείο του Σακρομόντε, που αποτελούσαν πηγή εσόδων γι’ αυτούς. Το φλαμένκο δεν έγινε απλώς μέσο διασκέδασης των προσκυνητών και για να κερδίζουν τα προς το ζην, αλλά μια τέχνη που μεταδίδεται από τους γονείς στα παιδιά. Στην δεκαετία του 60 η γειτονιά έφρασε στο αποκορύφωμά της, με 4.000 κατοίκους που ασχολούνταν όλοι με το φλαμένκο, όλοι ήξεραν να παίζουν κιθάρα, να τραγουδούν ή να χορεύουν. Οι πλημμύρες του 1963 προκάλεσαν την μετεγκατάσταση όλων των κατοίκων της γειτονιάς και η οικογένεια του φλαμένκο διασκορπίστηκε σε άλλες περιοχές της Γρανάδας, με αποτέλεσμα να μην ξαναϋπάρξει αυτό το κλίμα του συλλογικού χορού και του τραγουδιού που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά.
Στα ισπανικά με υποτίτλους στα ελληνικά.
Trailer: https://www.youtube.com/ watch?v=uR94oQ0SXi4

Λόπε ντε Βέγκα


Ανθισμένες αυγούλες
του κρύου χειμώνα
θυμηθείτε το παιδί μου
που κοιμάται στα χιόνια.
Καλότυχες αυγές
του κρύου Δεκέμβρη,
που μ'ανθούς ο ουρανός
και ρόδα σας ραίνει,
εσείς όντας σκληρές
κι ο Θεός όλο συμπόνοια
θυμηθείτε το παιδί μου
που κοιμάται στα χιόνια

blasco

blasco
Mamulian

Ορθογεννές συνέδριο γιά τήν ειρήνη 1949.

bio

bio

bio


Το τραγούδι του καβαλάρη

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.

Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μεσ' απ' τον κάμπο μέσ' απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ' τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.

Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ' άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

από την ανθολογία Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα
Εκδόσεις: Κείμενα, 1984


* * *